Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Η τουρκική οικονομία εισέρχεται σε μια δύσκολη περίοδο.





Ενώ το αποτυχημένο πραξικόπημα , πολιτικά, φαίνεται να αποτελεί μια “θετικότατη” εξέλιξη για τον Ερντογάν ,  φαίνεται να σηματοδοτεί αρνητικές εξελίξεις για την οικονομία της χώρας.  Η πρόσφατη επαναπροσέγγιση με τη Ρωσία και το Ισραήλ , που είχε σαφή στόχο την αύξηση εισροής  κεφαλαίων και τουριστών αλλά και ζητήματα σχετικά με την ενέργεια, δύσκολα θα πραγματοποιηθεί. Η πολιτική σταθερότητα που εγγυόντανε ο Ερντογάν   και που αποτελούσε τον βασικό πυλώνα εισροής ξένων κεφαλαίων στην τουρκική οικονομία έχει τεθεί εν αμφιβόλω.  Εκλείπει , τουλάχιστον για το άμεσο μέλλον , ο βασικός πυλώνας που επέτρεψε στην τουρκική οικονομία να μεγεθυνθεί την τελευταία 12ετία, η πολιτική σταθερότητα. Ήδη με τις τελευταίες ενέργειές του ο Ερντογάν κατάφερε  να ξαναφέρει τον στρατό στα πολιτικά πράγματα, ανεξαρτήτως των εκκαθαρίσεων στις οποίες έχει προβεί.  Επιπλέον ο Τούρκος πρόεδρος έχει  την ευθύνη για το γεγονός ότι κατάφερε να διχάσει όχι μόνο το λαό , αλλά και τον στρατό. Η αυταρχικότητα , τα αντιδημοκρατικά μέτρα , οι συλλήψεις στρατιωτικών, δημοσίων υπαλλήλων, πανεπιστημιακών και τελευταία εκλεγμένων βουλευτών θέτουν εν αμφιβόλω την εικόνα της πολιτικής σταθερότητας και της κοινωνικής γαλήνης που αποτελούσαν τη βάση μεγέθυνσης της οικονομίας την περίοδο 2003-2013.
Η τουρκική οικονομία έχει χάσει τη δυναμική της: ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ την περίοδο 2011-2015 έχει κατέλθει στο 3,5% (ετήσιος μέσος όρος) έναντι 8,3% την περίοδο 2002-2009. Παρά τη σημαντική μείωση της μεγέθυνσης του ΑΕΠ, εντούτοις τα αποτελέσματα αυτά ήταν πολύ καλύτερα από τα αντίστοιχα των υπολοίπων αναδυομένων χωρών. Τούτο οφείλεται  αποκλειστικά στη μεγέθυνση της εγχώριας κατανάλωσης ,και όχι στο καθαρό αποτέλεσμα των εξαγωγών όπως υποστηρίζει το ευρισκόμενο παγκοσμίως εν ισχύ, κυρίαρχο οικονομικό υπόδειγμα. Στην μεγέθυνση του ΑΕΠ το πρώτο εξάμηνο του 2016 (4,5%) συνέβαλε αποφασιστικά η αύξηση κατά 30,0% του κατώτατου μισθού από την 1η Ιανουαρίου 2016.
Το πτωχό αποτέλεσμα των εξαγωγών συντελέσθηκε παρά τη δραστική μείωση της αξίας της τουρκικής λίρας (Γραφική παράσταση 3) έναντι των νομισμάτων των βασικών της εμπορικών εταίρων. Η συνολική εγχώρια κατανάλωση αγγίζει το 85,0% του ΑΕΠ (ιδιωτική 70,0% και δημόσια 15,5%). Η συμμετοχή της στη μεγέθυνση του ΑΕΠ υπολογίζεται στο 4,6% ενώ αντίστοιχα η καθαρή συμμετοχή του εξωτερικού τομέα είναι αρνητική και υπολογίζεται στο -0,3% (2015).

Με τη σειρά της η εγχώρια κατανάλωση εξαρτάται από τον συνεχή επεκτατικό δανεισμό με υψηλότατα επιτόκια. Η πιστωτική επέκταση έφθασε στο 20,7% (2015).
 Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας ο δανεισμός των νοικοκυριών είναι περίπου στο ύψος του προσωπικού εισοδήματος, έναντι του περίπου 20,0% στις ΗΠΑ (Γραφική παράσταση 1). Το μέσο επιτόκιο των δανείων ανέρχεται περίπου στο 17,0%.
Γραφική παράσταση 1.



Τα παραπάνω σημαίνουν ότι οι Τούρκοι πληρώνουν περίπου το 14,0% του προσωπικού τους εισοδήματος για την εξυπηρέτηση του δανεισμού, έναντι περίπου 5,0% μια δεκαετία πριν ( στις ΗΠΑ, η εξυπηρέτηση του δανεισμού είναι 10,0% του διαθέσιμου εισοδήματος , το οποίο είναι μικρότερο από το προσωπικό εισόδημα, έναντι 14,0% το 2007 ακριβώς πριν την κρίση). Όπως  γίνεται αντιληπτό αυτό δημιουργεί προβλήματα στη συνέχιση της εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών τους σε μεσοπρόθεσμη περίοδο, κάτι που προφανώς θα δημιουργήσει προβλήματα στο τραπεζικό σύστημα αλλά και στην οικονομία γενικότερα.

Γραφική παράσταση 2.



Η κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου μείωσε σημαντικά το κόστος των τουρκικών εισαγωγών , το οποίο έπεσε περίπου κατά 8,0% ετησίως. Αυτό θα έπρεπε να είχε οδηγήσει  σε μείωση του εξωτερικού δανεισμού της χώρας. Αντιθέτως, ο εξωτερικός δανεισμός της χώρας , σύμφωνα με τα στοιχεία της BIS, αυξήθηκε κατά 20,0% κατά τη διάρκεια του περασμένου χρόνου. Το εξωτερικό χρέος και η χρηματοδότησή του παραμένουν οι μεγαλύτερες προκλήσεις της Τουρκίας : το συνολικό εξωτερικό χρέος έφθασε στο 52% του ΑΕΠ ενώ οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας ανέρχονται στο 25% του ΑΕΠ ετησίως.
Ένα βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η τουρκική οικονομία είναι η χαμηλή εγχώρια ιδιωτική αποταμίευση. Δυσκολεύονται συνεπώς οι χρηματοδοτήσεις  των επενδύσεων και απαιτείται ως εκ τούτου, εισροή πόρων από το εξωτερικό. Αυτό προκαλεί εκτός των άλλων και το υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών


Γραφική παράσταση 3.

 
Θετικό σημείο εξακολουθεί να είναι η εισροή ΑΞΕ στην τουρκική οικονομία: την περίοδο 2012-2015, ο ετήσιος μέσος όρος εισροής ανήλθε στα 10,3 δις δολάρια περίπου το ίδιο ύψος με την περίοδο 2005-2011.   Όμως είναι ακριβώς αυτές οι επενδύσεις που κινδυνεύουν να μειωθούν  με την παρούσα πολιτική κατάσταση στην Τουρκία.
Ο πληθωρισμός κυμαίνεται σε ετήσια βάση στο 8,8% τους πέντε πρώτους μήνες του 2016, αυξημένος έναντι του έτους 2015 :7,7%. Η ακολουθούμενη επεκτατική πιστωτική πολιτική της ΚΤ, σίγουρα θα γίνει περισσότερο επεκτατική σε μια προσπάθεια να χορηγήσει ρευστότητα στην οικονομία μετά την πολιτική κρίση. Η επίδραση αυτή σίγουρα θα έχει θετική επίδραση στον πληθωρισμό αλλά θα χειροτερεύσει την αξία της τουρκικής λίρας.
Η χρηματοδότηση των τουρκικών τραπεζών από τις παγκόσμιες αγορές κεφαλαίων, βρίσκεται σε επικίνδυνη κατάσταση με σαφή τάση αύξησης του κόστους, εντός ενός περιβάλλοντος πλήρους αβεβαιότητας. Επίσης το τραπεζικό σύστημα πλήττεται από τη χαμηλή οικονομική μεγέθυνση, την αυξημένη δολαριοποίηση των στοιχείων παθητικού και τη μεγάλη μεταβλητότητα που επικρατεί στις αναδυόμενες αγορές. Στον Πίνακα 1, καταγράφεται το συνολικό βραχυπρόθεσμο εξωτερικό χρέος της χώρας  αλλά και αυτό του τραπεζικού τομέα το οποίο κυμαίνεται πάνω από το 70,0% του συνολικού.

Πίνακας 1.

Βραχυπρόθεσμο Εξωτερικό χρέος

(απόθεμα) Δις δολάρια ΗΠΑ

Έτος
Σύνολο
Τράπεζες


2009
49,1
25,1


2010
77,2
50,8


2011
81,6
52,3


2012
100,1
68,3


2013
130,3
92,2


2014
131,6
94,8


2015
102,4
65


2016 Απρίλιος
107,5
68,6



Πηγή: ΚΤ Τουρκίας.

Πολλές χώρες έχουν συμμετάσχει στην χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος έτσι ώστε να αναπτυχθεί. Τα κράτη του Κόλπου φαίνεται να έχουν χρηματοδοτήσει την Τουρκία κατά τη διάρκεια 2013-2014, όταν η χώρα παρουσίαζε υψηλότατο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Το ίδιο και οι ευρωπαϊκές χώρες.
Ο λόγος δανείων προς καταθέσεις βρίσκεται στο 120,0% , ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας στο 13,0% και τα δάνεια σε καθυστέρηση ανέρχονται στο 3,1%.
Παρά τα παραπάνω στοιχεία όλοι έχουν κατανοήσει ότι οι ισολογισμοί των τουρκικών τραπεζών είναι εύθραυστοι, αλλά υπάρχουν πολιτικοί λόγοι να διατηρηθεί η συνεχής χρηματοδότησή τους. 
 Φθάνει να σπάσει σε ένα σημείο η αλυσίδα ανατροφοδότησης των τουρκικών τραπεζών και να δημιουργηθούν προβλήματα που σήμερα δεν «υπάρχουν». Το τραπεζικό σύστημα λειτουργεί σε επίπεδο υψηλής πιστωτικής επέκτασης στηριζόμενο σημαντικότατα στη συνεχή εισροή πόρων που δεν μπορεί να συνεχίζεται στο διηνεκές.
Η υποβάθμιση της τουρκικής οικονομίας ( τα κρατικά ομόλογα διαβαθμίστηκαν σε επίπεδο σκουπιδιών - junk status-)  αυξάνει περαιτέρω το κόστος δανεισμού της, εκθέτοντάς την έντονα στις διακυμάνσεις των χρηματοπιστωτικών αγορών.
  Τα γεγονότα  τα σχετιζόμενα με την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος αύξησαν κατακόρυφα  την αβεβαιότητα στην τουρκική οικονομία και  συνεπώς όξυναν  τα προβλήματα στην πραγματική οικονομία (τουρισμός, εμπόριο, συναλλαγματική ισοτιμία της λίρας κτλ), δυσκολεύοντας περαιτέρω τις οικονομικές εξελίξεις και κατά συνέπεια και τις πολιτικές. Δεν είναι βέβαιο ότι η νέα πολιτική σταθερότητα των κυβερνήσεων Ερντογάν θα συνοδεύεται και από τη συναίνεση της κοινωνίας κάτι που του είχε εξασφαλίσει σε μεγάλο βαθμό τη σημαντικότατη μεγέθυνση της οικονομίας την περίοδο 2002-2011.  Ο αυταρχισμός που ήδη εκδηλώνεται σε όλα τα επίπεδα στο εσωτερικό της χώρας επιδεινώνει  αναπόφευκτα την οικονομική κατάσταση. 
Ήδη οι συνέπειες από τη μείωση των πόρων από τον τουρισμό είναι σημαντικές. Οι συγκεκριμένοι πόροι χρηματοδοτούσαν , μέχρι σήμερα, περίπου το ½ του εμπορικού ελλείμματος. Τα έσοδα από τον τουρισμό υπέστησαν μείωση 36,0% σε ετήσια βάση, το πρώτο εξάμηνο του 2016 και παρά τη συμφωνία που επήλθε με τη Ρωσία δεν φαίνεται να υπάρξει ανάκαμψη μέχρι το τέλος του έτους.
Η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε δύσκολη καμπή.  Η αλλαγή της νομισματικής πολιτικής , δηλαδή η «σκλήρυνση» της , θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να διατηρήσει τα (διεθνή) κεφάλαια στην εγχώρια οικονομία έχοντας όμως αρνητικές επιδράσεις στη μεγέθυνση του ΑΕΠ , στην ανεργία  ( η οποία βρίσκεται στο 10,7%) και στο επίπεδο κοινωνικής ευημερίας. Στη συγκεκριμένη πολιτική αντιτίθεται αποφασιστικά ο πρόεδρος Ερντογάν και δεν φαίνεται πολύ πιθανή. 
Ήδη, όμως και η ακολουθούμενη επεκτατική νομισματική πολιτική εξασθενεί συνεχώς το τουρκικό νόμισμα , αυξάνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις αλλά και τις δυσκολίες των τουρκικών επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν δάνεια σε συνάλλαγμα , να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους σε συνάλλαγμα. Το Σεπτέμβριο 2016, μια από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις τηλεπικοινωνιών απέτυχε να καταβάλει τις υποχρεώσεις χρέους προς τους πιστωτές της.
Ο κατασκευαστικός τομέας, που αποτελεί την ατμομηχανή της τουρκικής οικονομίας  παρουσιάζει κόπωση. Ο τομέας των ακινήτων της Τουρκίας, επίσης, μετράει πληγές. Όχι μόνο με τα πολλά δάνεια με τα οποία έχει φορτωθεί, αλλά γιατί η ζήτηση έχει μειωθεί κι αναμένεται να παραμείνει ως έχει, μέχρι να δημιουργηθεί πάλι κλίμα εμπιστοσύνης στους πολίτες ότι δεν θα χάσουν τα λεφτά τους σε μία «φούσκα». Η Τουρκία διαθέτει 45 μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες που συγκαταλέγονται στις 225 παγκόσμιες κατασκευαστικές εταιρείες. Βρίσκεται στη δεύτερη θέση παγκοσμίως μετά την Κίνα.
Σήμερα στην Τουρκία τρία γιγαντιαία έργα έχουν προγραμματισθεί : το τεραστίων διαστάσεων τρίτο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης, το ευρω-ασιατικό τούνελ που θα διασχίσει  την ανατολική Θράκη  και η υποθαλάσσια σήραγγα που θα ενώνει την ευρωπαϊκή με την ασιατική πλευρά του Βοσπόρου.
Τα έργα, που ήδη βρίσκονται υπό κατασκευή, αποτελούν τα δύο τρίτα της συνολικής επενδυτικής δραστηριότητας της Τουρκίας ως κράτος. Την μερίδα του λέοντος καταλαμβάνει το εν λόγω αεροδρόμιο, με 14 δις επενδυμένα σε αυτό, μέχρι στιγμής.
Κανείς δεν γνωρίζει αν η τουρκική οικονομία θα μπορέσει να παράγει τους πόρους για την χρηματοδότηση των φαραωνικών αυτών έργων που αυτή τη στιγμή προσφέρουν εργασία σε πολλές εγχώριες κατασκευαστικές επιχειρήσεις.
Συμπερασματικά , η τουρκική οικονομία βρίσκεται σε δύσκολη φάση και το μέλλον της δεν φαίνεται να προδιαγράφεται αισιόδοξο.