Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Τα αρνητικά επιτόκια και το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα.





Η τελευταία τριμηνιαία έκθεση της BIS μας δίνει ενδιαφέροντα στοιχεία για τον τρόπο αντίδρασης του διεθνούς τραπεζικού συστήματος στο σημερινό μακροοικονομικό πλαίσιο των χαμηλών επιτοκίων , της χαμηλής μεγέθυνσης της παγκόσμιας οικονομίας αλλά και σημαντικών γεγονότων , όπως το Brexit, που επιδρούν άμεσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο.

Σε σχέση με το τελευταίο, είναι εμφανές ότι το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα πλήρωσε ακριβό κόστος για το  Brexit: μετά το δημοψήφισμα ο δείκτης  Euro Stoxx Banks έχασε περίπου το 18,0%  «τη μεγαλύτερη πτώση που έχει καταγραφεί» σημειώνει η BIS. Οι ενέργειες των Κεντρικών Τραπεζών , ιδιαίτερα της ΚΤ της Αγγλίας , συγκράτησαν λίγο αυτή την πτώση. Όμως στην αρχή του Σεπτεμβρίου « οι μετοχές των τραπεζικών ιδρυμάτων ανταλλάσσονταν λιγότερο από το 50,0% της λογιστικής αξίας της καθαρής αξίας των περιουσιακών τους στοιχείων» σημειώνει η BIS. .( Γραφική παράσταση 1)
Γραφική παράσταση 1



Παράλληλα αυξάνονται οι ενδείξεις ότι τα τραπεζικά ιδρύματα δυσκολεύονται να παράγουν κέρδη σε περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων και ασθενούς μεγέθυνσης της οικονομίας. Είναι απολύτως κατανοητό ότι σε περιβάλλον σχεδόν μηδενικών επιτοκίων, μειώνονται τα περιθώρια κέρδους και συνεπώς τα έσοδα, προκαλώντας περαιτέρω μείωση των θετικών προσδοκιών και άρα των επενδυτών.

Σε αυτό το πλαίσιο διακρίνεται δια γυμνού οφθαλμού η απόκλιση μεταξύ των ευρωπαϊκών τραπεζών και των αντιστοίχων τραπεζών ΗΠΑ, αρχίζοντας κατ’ αρχάς από την χρηματιστηριακή αξία των μετοχών.( Γραφική παράσταση 2)

Γραφική παράσταση 2

The vertical lines in the centre and right-hand panels indicate 29 January 2016 (Bank of Japan announcement of negative interest rates on reserves), 10 March 2016 (ECB announcement of expansion of its asset purchase programme) and 23 June 2016 (Brexit referendum).
1 Cumulative abnormal returns of EURO STOXX Banks over STOXX Europe 600 over the stated window (business days). Zero indicates the date of the release or one business day after if the release was on a weekend or after market close. 2 Simple average, based on data availability, of the banks and bank holding corporations listed. 3 Barclays, Banco Santander, BBVA, Crédit Agricole, Credit Suisse, Deutsche Bank, Intesa Sanpaolo, Sociéte Générale, UBS and UniCredit. 4 Yield to maturity (YTM); based on perpetual contingent convertible (CoCo) instruments. 5 YTM of senior unsecured bonds matching the selected CoCo instruments in terms of currency and remaining maturity as closely as possible. 6 For equities and CoCo instruments, Mizuho Financial Group, Mitsubishi UFJ Financial Group, Nomura Holdings, Sumitomo Mitsui Financial Group and Sumitomo Mitsui Trust Bank Ltd; for CDS, Mizuho Bank, Bank of Tokyo Mitsubishi UFJ, Nomura Holdings, Sumitomo Mitsui Banking Corporation and Sumitomo Mitsui Trust Bank Ltd. 7 Bank of America, Citigroup, Goldman Sachs,
JPMorgan, Morgan Stanley and Wells Fargo.
Sources: Bloomberg; Datastream; Markit; BIS calculations.
Σε αυτό το περιβάλλον εύκολα ερμηνεύεται το γιατί οι ιαπωνικές τράπεζες , επιδιώκοντας να μεγεθύνουν τα έσοδά τους , προχώρησαν σε μαζικές πωλήσεις κρατικών ομολόγων κατά τη διάρκεια του δευτέρου τριμήνου 2016. Πράγματι κέρδισαν από τις συγκεκριμένες πωλήσεις , αλλά πρόκειται για πολύ μικρή ανάσα. Επίσης εύκολα γίνεται κατανοητό το ότι η Τράπεζα της Ιαπωνίας (BOJ) αναθεώρησε το πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής της, εστιάζοντας τον στόχο της στα επιτόκια και βάζοντας στο περιθώριο την πολιτική μαζικής εκτύπωσης χρήματος, που ακολουθούσε την τελευταία τριετία, η οποία δεν βοήθησε ιδιαίτερα για να βγάλει την οικονομία της χώρα από το τέλμα που βρισκόταν επί δεκαετίες. Η κεντρική τράπεζα απέφυγε να μειώσει περαιτέρω τα ήδη αρνητικά επιτόκιά της ή να αυξήσει τον στόχο αγορών στοιχείων ενεργητικού, δηλώνοντας ότι η τροποποίηση της πολιτικής της αποβλέπει στην αναδιάταξη του προγράμματος στήριξης, ώστε να δώσει μία παρατεταμένη μάχη για την επίτευξη και στη συνέχεια διατήρηση του στόχου για πληθωρισμό 2%. Οι ιαπωνικές μετοχές αυξήθηκαν και το γεν υποχώρησε, εν μέσω ελπίδων ότι η απόφαση της BOJ να αναδιατάξει το πρόγραμμα στήριξης θα μειώσει τις πιέσεις στις τράπεζες και τις ασφαλιστικές εταιρείες της χώρας, αν και κάποιοι αναλυτές αμφέβαλαν αν η κίνηση αυτή θα έχει μία διαρκή θετική επίδραση στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Η BOJ εγκατέλειψε τον στόχο της για τη νομισματική βάση και αντί γι΄αυτόν υιοθέτησε τον «έλεγχο της καμπύλης των αποδόσεων», με βάση τον οποίο θα αγοράζει μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα για να διατηρεί τις αποδόσεις των 10ετών ομολόγων στα σημερινά τους επίπεδα, κοντά στο μηδέν. Δηλαδή να μην μειώσει περαιτέρω τα τραπεζικά έσοδα.
Τα θετικά αποτελέσματα των τραπεζικών ιδρυμάτων ΗΠΑ , παρατηρεί η BIS έχουν προκαλέσει αύξηση της απόκλισης μεταξύ αυτών των τραπεζών και των αντίστοιχων ευρωπαϊκών και γιαπωνέζικων. Τα έσοδα των έξι μεγαλύτερων τραπεζών ΗΠΑ έχουν υπερβεί τια προσδοκίες του δευτέρου τριμήνου. Αλλά και τα έσοδα του κλάδου συνολικά εξελίχθηκαν ικανοποιητικά. Το καθαρό περιθώριο επιτοκίου παρέμεινε σταθερό παρά την αύξηση των επιτοκίων από τη FED το Δεκέμβριο του 2015.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις είναι εμφανείς παρατηρώντας την εξέλιξη του δείκτη ROE (return on equity) των τραπεζικών ιδρυμάτων  στις τρείς αναφερθείσες περιφέρειες. Σύμφωνα με την Γραφική παράσταση 3 , τα τραπεζικά ιδρύματα  των ΗΠΑ παρουσίασαν συνεχή , έστω και αβέβαια, αύξηση των αποδόσεών τους από το 2010 και μετά, σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκά τραπεζικά ιδρύματα τα οποία μέχρι το 2014 η απόδοση κυμάνθηκε γύρω στο μηδέν για να παρουσιάσουν κάποια άνοδο τα δύο τελευταία έτη, αλλά παραμένοντας πάντα κάτω από τις αποδόσεις των τραπεζικών ιδρυμάτων ΗΠΑ. Στα ιαπωνικά τραπεζικά ιδρύματα οι αποδόσεις άρχισαν να μειώνονται από το 2014, σιγά-σιγά με την απόκλιση των νομισματικών πολιτικών των κεντρικών τραπεζών και ακόμη χειρότερα εξελίχθηκαν οι αποδόσεις των αγγλικών τραπεζών (πλησιάζουν αποφασιστικά προς την περιοχή του μηδενός).


Γραφική παράσταση 3.


Είναι δύσκολο να αρνηθεί κανείς ότι η ασκούμενη νομισματική πολιτική έχει αρνητικές επιδράσεις στα τραπεζικά έσοδα. «Στο σημερινό πλαίσιο τα εμμένοντα χαμηλά επιτόκια συνεπάγονται  χαμηλά έσοδα και θέτουν εν αμφιβόλω τα παραδοσιακά επιχειρηματικά τραπεζικά υποδείγματα» αναφέρει  η   BIS, υπογραμμίζοντας τον σκεπτικισμό των επενδυτών κατά πόσον τα τραπεζικά ιδρύματα θα καταφέρουν να δημιουργήσουν ικανά έσοδα στο μέλλον ώστε να τις εμπιστευτούν ξανά. Επίσης τα μακροχρόνια επιτόκια έχουν μειωθεί, κυρίως στις χώρες στις οποίες οι επενδυτές ανέμεναν ότι τα βραχυχρόνια επιτόκια θα παρέμεναν χαμηλά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και οι κεντρικές τράπεζες εφαρμόζουν προγράμματα απόκτησης χρεογράφων σε μεγάλη έκταση.   

Παράλληλα όμως, μακροχρόνια αναδύθηκε ένας ακόμη κριτικός παράγοντας. «Καθώς τα επιτόκια πέφτουν και μεταφέρονται σε αρνητικό έδαφος  η επανεκτίμηση των στοιχείων του παθητικού σε γραμμή με τις δραστηριότητες που έχουν στόχο την προστασία των περιθωρίων γίνεται όλο και πιο δύσκολο». Είναι δύσκολο για τις τράπεζες να μεταφέρουν τα αρνητικά επιτόκια στους καταθέτες . Συνεπώς οι πιέσεις στο καθαρό περιθώριο επιτοκίου  είναι έντονες ειδικά σε χώρες με αρνητικά επιτόκια. Αυτό συμβαίνει στις δανέζικες, σουηδικές και ελβετικές τράπεζες στις οποίες το καθαρό περιθώριο επιτόκιο μειώθηκε.  
Συμπερασματικά , η συνεχιζόμενη ύπαρξη αρνητικών επιτοκίων δημιουργεί προβλήματα στα τραπεζικά ιδρύματα. Η λύση βεβαίως είναι να αυξηθούν τα επιτόκια. Όμως αυτό προϋποθέτει την αύξηση του πληθωρισμού. Η αύξηση του πληθωρισμού δεν επιτυγχάνεται μόνο με νομισματικά μέτρα όταν η οικονομία βρίσκεται σε παγίδα ρευστότητας.
Η ακολουθούμενη νομισματική πολιτική δυσκολεύεται από μόνη της να λύσει αυτό το πρόβλημα προκαλώντας «παράπλευρες απώλειες» , όπως αυτή στην κερδοφορία των τραπεζών. Η ανάγκη ολοκλήρωσης της με πράξεις δημοσιονομικής πολιτικής είναι περισσότερο από εμφανείς. Είναι γνωστές οι συνεχείς  αναφορές της ΕΚΤ για το ζήτημα αυτό. Αλλά τελευταία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προστεθεί στους υποστηρικτές αυτής της άποψης ( Jan in 't Veld ,   Public Investment Stimulus in Surplus Countries and their Euro Area Spillovers, August 2016).







Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2016

Η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας.





Τελικά ποια είναι η σημερινή πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας; Βρίσκεται σε κατάσταση κατάρρευσης όπως υποστηρίζουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης ή σε κατάσταση ανάκαμψης όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση;
  Η απάντηση που μπορεί να δοθεί από ένα ψύχραιμο παρατηρητή είναι ότι στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει ούτε το ένα ούτε το άλλο. Οι υπερβολές που ενυπάρχουν στην άποψη και των δύο πλευρών είναι εμφανείς.
 Η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε φάση εύθραυστης  σταθεροποίησης ορισμένων  μακροοικονομικών μεγεθών   και  εμφανούς αποσταθεροποίησης  ορισμένων άλλων. Δεδομένου ότι υπάρχει σαφής αλληλεξάρτηση μεταξύ των μακροοικονομικών μεγεθών στο πλαίσιο της  οικονομικής πολιτικής,  μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι η επελθούσα σταθεροποίηση των συγκεκριμένων μακροοικονομικών μεγεθών έχει πραγματοποιηθεί εις βάρος της αποσταθεροποίησης των υπολοίπων μεγεθών. Αυτή την απλή αλήθεια φαίνεται  να διαφεύγει από την πρόσφατη ανάλυση του ΔΝΤ, το οποίο αναλώνεται σε αναλύσεις που επιχειρούν απλά να υποστηρίξουν το εφαρμοζόμενο πρόγραμμά του.   Συγκεκριμένα:
Μετά από έξι χρόνια προγράμματος βίαιης  δημοσιονομικής προσαρμογής τα δύο ελλείμματα (δημοσιονομικό και εξωτερικό) που ταλάνιζαν την ελληνική οικονομία έχουν «τιθασευτεί». Βεβαίως έχουν τιθασευτεί με έναν εντελώς λανθασμένο τρόπο , την τρομακτική μείωση της παραγωγικής δραστηριότητας της οικονομίας μέσω  της απίστευτης μείωσης του ΑΕΠ κατά 27% τα τελευταία εννέα έτη και της αύξησης της ανεργίας στο 27%.  
Δεχόμενοι ότι  η ελληνική οικονομία έχει «τιθασεύσει» τα δύο μακροοικονομικά ελλείμματα, έστω και με αυτό τον τρόπο, καλείται, τώρα,  να διαχειριστή τις ανισορροπίες των υπόλοιπων βασικών  μακροοικονομικών μεγεθών , δηλαδή της μεγέθυνσης του ΑΕΠ  και της υψηλότατης ανεργίας. Η μη αντιμετώπιση των συγκεκριμένων προβλημάτων είναι προφανές, ότι θα προκαλέσει μετά βεβαιότητας, χειροτέρευση και των δύο μεγεθών που έχουν σήμερα «τιθασευτεί». Αλλά εξ ίσου αβέβαιο και προβληματικό παραμένει το πόσο  είναι εύκολο να επέλθει εξισορρόπηση των ευρισκομένων σε ανισορροπία μεγεθών με την ταυτόχρονη διατήρηση σε ισορροπία όσων βρίσκονται σήμερα σε αυτή την κατάσταση.
Αυτό θέτει εν αμφιβόλω ή εν πάση περιπτώσει προκαλεί ερωτηματικά για τις μελλοντικές εξελίξεις των συγκεκριμένων μακροοικονομικών μεγεθών. Κοιτάζοντας προς τα εμπρός, οι προοπτικές ανάπτυξης παραμένουν ασθενικές και υπόκεινται σε υψηλούς καθοδικούς κινδύνους, ενώ η ανεργία αναμένεται να παραμείνει σε διψήφια ποσοστά μέχρι τα μέσα του αιώνα.
Υπάρχουν συγκεκριμένα προβλήματα που ενέχουν σημαντικούς κινδύνους για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη ακόμη και για τα μεγέθη που σήμερα βρίσκονται σε ισορροπία :
(i)                 η δομή των δημόσιων οικονομικών είναι τουλάχιστον ευάλωτη δεδομένου ότι   τα έσοδα  χρηματοδοτούνται από υψηλούς φορολογικούς συντελεστές που επιβάλλονται σε περιορισμένη φορολογική βάση (η οποία την τελευταία περίοδο μειώθηκε περαιτέρω), αλλά και οι δαπάνες για το συνταξιοδοτικό δεν εδράζονται σε διαχρονικά στερεή  βάση γεγονός που θέτει εν αμφιβόλω τη διαχρονική  διατήρηση της κατανάλωσης των συγκεκριμένων στρωμάτων.
(ii)               οι εξαγωγές φαίνεται να έχουν φθάσει στα όρια τους παρά τη συγκυριακά ισχυρή υποστήριξη από τις τουριστικές δραστηριότητες λόγω της  δυσμενούς κατάστασης που βρίσκονται οι γειτονικές χώρες. Πιστοποιείται με σαφήνεια ότι η Ελλάδα δεν δύναται να μετατραπεί σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα σε εξαγωγική χώρα.
Επίσης υπάρχουν επιπλέον σοβαρές δυσκολίες σε κύριους μηχανισμούς απαραίτητους για τη μεγεθυντική διαδικασία της οικονομίας όπως:
(iii)             προβληματικοί ισολογισμοί τραπεζών και του ιδιωτικού επιχειρηματικού  τομέα. Η αναδιάρθρωση του τελευταίου μέσω της διαχείρισης των μη αποτελεσματικών δανείων είναι βέβαιο ότι βραχυχρόνια και μεσοπρόθεσμα θα προκαλέσει αρνητικές επιπτώσεις στο ΑΕΠ και στην ανεργία. Η θετική έκβαση των μη αποτελεσματικών δανείων στον τραπεζικό τομέα απαιτεί χρόνο και παράλληλη μεγέθυνση του ΑΕΠ.
(iv)             μη θετικές προσδοκίες για επενδύσεις κάθε είδους λόγω εμφανούς έλλειψης πολιτικής και κοινωνικής σταθερότητας. Η αλλαγή των προσδοκιών απαιτεί χρόνο και μεγάλη προσπάθεια.
(v)                ένα δημόσιο χρέος που παραμένει μη βιώσιμο και το οποίο λειτουργεί ανασχετικά στις όποιες επενδυτικές αποφάσεις. Δεν προβλέπεται οποιαδήποτε αλλαγή στη ρύθμιση του χρέους πριν από το 2018 και το θετικό τέλος του προγράμματος.
(vi)             απουσία στήριξη της ρευστότητας  από την ΕΚΤ όταν μηνιαίως αγοράζει περίπου 80 δις ευρώ κρατικά ομόλογα των χωρών της ευρωζώνης, εκτός της Ελλάδος.

Η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα και χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια, όχι μόνο από την ελληνική κυβέρνηση, για να βρει το δρόμο της μεγεθυντικής διαδικασίας και της εξισορρόπησης του συνόλου των μακροοικονομικών μεγεθών.

   






Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Νέες οξύνσεις στον κοινωνικό ιστό.




Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε μια κατάσταση  γενικής α-πορίας  αδυνατώντας   να αναγνωρίσει τον ίδιο της τον εαυτό.  Μάλλον ,σωστότερα ,βρίσκεται σε αδυναμία  στο τι να  αναγνωρίσει ως εαυτό.  Δεν είναι μόνο η διάλυση των όποιων συλλογικοτήτων (ουσιαστικά και συμβολικά)  υπήρχαν και η επικράτηση ενός άκρατου ατομισμού αλλά είναι κάτι περισσότερο :  η επικράτηση ενός απόλυτα κατακερματισμένου ατομισμού  που τυφλώνει το άτομο οδηγώντας το στην αναζήτηση ότι πιο ακραίου κοινωνικά , αποκρουστικού αισθητικά αλλά και ολέθριου πολιτικά , προκειμένου από κάπου να πιαστεί ώστε να βρει δικαιολογία επιβίωσης.  
 Η κρίση στην Ελλάδα , έδειξε με κυνικό όσο και βάναυσο τρόπο  την πραγματική κατάσταση της κοινωνίας. Απογυμνώνοντας την από όλα τα επίχρυσα πούπουλα που κάλυπταν την επιπόλαιη όσο και ξέφρενη εποχή της ευημερίας, έδειξε με απόλυτη σαφήνεια ,όλους τους ιδεολογισμούς της μεταμοντέρνας προσέγγισης. Τώρα θα υποστήριζε κάποιος ,μπορούμε να  γνωρίζουμε τι είμαστε αλλά και τι μπορούμε να γίνουμε μέσα στην υστεροκαπιταλιστική περιδίνηση σε κλάσματα ιστορικού χρόνου.  Μπορούμε στα αλήθεια να γνωρίζουμε; Δεν είμαστε βέβαιοι για αυτό, αν η κοινωνία, ως τέτοια, το μπορεί.  Τα υπάρχοντα πραγματολογικά στοιχεία δεν οδηγούν σε αυτό το συμπέρασμα.  Περισσότερο επιβεβαιώνεται η άποψη ότι στα κράτη  που στερούνται κυριαρχίας ,όπως το ελληνικό κράτος, και που ελάχιστα απέχει να μετατραπεί σε κράτος παρίας, ο λαός ανάγεται σε ένα σύνολο μικρών παθητικών μετόχων, που ακολουθεί άβουλος τις ανήμπορες να αντιδράσουν πολιτικές αρχηγεσίες. 
Η συγκεκριμένη αδυναμία τους τις οδηγεί στη μόνη διαδικασία που τους επιτρέπει να ελπίζουν σε επιβίωση: να στήσουν ένα ψεύτικο σκηνικό αντιπαράθεσης μεταξύ τους , αδιαφορώντας πλήρως για τις συνέπειες στην κοινωνία και στην χώρα.
Έχουμε γίνει μάρτυρες πολλαπλών τέτοιου είδους αντιπαραθέσεων στο πρόσφατο παρελθόν. Οι περισσότερες , για να μην πω, όλες «περί όνου σκιάς». Είναι αναγνωρίσιμο δια γυμνού οφθαλμού ότι δεν πρόκειται για πολιτικές συγκρούσεις.  Πρόκειται για τεχνάσματα πιτσιλισμένα με ηθικοποιημένη χρυσόσκονη.
Το τελευταίο τέχνασμα των πολιτικών αρχηγεσιών, που έχει αρχίσει να διαπερνά την ελληνική κοινωνία είναι η όξυνση της αντιπαράθεσης μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα , ειδικά όσον αφορά στην κατάσταση των εργαζομένων, αλλά και το γενικότερο ρόλο του στην ανάπτυξη της οικονομίας.  
 Το καθένα από τα δύο κυρίαρχα κόμματα σήμερα, έχει αναλάβει, στην πολιτική τους ρητορεία, την υποστήριξη του ενός από τους δύο αυτούς πόλους, επαναφέροντας στο προσκήνιο  ένα παλαιό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας αλλά σε ένα πολύ δύσκολο και επικίνδυνο περιβάλλον.
Η επιμονή της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ σε μονόπλευρη υποστήριξη, έστω και λεκτική, εντός του πλαισίου της γενικότερης καταρράκωσης των εισοδημάτων των ελλήνων πολιτών, προκαλεί δικαιολογημένη δυσφορία στους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα οι οποίοι έχουν σηκώσει το μεγαλύτερο βάρος της κρίσης τόσο σε όρους αποδοχών αλλά και θεσμικού πλαισίου εργασίας.  Μάλιστα δείχνει ότι βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους αμηχανίας  και έλλειψη σαφών προτάσεων περιοριζόμενη σε αμυντική και ως εκ τούτου μη προσοδοφόρα  τακτική.
Η  Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται ως προστάτης του ιδιωτικού τομέα, οξύνοντας την κριτική της στη συμπεριφορά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αλλά επί της ουσίας δεν προτείνει κάτι  συγκεκριμένο που θα βελτιώσει τη θέση των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα. Τα βέλη της κατευθύνονται στο δημόσιο τομέα θεωρώντας ότι θα πρέπει να μειωθεί περαιτέρω η παρεχόμενη προστασία των εργαζομένων σε αυτόν, χωρίς παράλληλα να μας λέει πως βλέπει τη βελτίωση των εργαζομένων στον ιδιωτικό.
Δεν θέλω να προβώ σε αξιολογήσεις για το πώς αντιμετωπίζει η ΝΔ το θεσμικό πλαίσιο της ιδιωτικής αγοράς εργασίας πριν η ίδια δεν προβεί σε δημοσιοποίηση των συγκεκριμένων απόψεων της.
Όμως και τα δύο κόμματα με τη συγκεκριμένη συμπεριφορά τους ανοίγουν μια ακόμη πληγή στο λαβωμένο σώμα της ελληνικής κοινωνίας.  Όσοι δεν το αντιλαμβάνονται δεν έχουν δικαίωμα να μιλούν για αλληλεγγύη και συλλογικότητα.  
Οι εργαζόμενοι , επιτέλους , θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με ίσους όρους. Δεν θα πρέπει να διαιωνίζεται ή καλύτερα να μεγαλώνει το χάσμα μεταξύ όσων εργάζονται στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα.