Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Κρίσιμες οι Ολλανδικές εκλογές της 15ης Μαρτίου 2017.





Οι Ολλανδοί πηγαίνουν στις κάλπες για βουλευτικές εκλογές στις 15 Μαρτίου, λίγες εβδομάδες πριν από τους Γάλλους οι οποίοι θα εκλέξουν το διάδοχο του Προέδρου François  Hollande, και αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα πριν από τις γερμανικές εκλογές στις οποίες η Καγκελάριος Angela Merkel  θα επιδιώξει να κερδίσει για τέταρτη συνεχή φορά. Οι Ολλανδικές εκλογές έχουν ένα σημαντικό βάρος για το μέλλον της Ευρώπης δεδομένου ότι οι Ολλανδοί ψηφοφόροι έχουν αποδείξει ότι αποτελούν ένα καλό  μέτρο για τα αισθήματα των Ευρωπαίων. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι Ολλανδοί εξεγέρθηκαν εναντίον του Ευρωπαϊκού Συντάγματος , το 2005, και τον προηγούμενο χρόνο απέρριψαν , μετά από δημοψήφισμα, τη συμφωνία για τη σύνδεση ΕΕ και Ουκρανίας.
Αυτή την χρονική στιγμή, υπάρχει ένα δυνατό «αντί πολιτικό –όπως συνήθως» συναίσθημα που φουσκώνει προς όλες τις κατευθύνσεις στην Ολλανδία, το οποίο – προκαλεί σαφή μετατόπιση του εκλογικού σώματος προς την άκρα δεξιά- δημιουργώντας τις προϋποθέσεις να τεθεί η χώρα στο μονοπάτι που έχουν  ανοίξει το  Brexit και ο Trump.
Η αύξηση της πολιτικής επιρροής των αντιλήψεων που  αντιτίθενται στην υπάρχουσα καθεστηκυία κατάσταση της Ολλανδίας και της ΕΕ  καθοδηγείται από το ακροδεξιό και αντι-ισλαμικό Κόμμα της Ελευθερίας (PVV) του κυρίου Geert Wilders, ο οποίος θέλει να αποχωρήσει από το κοινό νόμισμα – ευρώ , να διαλύσει την ευρωζώνη, και να επαναφέρει τον έλεγχο των συνόρων στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  
Το συγκεκριμένο κόμμα PVV είναι στην ουσία κόμμα ενός ανδρός του κυρίου Geert Wilders. Μόνος του αποφασίζει για το πρόγραμμα, για τις θέσεις του και επιλέγει τα ονόματα που θα συμμετάσχουν στις εκλογικές λίστες του κόμματος.
Το πρόγραμμα του κόμματος, το οποίο χωράει σε μια σελίδα, επικεντρώνεται κυρίως στο σταμάτημα της μετανάστευσης, στον πόλεμο ενάντια στην «Ισλαμοποίηση της Ευρώπης» , στην απελευθέρωση των Ολλανδών από τα δεσμά της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών και της ευρισκόμενης στη Φρανκφούρτη ΕΚΤ. Δηλαδή , το κόμμα του  Wilders ευνοείται από τους ίδιους παράγοντες που μέχρι τώρα έχει ευνοήσει όλα τα κόμματα με το ίδιο ιδεολογικό στίγμα τα προηγούμενα χρόνια: η αδυναμία να λυθεί η κρίση που ταλανίζει την ευρωζώνη, τη μαζική εισροή μεταναστών (κυρίως μουσουλμάνων) στην ΕΕ, την αποτυχία της ολοκλήρωσης της ΕΕ, τις τρομοκρατικές επιθέσεις και επίσης την χαρακτηριστική αδυναμία των κατεστημένων κομμάτων (κεντροδεξιών και κεντροαριστερών) να επιτύχουν μέσα από τη διαχείριση της οικονομίας,  την πολυπόθητη ανάπτυξη καθώς  και τη σταθερή απασχόληση
Σύμφωνα με τις περισσότερες δημοσκοπήσεις (περιττό να σημειώσουμε ότι χρειάζεται να είμαστε προσεκτικοί με αυτές) το κόμμα PVV φαίνεται ότι θα συγκεντρώσει τη σχετική πλειοψηφία στις επερχόμενες εκλογές και ο πρόεδρός του Geert Wilders, θα είναι ο πρώτος υποψήφιος για να σχηματίσει τη νέα κυβέρνηση (συνασπισμού) στην Ολλανδία.
Όμως το πρόσωπο-κλειδί για το αν θα συμβεί αυτό είναι ο  σημερινός πρωθυπουργός   Mark Rutte και το Συντηρητικό Κόμμα (VVD)  του οποίου είναι επικεφαλής, είτε το PVV του  Geert Wilders κατακτήσει την πρώτη θέση είτε όχι. Η εξήγηση βρίσκεται στο μεγάλο κατακερματισμό του ολλανδικού εκλογικού σώματος. Ακόμη και οι πιο ευνοϊκές για τον Geert Wilders δημοσκοπήσεις δεν του δίνουν περισσότερο από 19% των ψήφων, ποσοστό που θα αρκούσε για την πρώτη θέση και τη διεκδίκηση της πρωθυπουργίας, αφού το VVD του Mark Rutte δεν φαίνεται να ξεπερνά το 17%.
Ακόμη και αν τα ισχνά αυτά ποσοστά ενισχυθούν καθώς πλησιάζουν οι κάλπες, χωρίς τη συνδρομή του Mark Rutte, ο Geert Wilders δεν έχει την παραμικρή ελπίδα να πλησιάσει την εξουσία. Αυτό σημαίνει ότι ο Mark Rutte θα μπορούσε να έχει ξεκόψει εξαρχής κάθε ενδεχόμενο συμμετοχής του  κόμματος του  Mark Rutte στη κυβέρνηση και να έχει κατεβεί στην προεκλογική εκστρατεία στρέφοντας τα βέλη του στους παραδοσιακούς αντιπάλους του στο Κέντρο και στην Κεντροαριστερά.
Αντί γι’ αυτό, ανήγγειλε εδώ και μήνες ότι το τελευταίο ντιμπέιτ, λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές, θα γίνει μόνο ανάμεσα σε αυτόν και στον Geert Wilders, ενώ την περασμένη εβδομάδα οι δύο συμφώνησαν από κοινού να τορπιλίσουν το ντιμπέιτ του τηλεοπτικού σταθμού RTL επειδή είχαν κληθεί πέντε αντί για τέσσερις πολιτικοί αρχηγοί.
Συμπέρασμα: ο Geert Wilders θρέφεται από την αναμέτρηση με τον Mark Rutte εκλογικής διαμάχης στον χώρο ανάμεσα στη Δεξιά και στην άκρα Δεξιά, ώστε να βγουν κερδισμένοι εις βάρος όλου του υπόλοιπου φάσματος. Το ελληνικό ζήτημα παίζει ρόλο στη συζήτηση αυτή, με τον Geert Wilders να κατηγορεί τον  Mark Rutte ότι ετοιμάζεται να πετάξει και άλλα χρήματα φορολογουμένων.

2.
Η συγκεκριμένη εξέγερση ενάντια στη καθεστηκυία τάξη πραγμάτων πραγματοποιείται σε μια οικονομία στην οποία, όλοι οι δείκτες των μακροοικονομικών μεγεθών φαίνεται να βρίσκονται σε καλή κατάσταση σε αντίθεση με την οικονομική κρίση που χτύπησε βαθιά τις περισσότερες χώρες της ευρωζώνης. Ο ρυθμός μεγέθυνσης της ολλανδικής οικονομίας έχει σταθεροποιηθεί περίπου στο 2,0% τα δύο τελευταία έτη 2015-2016, και το ίδιο εκτιμάται και για το 2017. Τα ολλανδικά επίπεδα διαβίωσης είναι υψηλά (κατά μέσο όρο) σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης. Το επίσημο ποσοστό ανεργίας βρίσκεται στο 5,4% της εργατικής δύναμης. Επίσης η χώρα συνεχίζει να απολαμβάνει ένα υψηλότατο πλεόνασμα στο εξωτερικό ισοζύγιο της τάξεως  9,0% του ΑΕΠ. 
Πίνακας 1.
Βασικά Μακροοικονομικά μεγέθη της Ολλανδίας



 
Πηγή : ΕUROPEAN COMMISSION


Η  μεγέθυνση της οικονομίας είναι τόσο ικανοποιητική ώστε η De Nederlandsche Bank (η Κεντρική Τράπεζα της Ολλανδίας) , είναι ίσως η μοναδική Κεντρική Τράπεζα στον κόσμο ,που έχει ζητήσει υψηλότερους μισθούς στον εγχώριο τομέα των υπηρεσιών που παράγει μη διεθνώς εμπορεύσιμα προϊόντα και ο οποίος προσφέρει το 46,0% της απασχόλησης στους ολλανδούς εργαζομένους.  Ενώ το ιδιωτικό χρέος των νοικοκυριών είναι υψηλό, οι Ολλανδοί διακρατούν μεγάλο μερίδιο από τις αποταμιεύσεις του (κατά βάση) κεφαλοποιητικού συνταξιοδοτικού συστήματος, το οποίο θεωρείται αρκετά ισχυρό ώστε να καλύψει τον γηράσκοντα πληθυσμό. Το δημοσιονομικό έλλειμμα βρίσκεται υπό έλεγχο ( αρκετά κάτω από το -0,5%) , ενώ ο λόγος του ΔΧ/ΑΕΠ βρίσκεται κάτω από το 63,0% και θεωρείται διαχειρίσιμο δεδομένου ότι το Ολλανδικό κράτος μπορεί να εκδώσει ομόλογα με απόδοση πολύ κοντά στο 0,0%.
Παρόλα αυτά οι πολιτικές εξελίξεις και οι επερχόμενες εκλογές προκαλούν μεγάλη αβεβαιότητα επιβαρύνοντας σοβαρά τη λειτουργία της οικονομίας.
3.
Για να γίνουν αντιληπτές οι πολιτικές αλλαγές στην Ολλανδία, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του ολλανδικού πολιτικού συστήματος. Το έχουμε ήδη αναφέρει προηγουμένως: ο κατακερματισμός του πολιτικού συστήματος σε μεγάλο αριθμό πολιτικών κομμάτων. Στο ολλανδικό κοινοβούλιο που εκλέχτηκε το 2012 υπήρχαν 11 κόμματα και για τις εκλογές του 2017 έχουν θέσει υποψηφιότητα 28 διαφορετικά κόμματα. Ο πολιτικός κατακερματισμός των κομμάτων σημαίνει ότι η κυβέρνηση πάντοτε θα προκύπτει μετά από κάποια συμφωνία μεταξύ των κομμάτων. Τουλάχιστον δύο και συχνά τρία ή και περισσότερα.
Ο παρούσα κυβέρνηση είναι  συνασπισμός μεταξύ του Συντηρητικού κόμματος (VVD) του πρωθυπουργού   Mark Rutte, και του Ολλανδικού Εργατικού Κόμματος [Dutch Labor party(PVDA)].
Αυτός ο συνασπισμός έγινε βιώσιμος μετά τις εκλογές του 2012 που σηματοδότησαν την κατάρρευση του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος [Christian Democratic Party (CDA)], το οποίο αποτελούσε το παραδοσιακό επίκεντρο του ολλανδικού πολιτικού συστήματος.
Η συγκεκριμένη κυβέρνηση (VVD και PVDA),διαχειρίστηκε την περίοδο της οικονομικής κρίσης την χώρα με ένα οικονομικό πρόγραμμα βασιζόμενο στη δημοσιονομική λιτότητα, με αρκετές παρεμβάσεις για απορρύθμισης  της αγοράς εργασίας  και απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου (με τη μορφή της συμμετοχής στις συμφωνίες TTIP and CETA.
Η Ολλανδική οικονομία είχε παρουσιάσει αρνητικούς ρυθμούς μεγέθυνσης τα έτη 2012 και 2013 λόγω των μέτρων λιτότητας, αλλά γύρισε σε θετικούς ρυθμούς τα τελευταία έτη όταν οι αρνητικές επιπτώσεις της πολιτικής λιτότητας αντισταθμίστηκαν από τις μεγεθυντικές τάσεις που προήλθαν κυρίως από τη σταθερή ανάκαμψη της γειτονική  Γερμανίας αλλά και από την αξία του ευρώ η οποία θεωρείται υποτιμημένη τόσο για την γερμανική όσο και για την ολλανδική οικονομία.
Οι δημοσιονομικές πιέσεις στην οικονομία του κράτους αντιμετωπίστηκαν από την έκδοση  κρατικών ομολόγων τα οποία θεωρούνται από τις χρηματοπιστωτικές αγορές ως σούπερ ασφαλή , με απόδοση , όπως έχουμε αναφέρει πολύ κοντά στο μηδέν. Φαίνεται ότι η Ολλανδική οικονομία λειτουργεί ως «ελεύθερος καβαλάρης» μεταξύ της ενδυνάμωσης της Γερμανικής οικονομίας και της πλήρους εξασθένισης των οικονομιών του Νότου , κατά τη διάρκεια της κρίσης. 
Πάντως για να μπορέσει να γίνει κατανοητή η αντίδραση του ολλανδικού εκλογικού σώματος στην καθεστηκυία τάξη πραγμάτων θα πρέπει να ψάξουμε πίσω από τις μακροοικονομικές μεταβλητές.
Ενώ η δημοσιονομική λιτότητα ήταν αποτελεσματική προκειμένου να μειωθεί το δημοσιονομικό έλλειμμα, προκάλεσε  συνεχή υποχρηματοδότηση και υποστελέχωση των υπηρεσιών υγείας, της φροντίδας των ηλικιωμένων και της παιδείας. Επίσης μείωση των υποστηρικτικών δομών για τους ανθρώπους με ειδικές ανάγκες. Μείωση των κρατικών δαπανών για Έρευνα και Ανάπτυξη ( R&D). Μη ικανοποιητικές επενδύσεις στις δημόσιες μεταφορές, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στις γενικότερες δαπάνες για την κοινωνική πρόνοια. 
Αυτά τα αποτελέσματα βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με τις παραδοσιακές σοσιαλδημοκρατικές αξίες , καθιστώντας την καθημερινή ζωή των Ολλανδών πολύ δύσκολη και το χειρότερο δημιούργησε ένα αίσθημα αβεβαιότητας για τις μελλοντικές εξελίξεις για την πλειοψηφία των πολιτών καθώς οι όποιες επιτυχίες στα μακροοικονομικά μεγέθη δεν μεταφράζονται άμεσα σε  αποτελέσματα στην πραγματική ζωή.
Ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ο παράγοντας της ανεργίας. Όπως έχουμε αναφέρει, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το ποσοστό ανεργίας ανέρχεται στο 6,0% , αλλά , επίσης όπως είναι γνωστό για να προέλθει αυτό το ποσοστό συμπεριλαμβάνονται στους μη ανέργους , όλοι εκείνοι που εργάζονται με μερική απασχόληση , για λίγες ώρες κτλ.
 Πρόσφατες εκτιμήσεις της Ολλανδικής Κεντρικής Τράπεζας δείχνουν ότι αν συμπεριληφθούν όλες αυτές οι κατηγορίες των εργαζομένων στους ανέργους το ποσοστό ανεργίας ανέρχεται περίπου στο 16,0% της εργατικής δύναμης , τρεις φορές υψηλότερο από το επίσημο ποσοστό. Αυτό σημαίνει ότι ένα στους έξι δυνητικούς εργαζομένους δεν εργάζεται τουλάχιστον, τις ώρες που επιθυμεί. Το γεγονός αυτό σαφέστατα δείχνει ότι η Ολλανδική οικονομία σιγά- σιγά εξασθενεί δεδομένου ότι δεν μπορεί να απασχολήσει το εργατικό της δυναμικό αποτελεσματικά. Οι πολιτικές συζητήσεις στην χώρα συνεχώς περιστρέφονται γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα.
Επίσης ένα ακόμη ζήτημα , σημαντικού ενδιαφέροντος είναι ότι η θεωρούμενες με σίγουρες θέσεις εργασίας έχουν αυξηθεί σημαντικά στην Ολλανδία τα πρόσφατα χρόνια. Το ποσοστό των εργαζομένων στις λεγόμενες «σίγουρες θέσεις εργασίας» έχει μειωθεί δραματικά από 56,8% το 2008 στο 30,5% το 2014. Περισσότεροι από ένας στους πέντε εργαζομένους κατέχει μια περιστασιακή θέση εργασίας, και περίπου το 17,0% των Ολλανδών εργαζομένων είναι αυτοαπασχολούμενοι.
Η υψηλή εργασιακή ανασφάλεια συσχετίζεται με υψηλή παρουσία κατάθλιψης και άλλων συναφών ψυχολογικών παθήσεων αυξάνοντας κατακόρυφα την χρήση αντί καταθλιπτικών και άλλων ψυχιατρικών φαρμάκων.
Οι Ολλανδοί πολίτες –εκλογείς , συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ανήκουν στη μεσαία τάξη, είναι πολύ ανήσυχοι σχετικά με την χρηματοοικονομική τους κατάσταση , την εργασία τους και τις μελλοντικές προσδοκίες τους. Αυτές οι ανησυχίες, σε συνδυασμό με τις πολιτικές λιτότητας, δημιουργούν γόνιμο έδαφος για την εξάπλωση των ακραίων δεξιών αντιλήψεων.
Σε αυτές τις αιτίες , βεβαίως θα πρέπει να συμπεριληφθούν:   η κατάσταση της Ευρωπαϊκής Ένωσης  και στην Ευρωζώνη αλλά και το μεταναστευτικό ζήτημα.
Πίνακας 2.
Κύρια  Μακροοικονομικά μεγέθη της Ολλανδίας


Πηγή: ΕUROPEAN COMMISSION