Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2016

Είναι δυνατόν η Ελλάδα να αποτελεί μέλος του σκληρού πυρήνα της ευρωζώνης με τη μορφή που παρουσιάζει η αγορά εργασίας;




Η εικόνα που παρουσιάζει  η αγορά εργασίας αντανακλά με απόλυτη ακρίβεια το υπόδειγμα στο οποίο οδηγείται με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια η ελληνική κοινωνία. Πρόκειται για υπόδειγμα παραγωγής συνεχώς μειούμενων αμοιβών εργασίας, που σε πολλές περιπτώσεις βρίσκονται σχεδόν στα όρια της επιβίωσης.
 Η μέχρι σήμερα συρρίκνωση του εισοδήματος των εργαζομένων οφείλεται προφανώς στην τρομακτική ύφεση της οικονομίας  και την συνακόλουθη έκρηξης της ανεργίας, αλλά και  των πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης  και της κυριαρχίας των ελαστικών μορφών απασχόλησης.
Το σύστημα Εργάνη (Ιούλιος 2016)  καταδεικνύει αφενός την κυριαρχία των ευέλικτων μορφών εργασίας, που έχουν ως συνακόλουθο την επικράτηση σημαντικά χαμηλών αμοιβών, αφετέρου δείχνει ότι οι επιχειρήσεις απολύουν μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζόμενους προκειμένου να προσλάβουν μικρότερους και κατά κύριο λόγο φθηνότερους απασχολούμενους.
Παράλληλα εξακολουθούν να βρίσκονται σε έξαρση :  η μαύρη-αδήλωτη εργασία και η απλήρωτη εργασία για διάστημα από 3 έως 6 μήνες κατά μέσο όρο.
Η δραματική αύξηση των ευέλικτων μορφών εργασίας και δη της μερικής και της εκ περιτροπής απασχόλησης συνηγορεί στην άποψη ότι η αμοιβή είναι... ευέλικτη, ενώ η εργασία πλήρης.
Κατά γενική ομολογία η ελληνική αγορά εργασίας, με τις «μεταρρυθμίσεις» που έχουν επιβληθεί από το μνημονιακό πρόγραμμα, έχει πλήρως απορρυθμιστεί και η επερχόμενη διαπραγμάτευση του Σεπτεμβρίου (ομαδικές απολύσεις) αποτελεί απλά το κερασάκι στην τούρτα.
Το ερώτημα είναι αν η λογική που στηρίζει την πολιτική πλήρους απορρύθμισης της αγοράς εργασίας και συνεχούς μείωσης των μισθών (ονομαστικών και πραγματικών) έχει οικονομικό νόημα, δηλαδή είναι οικονομικά αποτελεσματική, τόσο για την πάταξη της ανεργίας, όσο για τη μεγέθυνση του εισοδήματος αλλά τη βελτίωση της ευημερίας των πολιτών.
Ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι η συνεχιζόμενη  μείωση των αμοιβών εργασίας συναρτάται θετικά με τη μεγέθυνση του ΑΕΠ; Επίσης ότι η συνεχής μείωση των αμοιβών εργασίας θα επιφέρει εξισορρόπηση της παρατηρούμενης υπερβάλλουσας προσφοράς δημιουργώντας την αντίστοιχη ζήτηση; 



 Οι νεοκλασικοί μακρο-οικονομολόγοι θεωρούν ότι κάθε αποτυχία να επιτευχθεί ισορροπία σε μια αγορά, αλλά και συνολικά στις αγορές, οφείλεται αποκλειστικά στην παρενόχληση των δυνάμεων του ανταγωνισμού να κάνουν το έργο τους.
Οποιαδήποτε ανισορροπία είναι το αποτέλεσμα λανθασμένων τιμών λόγω εμποδίων που τίθενται στον ανταγωνισμό.   Το φαινόμενο της αθέλητης ανεργίας προσδιορίζεται ως υπερβάλλουσα προσφορά εργασίας  και μπορεί να υφίσταται ,εάν και μόνο εάν, οι τιμές δεν προσαρμόζονται  ώστε να εξισορροπήσουν προσφορά με ζήτηση. Η υπερβάλλουσα προσφορά εργασίας, με βάση την αποδοχή του Νόμο του Σε (Say's Law), [σύμφωνα με τον Νόμο του Σε (Say's Law), ο οποίος αποτελεί τη βάση της νεοκλασικής σχολής, οτιδήποτε προσφέρεται πρέπει και να  ζητείται], δείχνει  ότι το ζητούμενο εισόδημα είναι μεγαλύτερο από το προσφερόμενο ή με άλλα λόγια ότι οι συνολικές επενδύσεις είναι μεγαλύτερες από τις συνολικές αποταμιεύσεις. Συνεπώς η αιτία της ανεργίας δεν οφείλεται στην ανεπάρκεια της συνολικής ζήτησης αγαθών αλλά στο αντίθετο: στην υπερβάλλουσα συνολική ζήτηση. Υπερβάλλουσα ζήτηση αγαθών και όχι υπερβάλλουσα προσφορά, υπερκατανάλωση (υπερεπένδυση) και όχι υποκατανάλωση (υπεραποταμίευση). Στο σημείο αυτό εδράζεται ολόκληρη η λογική του μνημονιακού προγράμματος.
Η βασική θεωρητική προκείμενη, επί της οποίας εδράζεται η συγκεκριμένη θεωρία, είναι ο Νόμος του Say. Σύμφωνα με το νόμο αυτό, η προσφορά δημιουργεί τη ζήτησή της. Αυτό σημαίνει ότι το σύνολο των δαπανών παραγωγής πρέπει κατ’ ανάγκη να δαπανηθεί αμέσως ή εμμέσως για την αγορά των παραχθέντων αγαθών. Τα άτομα θα  βρουν τρόπους ώστε να δαπανήσουν τα χρήματά τους.
Η μακροοικονομική πολιτική (ιδιαιτέρως η δημοσιονομική πολιτική)  μπορεί να αποσταθεροποιήσει την οικονομία της αγοράς.
 Αυτό σημαίνει ότι το επίπεδο της Ενεργούς Ζήτησης δεν παίζει ανεξάρτητο ρόλο στον (μακροπρόθεσμο) προσδιορισμό του επιπέδου της οικονομικής δραστηριότητας και προσαρμόζεται για να υποστηρίξει το από την πλευρά της προσφοράς προσδιοριζόμενο επίπεδο της οικονομικής δραστηριότητας το οποίο ανταποκρίνεται στο Φυσικό Ποσοστό Ανεργίας ή στο NAIRU ( Non accelerating inflation rate of unemployment). Με τον τρόπο αυτό γίνεται αποδεκτό ότι η  οικονομία παράγει σε ένα «φυσικό» επίπεδο  καθοριζόμενο από δυνάμεις ξένες με τη ανθρώπινη δράση. Τα οικονομικά μεγέθη «αντικειμενοποιούνται» αποχτώντας αυτόνομη υπόσταση . Παύουν να είναι κοινωνικά ελεγχόμενα μεγέθη.
Η απεμπλοκή της Ενεργού Ζήτησης ως βασικού προσδιοριστικού παράγοντα του επιπέδου της οικονομικής δραστηριότητας ,με στόχο την πλήρη απασχόληση των πόρων, προκαλεί την αχρήστευση της δημοσιονομικής πολιτικής ,δεδομένου ότι η τελευταία αποτελεί το  βασικό μέσον επίδρασης της ενεργού ζήτησης. Όμως η άρνηση  άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής συμπαρασύρει ταυτόχρονα την κύρια και πρωταρχική  λειτουργίας  της ως βασικού αναδιανεμητικού μηχανισμού εντός της παραγωγικής διαδικασίας. Άρα εκλείπει ο βασικός κεϋνσιανός μηχανισμός αναδιανομής του συστήματος .
Η όποια διάθεση βοήθειας υπάρχει σε διάφορες κατηγορίες αναξιοπαθούντων πολιτών, λόγω της λειτουργίας της καπιταλιστικής αγοράς, περιορίζεται σε στοχευμένη και συγκυριακή παροχή πόρων με την μορφή της  φιλανθρωπίας. Το πρόταγμα της σοσιαλδημοκρατικής αναδιανομής μεταλλάσσεται  σε παροχή  «θρησκευτικής καλοσύνης».

Σύμφωνα με την κεϋνσιανή προβληματική η λεγόμενη εξισορρόπηση μέσω των τιμών λόγω ανταγωνισμού αποτελεί μόνο μια πλευρά του νομίσματος. Η άλλη πλευρά  αφορά το τι προσδιορίζει το επίπεδο του εισοδήματος και της απασχόλησης ως σύνολο. Εδώ , σύμφωνα με την κεϋνσιανή προβληματική  είναι οι ποσότητες (και όχι οι τιμές ) που προσαρμόζουν την υπερβάλλουσα προσφορά ή ζήτηση. Κάποιος θα υποστηρίξει ότι και οι τιμές προσαρμόζουν, αλλά ο ρόλος τους είναι να αποκλείσουν τα υπερβάλλοντα κέρδη  , μη έχοντας κανένα ρόλο στον αποκλεισμό της υπερβάλλουσας ζήτησης.
Οι πραγματικοί μισθοί είναι δεδομένοι στη βάση της μεγιστοποίησης των κερδών με τις υπάρχουσες τεχνολογικές συνθήκες για κάθε δεδομένο επίπεδο απασχόλησης. Ευέλικτοι πραγματικοί μισθοί δεν έχουν τίποτε να κάνουν με την απασχόληση από τη στιγμή που η αιτιακή συνάρτησης ξεκινά από τη συνολική ζήτηση και κατευθύνεται στους πραγματικούς μισθούς και όχι αντίστροφα. Εάν υπάρχει μη ικανοποιητική συνολική ζήτηση, θα υπάρχει χαμηλότερο επίπεδο εισοδήματος και συνεπώς χαμηλότερη απασχόληση – και οι τιμές δεν μπορούν να κάνουν κάτι για να μεταβάλλουν αυτή την κατάσταση. Χαμηλότεροι μισθοί δεν θα πείσουν τους επιχειρηματίες να προσλάβουν περισσότερους εργαζόμενους από τη στιγμή που δεν θα είναι ικανοί να πωλήσουν το προϊόν τους. Βεβαίως θα πράξουν όπως πράττουν οι έλληνες επιχειρηματίες : θα υποκαταστήσουν ακριβότερους εργαζόμενους με φθηνότερους προκειμένου να φυτοζωήσουν βραχυχρόνια. Το ατελέσφορο αυτής της ενέργειας σε μέσο χρονικό διάστημα είναι εμφανές δια γυμνού οφθαλμού. Δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Εργαζόμενοι δεν προσλαμβάνονται από τη στιγμή που η συνολική ζήτηση είναι χαμηλή, και η συνολική ζήτηση δεν αυξάνει όσο δεν υπάρχει μεγαλύτερη δαπάνη. Οι μισθοί δεν πρόκειται να αυξηθούν σε καθεστώς ανεργίας (σκεφτείτε στην Ελλάδα) και η συνολική δαπάνη δεν αυξάνεται.
Δυστυχώς στην Ελλάδα, η απόλυτη κυριαρχία του νεοκλασικού υποδείγματος στον ακαδημαϊκό χώρο αποτρέπει οποιαδήποτε συζήτηση για τα θεωρητικά του κενά και  αποκρύπτει με  τρόπο σκανδαλώδη , θα έλεγα, την παρουσίαση εναλλακτικών θεωρητικών προσεγγίσεων.
Παράλληλα η πλήρης ενσωμάτωση των σοσιαλδημοκρατικών - κεντρώων πολιτικών κομμάτων στα δόγματα της νεοκλασικής θεωρίας( συνοδοιπορώντας με τη ΝΔ ειδικά με τη νέα ηγεσία) και η εγκατάλειψη των κεϋνσιανών προσεγγίσεων έχουν δημιουργήσει τεράστιο  κενό στην πολιτική παρουσία των συγκεκριμένων απόψεων.
Η μόνη «εμφανιζόμενη» εναλλακτική στην ασκούμενη οικονομική πολιτική προέρχεται από ένα υποτιθέμενο «μαρξιστικό» χώρο που ασκεί κριτική και διαμαρτυρία,  αλλά στερείται στην πραγματικότητα δυνατοτήτων συγκεκριμένης παρέμβασης στο υπάρχον πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο. Επομένως αποτελεί εύκολο αντίπαλο του κυρίαρχου  νεοκλασικού υποδείγματος. Και όχι μόνο: εν τοις πράγμασι υποτάσσεται πλήρως στα κελεύσματα και τα προτάγματα του νεοκλασικού υποδείγματος.