Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης δεν βοηθά την ανταγωνιστικότητα των οικονομιών της ευρωζώνης.




Από την αρχή της κρίσης, η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας έγινε η κυρίαρχη αντίληψη για τη διαχείριση της Ευρωπαϊκής κρίσης βασισμένη στις λογικές της λιτότητας και της εσωτερικής υποτίμησης.
Η επίμονη επικέντρωση στην ανταγωνιστικότητα εδράζεται ουσιαστικά στην αντίληψη ότι η κρίση ανταγωνιστικότητας είναι κρίση ανταγωνιστικών κόστη και τιμών, η οποία οφείλεται από τη απόκλιση στην εξέλιξη του μοναδιαίου κόστους εργασίας μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης.

Υπογραμμίζοντας τα παραπάνω υπάρχουν τρεις βασικές υποθέσεις οι οποίες έχουν μετατραπεί σε τρία κεντρικά λάθη της προσέγγισης της εσωτερικής υποτίμησης.

1.      Ότι υπάρχει ευθεία αιτιακή σύνδεση μεταξύ μοναδιαίου εργασιακού κόστους και ανταγωνιστικότητα τιμών κάθε χώρας.
2.      Η ανταγωνιστικότητα τιμών είναι το κλειδί που προσδιορίζει την αποτελεσματικότητα των εξαγωγών κάθε χώρας.
3.      Η μεγέθυνση του ΑΕΠ και η οικονομική αποδοτικότητα καθοδηγούνται κυρίως από την απόδοση των εξαγωγών κάθε χώρας.
Πριν από τη δημιουργία του ενιαίου νομίσματος, οι διαφορές στην ανταγωνιστικότητα αντιμετωπίζονταν μέσω της υποτίμησης των νομισμάτων. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει δυνατότητα υποτίμησης , η μείωση του εργασιακού κόστους μέσω μείωσης και παγώματος των μισθών σαν τη μοναδική δυνατότητα να ξεπεραστούν οι  μακροοικονομικές ανισορροπίες και να υποστηριχθεί η μεγέθυνση εντός της ευρωζώνης.
Το κλειδί σε αυτή την στρατηγική της εσωτερικής υποτίμησης είναι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας ως προς τις τιμές διαμέσου της μείωσης των σχετικών τιμών των αγαθών και υπηρεσιών που παράγονται στην χώρα σε σχέση με τους εμπορικούς τους εταίρους. Όμως, η όλη οικονομική δικαιολόγηση  αυτής της στρατηγικής βασίζεται σε τρία θεμελιώδη λάθη.  

Πρώτο λάθος
Η δυνατή επικέντρωση στο μοναδιαίο κόστος εργασίας ως τον κύριο παράγοντα προσδιορισμού της ανταγωνιστικότητας των τιμών «ξεχνά» δύο σημαντικούς παράγοντες: πρώτον, αγνοεί ότι στο κόστος παραγωγής του προϊόντος, συμμετέχει , εκτός από  τους μισθούς και το μοναδιαίο κόστος εργασίας, και το κόστος κεφαλαίου. Και , δεύτερον, αυτή η μονοσήμαντη επικέντρωση δεν αναδεικνύει το ρόλο που το περιθώριο κέρδους παίζει στον προσδιορισμό της τιμής του προϊόντος.
 Το μέσο περιθώριο κέρδους είναι το ποσοστό που εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις στο κόστος εργασίας προκειμένου να διαμορφωθούν οι τιμές. Ως εκ τούτου, οι τιμές διαμορφώνονται τόσο από το κόστος εργασίας όσο και από το περιθώριο κέρδους. Η εμμονή της κυρίαρχης οικονομικής σχολής να αποκρύπτει ή να αγνοεί την σημασία των περιθωρίων κέρδους στην ανταγωνιστικότητα βρίσκεται στην βάση του δόγματος ότι το κόστος εργασίας είναι το μέγεθος από το οποίο κρίνεται η ανταγωνιστικότητα, ως εάν τα εμπορεύματα να παρουσιάζονταν στην αγορά χωρίς να αναγράφονται επί αυτών οι τιμές τους αλλά το μοναδιαίο κόστος εργασίας.
Ας δούμε πως εξελίχθηκαν τα συγκεκριμένα μεγέθη στην ελληνική οικονομία. Στην Γραφική παράσταση 1, παρουσιάζονται : η εξέλιξη του  μέσου ακαθάριστου ποσοστού κέρδους , το  οποίο παρουσιάζει σταθερή ανοδική τάση την αναφερόμενη περίοδο 2006-2015 (γκρίζα γραμμή με αναφορά στο δεξιό άξονα), η εξέλιξη του μοναδιαίου κόστους εργασίας (ΜΚΕ, μαύρη γραμμή με αναφορά στον αριστερό άξονα)  και η εξέλιξη του αποπληθωριστή ΑΕΠ , δηλαδή ένας δείκτης εξέλιξης του πληθωρισμού (κόκκινη γραμμή με αναφορά στον αριστερό άξονα). Η γραφική παράσταση έχει παρθεί από την Ετήσια Έκθεση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ
Τι παρατηρούμε ; Διαπιστώνεται μια ιστορικά πρωτοφανής μείωσης του ΜΚΕ, οι τιμές εμφάνισαν ιδιαίτερα υψηλή ακαμψία, με αποτέλεσμα να μεταβιβαστεί στις τιμές μόνο ένα μικρό μέρος από τη μείωση του κόστους εργασίας, σε αντίθεση με τις υποθέσεις της θεωρίας της εσωτερικής υποτίμησης. Δηλαδή  παρατηρούμε ότι η μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος μετατράπηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος της σε αύξηση του μέσου ακαθάριστου περιθωρίου κέρδους.







Η ίδια κατάσταση παρατηρείται τόσο στην Ισπανία , όσο και στην Πορτογαλία. Και στις δύο αναφερόμενες χώρες η μείωση του ΜΚΕ, λόγο της ακολουθούμενης πολιτικής της εσωτερικής υποτίμησης δε μετατράπηκε ολοκληρωτικά σε μείωση των τιμών αλλά χρησιμοποιήθηκε για την αύξηση των κερδών.
Δεύτερο λάθος.
Η Γερμανία συχνά αναφέρεται ως κλασικό παράδειγμα  εφαρμογής της θετικής επίδρασης της ανταγωνιστικότητας τιμών - διαμέσου της συντηρητικής μεγέθυνσης των μισθών και των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας -  στην αποδοτικότητα των εξαγωγών. Όσοι αναφέρονται με αυτόν τον τρόπο ξεχνούν τον σημαντικό ρόλο που έχουν σε αυτά τα αποτελέσματα οι παράγοντες ανταγωνιστικότητας που δεν αναφέρονται στις τιμές.
Μπορούμε να δώσουμε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που αφορά στην Γαλλία και στην Γερμανία: ενώ και οι δύο χώρες παρουσίαζαν μια σχεδόν ταυτόσημη εξέλιξη στην ανταγωνιστικότητα τιμών – τόσο στην περίοδο πριν από την κρίση (2000-2008) όσο και κατά τη διάρκεια της κρίσης (2008-2012) – το αποτέλεσμα των εξαγωγών των δύο χωρών απόκλινε σημαντικά. Αυτή η απόκλιση μπορεί να εξηγηθεί, κυρίως, από τους παράγοντες που δεν αναφέρονται στην ανταγωνιστικότητα τιμών, όπως είναι η δομή της εξαγωγικής βιομηχανίας, καθώς και στη συνθετότητα – περιπλοκότητα αλλά και στην ποιότητα των εξαγομένων προϊόντων. 
Σύμφωνα με υπάρχουσες μελέτες, την περίοδο 2000-2007, το ποσοστό της Γερμανίας , στο σύνολο των παγκόσμιων εξαγωγών των 100 πιο σύνθετων- περίπλοκων προϊόντων ήταν περισσότερο από 18,0% , σε σύγκριση με το 3,6% της Γαλλίας. Έτσι , ένας σημαντικός παράγοντας που επεξηγεί τη σχετικά καλύτερη απόδοση της Γερμανίας είναι η υπάρχουσα  τομεακή εξειδίκευση, της οποίας αποτέλεσμα είναι η υψηλότερη συγκέντρωση των εξαγωγών σε περισσότερα σύνθετα προϊόντα , όπως αυτοκίνητα, χημικά, και μηχανολογικός εξοπλισμός. Υπάρχουν, δηλαδή,  επιχειρήσεις υψηλής τεχνολογίας και γνώσης που παράγουν προϊόντα λιγότερα ευαίσθητα στη διακύμανση των τιμών (ανελαστικά ως προς τις τιμές θα λέγαμε με άλλο τρόπο)  και στις οποίες το εργασιακό κόστος παίζει μικρότερο ρόλο.
Τρίτο λάθος.
Η αντίληψη ότι μόνο οι εξαγωγές είναι ο βασικός και κύριος παράγοντας της μεγέθυνσης του ΑΕΠ, υποτιμά το γεγονός ότι η εγχώρια ζήτηση είναι πολύ περισσότερο σημαντικός παράγοντας για το σκοπό αυτό. Αυτό όχι μόνο ισχύει για την Γερμανία αλλά και για τις μικρές αλλά ανοικτές οικονομίες της Αυστρίας, Βελγίου και Ολλανδίας. Επιπλέον ισχύει πολύ περισσότερο για την υψηλά ολοκληρωμένη οικονομία της ευρωζώνης στην οποία οι εξαγωγές αποτελούν μόνο το 1/5 της συνολικής ζήτησης. Συνεπώς, εάν η οικονομία της ευρωζώνης εξαρτάται σε μεγάλο μέρος από την εγχώρια ζήτηση, τότε η συνεισφορά των εξαγωγών στην οικονομική μεγέθυνση είναι πολύ μικρή για να αντισταθμίσει τη μείωση της εγχώριας ζήτησης που προκαλεί η μείωση του μεριδίου των μισθών.
 «Κανένας  δεν πρόκειται να αρνηθεί την πρόταση, ότι μια μείωση των ονομαστικών μισθών η οποία συνοδεύεται από την ίδια συνολική ενεργό ζήτηση όπως πρώτα, θα συνδέεται με αύξηση της απασχόλησης , ωστόσο, το ακριβές ερώτημα στην προκειμένη περίπτωση είναι αν η μείωση των ονομαστικών μισθών θα συνοδεύεται ή όχι από την ίδια συνολική ενεργό ζήτηση όπως πρώτα , μετρούμενη σε όρους χρηματικούς, ή πάντως, από μια συνολική ενεργό ζήτηση που δεν μειώνεται πλήρως αναλογικά προς τη μείωση των ονομαστικών μισθών( δηλαδή, που είναι κάπως μεγαλύτερη μετρούμενη σε όρους μονάδων μισθού)» (J.M.Keynes, Η Γενική θεωρία της απασχόλησης, του τόκου και του χρήματος, Παπαζήση 2001, σ.283).

To παραπάνω συμπέρασμα δείχνει ότι η κυρίαρχη αντίληψη σύμφωνα με την οποία   η ανταγωνιστικότητα τιμών υποβοηθιέται από την πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης δεν αντέχει στην εμπειρική διερεύνηση. Δεν είμαστε καθόλου μακριά από την αλήθεια αν υποστηρίξουμε ότι : η ανταγωνιστικότητα ως προς τις τιμές και η εγχώρια ζήτηση  κινούνται  σε αντίστροφες κατευθύνσεις.  
Ερευνητές του ΔΝΤ δημοσιοποίησαν ερευνητική εργασία (Jorg Decressin, Raphael Espinoza, Ioannis Halikias, Daniel Leigh, Prakash Loungani, Paulo Medas, Susanna Mursula, Martin Schindler, Antonio Spilimbergo, and TengTeng Xu Wage :  Moderation in Crises. Policy Considerations and Applications to the Euro Area. Policy Considerations and Applications to the Euro Area, November 2015), στην οποία διερευνούν την αποτελεσματικότητα της εσωτερικής υποτίμησης στην ευρωζώνη.

Το κύριο συμπέρασμα που συνάγεται από αυτή την εργασία είναι το ακόλουθο:εάν κτυπηθούν ταυτόχρονα χώρες από την κρίση , η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης (μείωση των ονομαστικών μισθών) μπορεί να είναι αποτελεσματική , μόνο αν συνοδευθεί από ανάλογα επεκτατική νομισματική πολιτική. Σε περίπτωση απουσίας τέτοιου είδους νομισματικής πολιτικής , η εσωτερική υποτίμηση  (μείωση των ονομαστικών μισθών) θα προκαλέσει μείωση του ΑΕΠ στις συγκεκριμένες χώρες και στη συνέχεια σε ολόκληρη την νομισματική περιοχής της ευρωζώνης. Στο σημείο αυτό χρειάζεται να   ληφθεί υπόψη  ότι τα αποτελέσματα της νομισματικής πολιτικής θα πρέπει να είναι ορατά. Δηλαδή η επεκτατική πολιτική θα πρέπει να φθάνει στα υποκείμενα που μπορούν να την χρησιμοποιήσουν θετικά και όχι όπως συμβαίνει σήμερα στην ευρωζώνη όπου η παρεχόμενη ρευστότητα παρακρατείται από τα τραπεζικά ιδρύματα. Όμως όπως δείξαμε στο προηγούμενο άρθρο μας (Τα όρια της νομισματικής πολιτικής και η ανάγκη επιστροφής της δημοσιονομικής πολιτικής Αυγή 26.11.2016) η νομισματική πολιτική έχει όρια που όταν τα φθάσει είτε αδρανοποιείται είτε προκαλεί περισσότερες ζημιές από όσες επιχειρεί να εξαλείψει.


Συμπερασματικά: 
αν πράγματι η εγχώρια ζήτηση , παίζει, αυτό το σημαντικό ρόλο στην οικονομική αποτελεσματικότητα, απαιτείται μια πολιτική που θα αντιστρέφει την παρούσα τάση που οδηγεί στη συνεχή μείωση των μισθών  και θα οδηγεί σε μια ανακατανομή του εισοδήματος από το κεφάλαιο προς την εργασία.
Πάντως δεν αρκεί μια απλή αύξηση των μισθών προκειμένου να δημιουργηθεί μια εναλλακτική πρόταση στην ήδη λανθασμένη που εφαρμόζεται σήμερα στην ευρωζώνη. Χρειάζεται παράλληλα αύξηση των δημοσίων επενδύσεων σε φυσικές και άλλες υποδομές καθώς και  στοχευμένες  επενδύσεις έτσι ώστε να βελτιωθούν οι παράγοντες εκείνοι που επηρεάζουν την μακροπρόθεσμη και δομική ανταγωνιστικότητα έτσι ώστε τα κράτη μέλη να μπορέσουν να αναβαθμίσουν το καλάθι των εξαγωγών τους.