Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Μπορεί η εκλογή Τραμπ να αποτελέσει την αρχή του τέλους του οικονομικού υποδείγματος που κυριαρχεί τα τελευταία έτη;




1.
Δεν θα είμαστε μακριά από την αλήθεια υποστηρίζοντας ότι σε ολόκληρο τον Πλανήτη, την τελευταία περίοδο, μια ερώτηση κυριαρχεί : βρισκόμαστε προ των πυλών αλλαγής του οικονομικού υποδείγματος που κυριάρχησε τα τελευταία σαράντα χρόνια οδηγώντας σε αυτό που ονομάσθηκε (υπερ)παγκοσμιοποίηση με αιχμή του δόρατος τον χρηματοπιστωτικό τομέα και την μετακίνηση μεγάλου μέρους της πραγματικής οικονομίας στην Ανατολή;  Μια διαδικασία που προκάλεσε τεκτονικές αλλαγές στις επικρατούσες μέχρι τότε οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές συμπεριφορές των πολιτών του συνόλου των χωρών του πλανήτη. Στην αναπτυγμένη Δύση, κυρίως στην Ευρώπη, οι εργασιακές σχέσεις, το κοινωνικό κράτος και τα δημόσια αγαθά  υπέστησαν τρομακτικές επιθέσεις μεταφέροντας μεγάλο μέρος του παραγόμενου πλούτου στη μεριά των κερδών . Σημαντικές αλλαγές εμφανίστηκαν στο καθημερινό κοινωνικό ήθος ως ένα πλέγμα προτύπων, βασικές αρχές του οποίου ήταν οι καταναλωτικές –ηδονιστικές στάσεις ζωής, η λατρεία του εφήμερου, η ενδυνάμωση του ατομικού , και η καταρράκωση κάθε εμπιστοσύνης στο συλλογικό. Η  πολιτισμική συμπεριφορά των πολιτών διέπεται από τη μεταμοντέρνα λογική της υπερκατανάλωσης, του σύγχρονου lifestyle, της αυτοπραγμάτωσης του εαυτού, του χρηματιστηριακού τρόπου αντιμετώπισης των κοινωνικών γεγονότων, λογική δηλαδή η οποία αντιμετωπίζει οτιδήποτε ως ευκαιρία απόδρασης από τα «βάρη» του παρελθόντος , με μοναδική επιδίωξη την βίωση μόνο του παρόντος.
Πόσο κοντά βρισκόμαστε σε μια εγκατάλειψη αυτού του υποδείγματος που καθοδηγήθηκε πρωταρχικά από μια θεώρηση της οικονομίας (νεοφιλελεύθερη αντίληψη)  ως της κυρίαρχης  και καθοριστικής στιγμής όλων των υπολοίπων στιγμών που απαρτίζουν την κοινωνία;
Για να δώσουμε μια πρώτη απάντηση στο παραπάνω ερώτημα, κατ’ αρχάς θα πρέπει να ενσκήψουμε στη μελέτη της πρόσφατης ιστορίας όχι τόσο του καπιταλιστικού συστήματος (που βεβαίως είναι σημαντική) αλλά πρωτίστως στην αλληλοδιαδοχή των οικονομικών θεωριών- υποδειγμάτων που χρησιμοποιήθηκαν στην πορεία των τελευταίων εκατό πενήντα ετών να διαχειριστούν τις εξελίξεις του συστήματος και κυρίως τι είναι το καθοριστικό στη διαδοχή της μιας από την άλλη. 
2.
Ας επιτραπεί στο σημείο αυτό μια μικρή αναφορά σε ορισμένα ζητήματα που άπτονται της οικονομικής θεωρίας. Στο εσωτερικό της οικονομικής θεωρίας έχουν διαμορφωθεί δύο ουσιαστικά αντίπαλα επιστημονικά προγράμματα : το πρώτο που πιστεύει και αγωνίζεται να αποδείξει ότι η αγορά αποτελεί ένα μηχανισμό αυτορρυθμιζόμενο, μη επιδεχόμενο περαιτέρω βελτιώσεων , άριστο σε σχέση με την υποχρέωση να συντονίζει κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις ατομικές επιλογές. Παράλληλα να εξασφαλίζει την τάξη, την αποτελεσματικότητα και την κοινωνική αρμονία καθώς και τη διαχρονική εξέλιξη των οικονομικών γεγονότων.
Το δεύτερο  το οποίο προσπαθεί να καταστήσει εμφανές το πώς και το γιατί τα αποτελέσματα των λειτουργιών της αγοράς είναι μη ικανοποιητικά μέχρι καταστροφικά, αναφέροντας μεταξύ άλλων, ως αρνητικές συνέπειες, τις περιοδικές μαζικές ανεργίες ανθρώπινου δυναμικού, τη κατασπατάληση φυσικών και τεχνικών πόρων πρεσβεύοντας την ύπαρξη σημαντικών δυνατοτήτων ενεργητικής παρεμβατικής κρατικής πολιτικής στην κατεύθυνση της βελτίωσης της λειτουργίας της αγοράς.
Στη βάση των παραπάνω αντιλήψεων, οι οποίες αποτελούν και το κυρίαρχο μέρος του αδιάψευστου σκληρού πυρήνα τους, διαμορφώθηκαν αντίπαλα επιστημονικά προγράμματα με συγκεκριμένες μεθοδολογικές αρχές, συστηματική προβλβηματοθεσία και γενικά καθορισμένη εσωτερική δομή.
Παράλληλα, η αντιπαλότητα μεταξύ των επιστημονικών προγραμμάτων (αντιλήψεων) δημιούργησε τους απαραίτητους διαύλους επικοινωνίας, έτσι ώστε να καταστεί κατά κάποιο τρόπο δυνατή η συγκρότηση μιας ενιαίας εσωτερικής λογικής ως βάση για αξιολογικές κρίσεις ορθολογικότητας.
Με την έννοια αυτή έχει επιβληθεί μια εσωτερική λογική στην ανάπτυξη της οικονομικής επιστήμης διαμέσου της συνεχούς αντιπαράθεσης προβληματοθεσιών, διερευνήσεων, λύσεων και εκατέρωθεν κριτικών τοποθετήσεων. Υπάρχει δηλαδή, μια συνεχής εσωτερική κινητικότητα στο corpus  της οικονομικής επιστήμης διαμέσου της αντιπαράθεσης θεωριών, οι οποίες ορίζονται, κατά τρόπο απόλυτο θα έλεγα, από το εάν ισχύει η θέση περί αυτάρκειας της αγοράς ή η κρατική παρέμβαση αποτελεί αναγκαιότητα «εκ των ουκ άνευ» για την εξασφάλιση της συνεχούς αποδοτικής λειτουργίας του οικονομικού συστήματος.
Η αξιολόγηση της προόδου στο εσωτερικό της οικονομικής επιστήμης απαιτεί την υιοθέτηση σαφών τυπικό-ορθολογικών κριτηρίων που να εξασφαλίζουν την εσωτερική συνέπεια και τη λογική πληρότητα των θεωριών. Στη βάση αυτή, η διαμάχη μεταξύ των θεωριών αφορά κατ’ αρχήν στους «παροικούντες στην Ιερουσαλήμ», την κοινότητα των επαγγελματιών – ακαδημαϊκών οικονομολόγων και πολύ λιγότερο ή σχεδόν καθόλου την κοινή γνώμη. Η τελευταία ενδιαφέρεται κατά βάση μονάχα για τα εμπειρικά αποτελέσματα των οικονομικών πολιτικών, που βασίζονται στις εκάστοτε κυρίαρχες θεωρίες, διότι αυτά αφορούν στο άμεσο οικονομικό της συμφέρον. Η εμπειρική επικύρωση δηλαδή των οικονομικών θεωριών, αποτελεί το μοναδικό κριτήριο που είναι ικανό να καταστήσει κυρίαρχη μια θεωρία.
Δηλαδή οι οικονομικές θεωρίες και οι πολιτικές που από αυτές απορρέουν κυριαρχούν ή περνούν στο περιθώριο στη βάση των εμπειρικών φαινομένων που παρατηρούνται στην κοινωνία τα οποία έχουν επιχειρήσει να ερμηνεύσουν ή να προβλέψουν την εξέλιξή τους.
Όμως , στην ιστορία της οικονομικής σκέψης απλές και χοντροκομμένες «αποδείξεις» έχουν διαδραματίσει σοβαρότερο ρόλο από πολύπλοκες οικονομετρικές ή άλλου είδους στατιστικές διερευνήσεις που κατά γενική ομολογία αποτελούν τα απαραίτητα εργαλεία των απασχολουμένων με την οικονομική επιστήμη.
Δηλαδή είναι τα εξωτερικά γεγονότα (τα κοινωνικά γεγονότα) εκείνα τα οποία επιδρούν αποφασιστικά στον καθορισμό του ποια θεωρητική προσέγγιση θα θεωρηθεί επικρατούσα στη δεδομένη χρονική περίοδο. Τα γεγονότα αυτά κινούνται συνήθως στην αναζήτηση μιας νέας πολιτικής και ιδεολογικής θεμελίωσης, καθώς τη δεδομένη στιγμή κινούνται σε εμφανή αναντιστοιχία με τις προβλέψεις και τα συμπεράσματα των θεωρητικών υποδειγμάτων που  αποτελούν in ultima istanza το αποφασιστικό κριτήριο το οποίο «επιβάλλει» τις οικονομικές θεωρίες. Σαφέστατα συμπαρασύρει και τις πολιτικές και ιδεολογικές απόψεις στις οποίες εδράζονται οι παραπάνω θεωρίες.   
3.
Ανατρέχοντας στις ιστορικές εξελίξεις παρατηρούμε τα παρακάτω:
Η νεοκλασική ορθοδοξία η οποία από την περίοδο της εμφάνισής της , το 1880, έως και τη δεκαετία του 1920, αποτελούσε την απόλυτη κυρίαρχη άποψη υποστηρίζοντας την ισορροπία των αγορών και την αρμονική συνύπαρξη των κοινωνικών τάξεων, δέχθηκε ένα συντριπτικό χτύπημα από τα γεγονότα της μεγάλης κρίσης του 1929, για τα οποία φάνηκε ότι δεν διέθετε ούτε εξήγηση αλλά ούτε και τη δυνατότητα διορθωτικών κινήσεων επηρεασμού της ροής των γεγονότων. Φάνηκε ότι τέθηκε ουσιαστικά εκτός αγώνα.
Παράλληλα τα γεγονότα αυτά επέτρεψαν την εμφάνιση και την υιοθέτηση των κεϋνσιανών απόψεων παρεμβατικής σταθεροποιητικής πολιτικής. Οι απόψεις αυτές απέκτησαν κύρος και αποδοχή κυρίως από την ανάπτυξη και τη μεγέθυνση της παγκόσμιας οικονομίας που ακολούθησε το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και διατηρήθηκε περίπου για είκοσι πέντε χρόνια. Η εμφάνιση δεν ήταν αρκετή. Έπρεπε να υιοθετηθούν από την κυρίαρχη και ανερχόμενη παγκόσμια δύναμη , τις ΗΠΑ, υπό την προεδρία του Ρούσβελτ.
Με τη σειρά της η κεϋνσιανή άποψη δέχτηκε σοβαρό χτύπημα και αμφισβητήθηκε έντονα με την εμφάνιση του στασιμοπληθωρισμού τη δεκαετία του 1970. Η εμπιστοσύνη των πολιτών κλονίστηκε από την εξέλιξη των πραγματικών γεγονότων (υψηλός πληθωρισμός και μεγάλη ανεργία) και από τις δικές της πολιτικές και θεωρητικές σκληρύνσεις.
Το νέο υπόδειγμα που σιγά-σιγά εγκαθιδρύθηκε και έγινε κυρίαρχο , το γνωστό ως νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα, πέρα από τις θεωρητικές απαντήσεις που προσπάθησε να δώσει, στηρίχτηκε πάλι στη υιοθέτησή του από την κυβέρνηση της παγκόσμιας υπερδύναμης , τις ΗΠΑ, υπό την προεδρία Ρέιγκαν.
Σήμερα , σχεδόν μετά από σαράντα έτη, και αφού τα αποτελέσματα του άρχισαν να προκαλούν έντονες κοινωνικές αντιδράσεις βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την αναζήτηση ενός υποδείγματος που θα υπερβαίνει(;) , θα θέτει να αμφιβόλω (;) βασικές προκείμενες του εν λειτουργία υποδείγματος. Οι θεωρητικές κριτικές που έχουν απευθυνθεί στο εν λειτουργία υπόδειγμα είναι πολλαπλές, σημαντικές, και  έχουν διατυπωθεί εδώ και πολλά χρόνια και προφανώς δεν είναι καινούργιες. Όμως , όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις , και σήμερα είναι οι κοινωνικές διεργασίες που πρωτοστατούν στην ανατροπή του και είναι ο νέος πρόεδρος της αμερικανικής υπερδύναμης , Ντόναλντ Τραμπ, που θέτει εν αμφιβόλω, σε πολιτικό επίπεδο, και σε επίπεδο άσκησης της οικονομικής πολιτικής , βασικές προκείμενες του εν λειτουργία υποδείγματος.
Προσοχή, σαφέστατα δεν βρισκόμαστε μπροστά στην υιοθέτηση ενός συνεκτικού θεωρητικού υποδείγματος , το οποίο προφανώς δεν υφίσταται, ούτε θεωρούμε ως θετικό αυτό το οποίο επιχειρεί να θέσει σε εφαρμογή ο πρόεδρος Τραμπ και το επιτελείο του. Άλλωστε όσα έχει εξαγγείλει το οικονομικό επιτελείο του Αμερικανού προέδρου χαρακτηρίζονται από αντιφάσεις, γεννούν πολλά ερωτηματικά και περισσότερο από όλα φοβίζουν με το εθνικιστικό  τόνο που τα διαπερνά , όπως το γνωστό «Η Αμερική πρώτη».
Ακόμη και η αναφορά στο επιτελείο του προέδρου αρκεί για  να πιστοποιήσει την αντιφατικότητα που διαπερνά το οικονομικό πρόγραμμα του Τραμπ. Πρόκειται για μια Κυβέρνηση η οποία αποτελείται μόνο  από πρόσωπα του επιχειρηματικού τομέα οι μισοί εκ των οποίων θεωρούν ότι ο προστατευτισμός αποτελεί μια θαυμάσια επιλογή και οι άλλοι μισοί πιστεύουν ότι η μείωση των φορολογικών συντελεστών αποτελεί επίσης μια θαυμάσια επιλογή. Παράλληλα και το λόμπι του χρηματοπιστωτικού τομέα (ονόμαζέ με Goldman Sachs) βρίσκεται σε κύριες επιτελικές θέσεις.
Όμως , εν κατακλείδι, φαίνεται ότι το εν λειτουργία οικονομικό υπόδειγμα, βρίσκεται στην αρχή της αποδρομής του. Τι θα το διαδεχθεί , ποια θα είναι τα χαρακτηριστικά του και τι θα επακολουθήσει είναι το ζητούμενο. Κανείς δεν είναι αυτή τη στιγμή να το προβλέψει.