Τρίτη, 30 Αυγούστου 2016

Περί ηθικού πλεονεκτήματος.






Όταν ήμουν στην εφηβεία, στο πλαίσιο των προβληματισμών της ηλικίας, υποστήριζα με θέρμη ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να έχουν ως πρότυπο στη συμπεριφορά τους , τα παιδιά, και κυρίως την αθωότητά τους. Το επιχείρημά μου κατέρρευσε κυριολεκτικά, όταν μια αγαπημένη μου φίλη αντέτεινε ότι είναι λανθασμένη η υποστήριξη αυτού του επιχειρήματος διότι απλά τα παιδιά δεν έχουν εισέλθει ακόμη στην πραγματική ανθρώπινη ζωή και συνεπώς δεν μπορούν να αποτελούν παράδειγμα προς μίμηση. Αργότερα έμαθα επίσης , ότι το επιχείρημά μου ήταν διάτρητο και από άλλη πλευρά: τα παιδιά δεν είναι αθώα.
Σκέφτηκα τα παραπάνω , παρακολουθώντας στη δημόσια συζήτηση τη διατύπωση επιχειρημάτων  όπως «ηθικό πλεονέκτημα», «ηθική υποχρέωση έναντι των πολιτών» και γενικά μια προσπάθεια «ηθικοποίησης της πολιτικής αντιπαράθεσης».  
 Συγκεκριμένα, σχετικά με το παραπάνω θέμα ,μπορώ  να ισχυριστώ τα παρακάτω:
Πρώτον, δεν είναι δυνατόν να θεμελιωθεί «ηθικό πλεονέκτημα»(στην πολιτική),  καθώς κάθε ηθική αντίληψη που δεν έχει  ως αντίπαλό της τα προβλήματα ενός πραγματικού κράτους,  ανακαλύπτει εν τέλει ότι, όταν κατακτήσει την εξουσία, δεν μπορεί να κυβερνήσει. Ισχύει το επιχείρημα της φίλης μου. Η προσπάθεια ιστορικής θεμελίωσης (αν μπορεί να υπάρξει και πιστέψτε με είναι δύσκολο αυτό να τεκμηριωθεί ) προσκρούει με ορμή στην ιστορική πραγματικότητα της διακυβέρνησης. Αρχή άνδρα δείκνυσι.
Δεύτερον, αυτό το λεγόμενο «ηθικό πλεονέκτημα»  αλλά και τα υπόλοιπα «ηθικά» συμπαρομαρτούντα, στηρίζονται σε μια ηθική βεβαιότητα από διάφορες φιλοσοφίες της ιστορίας που τους επιτρέπουν να σχεδιάζουν το μέλλον, ένα πλήρως ηθικό μέλλον. Ο εγγενώς ουτοπικός ,εσχατολογικός και ηθικολογικός  χαρακτήρας της φιλοσοφίας της ιστορίας έχει αναλυθεί επαρκώς έτσι ώστε να μην σταθούμε σε περισσότερες αναφορές εδώ. Οι  συνέπειες της εφαρμογής τέτοιων αντιλήψεων  στην ιστορία επίσης.
Τρίτον , μια εντελώς ηθικοποιημένη πολιτική δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στον τρόμο και σε ένα ολοκληρωτικό κράτος , όπου η πραγματική κυριαρχία των ατόμων μένει κρυμμένη πίσω από το προσωπείο μιας δήθεν ανώνυμης διακυβέρνησης  υπό τον μανδύα της ηθικής. Πρόκειται για μια ουτοπική διακυβέρνηση μέσω του τρόμου και της ιδεολογίας, τα δύο κύρια χαρακτηριστικά που η Hanna Arendt  είχε αποδώσει , ως γνωστόν, στον ολοκληρωτισμό.
Τέταρτον, το να μιλάει κανείς στο όνομα της ηθικής είναι ένδειξη πολιτικής αδυναμίας ή μια εξαιρετικά δόλια άσκηση της εξουσίας.  Συγχρόνως σε όλο αυτό το σκηνικό ενυπάρχει η αιώνια απειλή της αυταπάτης στην πολιτική. Η αληθινή αυταπάτη είναι ο μόνιμος κίνδυνος στην πολιτική και όσοι ,ειδικότερα, μιλούν στο όνομα της ηθικής οφείλουν να εξετάσουν τα κίνητρά τους.
Πέμπτον,  τα ηθικά ζητήματα χρειάζεται να πολιτικοποιούνται και όχι να ηθικοποιείται η πολιτική.   Εξαρχής υπογραμμίζεται ότι αναλύοντας τις αφετηρίες και τις διαδρομές του πολιτικού πολιτισμού έχουμε πολιτική ηθική και όχι ηθική γενικώς και αορίστως.
Κύριο γνώρισμα του πολιτικού πολιτισμού είναι η συγκρότηση σε πολιτικές ομάδες, ο προσδιορισμός συλλογικών σκοπών υπέρτατος εκ των οποίων είναι η συλλογική επιβίωση, η θέσπιση των διανεμητικών λειτουργιών της ισχύος στο πλαίσιο της πολιτικής οργάνωσης και η πολιτειακή νομιμοποίηση της εξουσίας και των κοινωνικών ιεραρχιών με ηθικά κριτήρια κοινωνικοπολιτικά σμιλευμένα.
Κάποιοι θα έλεγαν ότι η πολιτική νομιμοποίηση συναρτάται και με θεμελιώδεις κοσμοθεωρητικές παραδοχές οι οποίες προσφέρουν σε μια κοινωνία μονιμότερο πνευματικό και στρατηγικό προσανατολισμό.
Η πολιτική ηθική και η πολιτική νομιμοποίηση είναι οργανικά συνδεδεμένες έννοιες.
 Στον πολιτικό στοχασμό, ως εκ τούτου, είναι ένα πράγμα η  πολιτικά προσδιορισμένη πολιτική ηθική και άλλο η γνωσιολογικά-ιδεολογικά προσδιορισμένη «ηθική». Η πρώτη συναρτάται με τα κοινωνικοοντολογικά γεγονότα η δεύτερη είναι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, πολιτική θεολογία.
Ακόμη και η μεταφυσικά προσδιορισμένη ηθική των θρησκευτικών δογμάτων, επισημαίνεται, όταν εμπλακεί στο Πολιτικό γεγονός με τον ένα ή άλλο τρόπο και στην μια ή άλλη βαθμίδα ολοκληρώνεται μέσα στην πολιτική δίνη που διαμορφώνει την πολιτική ηθική.
Κανένας αφηρημένος κανόνας, καμία καθολική προσταγή με συγκεκριμένο περιεχόμενο, δεν μπορεί να μας απαλλάξει από το βάρος και από την ευθύνη της δράσης μας.
Η δράση τοποθετείται πάντοτε αναγκαστικά στο επιμέρους και όχι στο καθολικό, συνεπώς απαιτείται η άσκηση της φρόνησης. Η φρόνηση είναι η δυνατότητα κρίσις εκεί όπου δεν υπάρχουν μηχανικοί , αντικειμενικοί κανόνες που επιτρέπουν την κρίση.
Η  ισχύς  θεσπίζεται κοινωνικοπολιτικά επειδή  νομιμοποιείται από μια κοινωνικά προσδιορισμένη πολιτική ηθική και ένα συνδεδεμένο με αυτή «σύστημα» διανεμητικής δικαιοσύνης. Η πολιτική ηθική, όπως συγκροτείται και όπως αλλάζει στο εσωτερικό μιας πολιτικά κυρίαρχης πολιτείας, έχει ως  αποστολή τη ρύθμιση των διανεμητικών  λειτουργιών της ισχύος, των πολιτικοοικονομικών δραστηριοτήτων  και των κοινωνικοπολιτικών ιεραρχιών.
Τουτέστιν, εξ αντικειμένου για να υπάρχει πολιτική ηθική απαιτείται να διαθέτει κοινωνική αναφορά και ένα κοινωνικοπολιτικό σύστημα εντός του οποίου διαρκώς ορίζονται οι συλλογικές ηθικές επιταγές με τρόπο που νομιμοποιούν ακατάπαυστα την πολιτειακή διανεμητική δικαιοσύνη και τις κανονιστικές δομές και ιεραρχίες του κοινού βίου.
Λογικά και εξ αντικειμένου, λοιπόν, η πολιτική ηθική και τα συμπαρομαρτούντα θεσμικά ζητήματα ή άλλες πτυχές της πολιτικής ζωής ανάγονται σε κάποιο κοινωνικό ον. Πολιτική και ον είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος του πολιτικά πολιτισμένου βίου.
  

Κυριακή, 21 Αυγούστου 2016

Η αναποτελεσματικότητα της συνεχούς μείωσης των αμοιβών εργασίας.




Η εικόνα που παρουσιάζει  η αγορά εργασίας αντανακλά με απόλυτη ακρίβεια το υπόδειγμα στο οποίο οδηγείται με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια η ελληνική κοινωνία. Πρόκειται για υπόδειγμα παραγωγής συνεχώς μειούμενων αμοιβών εργασίας, που σε πολλές περιπτώσεις βρίσκονται σχεδόν στα όρια της επιβίωσης.
 Η μέχρι σήμερα συρρίκνωση του εισοδήματος των εργαζομένων οφείλεται προφανώς στην τρομακτική ύφεση της οικονομίας  και την συνακόλουθη έκρηξης της ανεργίας, αλλά και  των πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης  και της κυριαρχίας των ελαστικών μορφών απασχόλησης.
Το σύστημα Εργάνη (Ιούλιος 2016)  καταδεικνύει αφενός την κυριαρχία των ευέλικτων μορφών εργασίας, που έχουν ως συνακόλουθο την επικράτηση σημαντικά χαμηλών αμοιβών, αφετέρου δείχνει ότι οι επιχειρήσεις απολύουν μεγαλύτερους σε ηλικία εργαζόμενους προκειμένου να προσλάβουν μικρότερους και κατά κύριο λόγο φθηνότερους απασχολούμενους.
Κατά γενική ομολογία η ελληνική αγορά εργασίας, με τις «μεταρρυθμίσεις» που έχουν επιβληθεί από το μνημονιακό πρόγραμμα, έχει πλήρως απορρυθμιστεί και η επερχόμενη διαπραγμάτευση του Σεπτεμβρίου (ομαδικές απολύσεις) αποτελεί απλά το κερασάκι στην τούρτα.
Το ερώτημα είναι αν η λογική που στηρίζει την πολιτική πλήρους απορρύθμισης της αγοράς εργασίας και συνεχούς μείωσης των μισθών (ονομαστικών και πραγματικών) έχει οικονομικό νόημα, δηλαδή είναι οικονομικά αποτελεσματική, τόσο για την πάταξη της ανεργίας, όσο για τη μεγέθυνση του εισοδήματος αλλά τη βελτίωση της ευημερίας των πολιτών.
Ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ότι η συνεχιζόμενη  μείωση των αμοιβών εργασίας συναρτάται θετικά με τη μεγέθυνση του ΑΕΠ; Επίσης ότι η συνεχής μείωση των αμοιβών εργασίας θα επιφέρει εξισορρόπηση της παρατηρούμενης υπερβάλλουσας προσφοράς δημιουργώντας την αντίστοιχη ζήτηση;  
 Οι νεοκλασικοί μακρο-οικονομολόγοι θεωρούν ότι κάθε αποτυχία να επιτευχθεί ισορροπία σε μια αγορά, αλλά και συνολικά στις αγορές, οφείλεται αποκλειστικά στην παρενόχληση των δυνάμεων του ανταγωνισμού να κάνουν το έργο τους. Οποιαδήποτε ανισορροπία είναι το αποτέλεσμα λανθασμένων τιμών λόγω εμποδίων που τίθενται στον ανταγωνισμό.   Το φαινόμενο της αθέλητης ανεργίας προσδιορίζεται ως υπερβάλλουσα προσφορά εργασίας  και μπορεί να υφίσταται ,εάν και μόνο εάν, οι τιμές δεν προσαρμόζονται  ώστε να εξισορροπήσουν προσφορά με ζήτηση.
Σύμφωνα με την κεϋνσιανή προβληματική η λεγόμενη εξισορρόπηση μέσω των τιμών λόγω ανταγωνισμού αποτελεί μόνο μια πλευρά του νομίσματος. Η άλλη πλευρά  αφορά το τι προσδιορίζει το επίπεδο του εισοδήματος και της απασχόλησης ως σύνολο. Εδώ , σύμφωνα με την κεϋνσιανή προβληματική  είναι οι ποσότητες (και όχι οι τιμές ) που προσαρμόζουν την υπερβάλλουσα προσφορά ή ζήτηση. Κάποιος θα υποστηρίξει ότι και οι τιμές προσαρμόζουν, αλλά ο ρόλος τους είναι να αποκλείσουν τα υπερβάλλοντα κέρδη  , μη έχοντας κανένα ρόλο στον αποκλεισμό της υπερβάλλουσας ζήτησης.
Οι πραγματικοί μισθοί είναι δεδομένοι στη βάση της μεγιστοποίησης των κερδών με τις υπάρχουσες τεχνολογικές συνθήκες για κάθε δεδομένο επίπεδο απασχόλησης. Ευέλικτοι πραγματικοί μισθοί δεν έχουν τίποτε να κάνουν με την απασχόληση από τη στιγμή που η αιτιακή συνάρτησης ξεκινά από τη συνολική ζήτηση και κατευθύνεται στους πραγματικούς μισθούς και όχι αντίστροφα. Εάν υπάρχει μη ικανοποιητική συνολική ζήτηση, θα υπάρχει χαμηλότερο επίπεδο εισοδήματος και συνεπώς χαμηλότερη απασχόληση – και οι τιμές δεν μπορούν να κάνουν κάτι για να μεταβάλλουν αυτή την κατάσταση. Χαμηλότεροι μισθοί δεν θα πείσουν τους επιχειρηματίες να προσλάβουν περισσότερους εργαζόμενους από τη στιγμή που δεν θα είναι ικανοί να πωλήσουν το προϊόν τους. Βεβαίως θα πράξουν όπως πράττουν οι έλληνες επιχειρηματίες : θα υποκαταστήσουν ακριβότερους εργαζόμενους με φθηνότερους προκειμένου να φυτοζωήσουν βραχυχρόνια. Το ατελέσφορο αυτής της ενέργειας σε μέσο χρονικό διάστημα είναι εμφανές δια γυμνού οφθαλμού. Δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Εργαζόμενοι δεν προσλαμβάνονται από τη στιγμή που η συνολική ζήτηση είναι χαμηλή, και η συνολική ζήτηση δεν αυξάνει όσο δεν υπάρχει μεγαλύτερη δαπάνη. Οι μισθοί δεν πρόκειται να αυξηθούν σε καθεστώς ανεργίας (σκεφτείτε στην Ελλάδα) και η συνολική δαπάνη δεν αυξάνεται.
Δυστυχώς στην Ελλάδα, η απόλυτη κυριαρχία του νεοκλασικού υποδείγματος στον ακαδημαϊκό χώρο αποτρέπει οποιαδήποτε συζήτηση για τα θεωρητικά του κενά και  αποκρύπτει με  τρόπο σκανδαλώδη , θα έλεγα, την παρουσίαση εναλλακτικών θεωρητικών προσεγγίσεων. Παράλληλα η πλήρης ενσωμάτωση των σοσιαλδημοκρατικών - κεντρώων πολιτικών κομμάτων στα δόγματα της νεοκλασικής θεωρίας( συνοδοιπορώντας με τη ΝΔ ειδικά με τη νέα ηγεσία) και η εγκατάλειψη των κεϋνσιανών προσεγγίσεων έχουν δημιουργήσει τεράστιο  κενό στην πολιτική παρουσία των συγκεκριμένων απόψεων. Η μόνη «εμφανιζόμενη» εναλλακτική στην ασκούμενη οικονομική πολιτική προέρχεται από ένα υποτιθέμενο «μαρξιστικό» χώρο που ασκεί κριτική και διαμαρτυρία  αλλά στερείται δυνατοτήτων συγκεκριμένης παρέμβασης στο υπάρχον πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο. Επομένως αποτελεί εύκολο αντίπαλο του κυρίαρχου  νεοκλασικού υποδείγματος.  

  

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Η μνημονιακή πολιτική κυριαρχεί… όλα τα υπόλοιπα είναι parole…




Έχουμε εισέλθει στον έβδομο χρόνο των μνημονιακών πολιτικών και παρά τις ατέλειωτες ρητορείες των ελληνικών πολιτικών αρχηγεσιών και τα πολλαπλά σχέδια επί χάρτου που έχουν «στο πόδι» εκπονήσει, μέχρι σήμερα, τίποτε το συστηματικό και ολοκληρωμένο δεν έχει εμφανισθεί ώστε να λειτουργήσει  εναλλακτικά ή έστω και απλά διορθωτικά της μνημονιακής πολιτικής.
Τελικά κανένα ρεαλιστικό σχέδιο δεν υπάρχει. Απολύτως κανένα. Στην οικονομία υπάρχει μόνο το Μνημόνιο. Η λογική της  κυρίαρχης οικονομικής σχολής επικρατεί απόλυτα και ως οδοστρωτήρας επιβάλει τη θέλησή του. Οι ελληνικές κυβερνήσεις (Σαμαρά-Βενιζέλου)και (Τσίπρα –Καμένου) έχουν υποταχθεί πλήρως στη μνημονιακή λογική αποδεχόμενες πλήρως το πρόγραμμα. Υπάρχουν όμως ορισμένες διαφοροποιήσεις που αξίζει να ληφθούν υπόψη.
-          η κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ υιοθέτησε απολύτως το πρόγραμμα διότι είναι πολύ κοντά στην οικονομική της λογική. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το εφαρμόζει εξίσου με την πρώτη αλλά συνεχίζει να προσποιείται ότι εφαρμόζοντάς το, εξυπηρετεί κάτι διαφορετικό από αυτό που πράγματι εξυπηρετεί το πρόγραμμα.
-          Η πρώτη, ως εκ τούτου, δίδει μεγάλο βάρος στον τομέα της προσφοράς, πιστή στη λογική του προγράμματος, ενώ η δεύτερη παρότι πολιτεύεται με τον ίδιο τρόπο, ρητορεύει υπέρ της ζήτησης προτάσσοντας μια φανταστική ανακατανομή του εισοδήματος, μέσω της φορολογίας,  η οποία διαλύει τη μικρό-μεσαία τάξη, και συνεπώς και  τους προωθητικούς μηχανισμούς της ζήτησης. Η επιχειρούμενη διατήρηση των εισοδημάτων των κατώτερων τάξεων, εκ μέρους της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, στην καλύτερη των περιπτώσεων αφορά μικρό ποσοστό του πληθυσμού (20,0%) που ποσοτικά είναι αδύνατον να αποτελέσει την αιχμή της μεγεθυντικής διαδικασίας που χρειάζεται η χώρα. Μάλιστα δεν υφίσταται στην ουσία μηχανισμός αναδιανομής όταν τα παραγόμενα πρωτογενή πλεονάσματα οδηγούνται εκτός εισοδηματικού κυκλώματος για την αποπληρωμή του χρέους. Για να είμαστε αντικειμενικοί την ίδια πολιτική άσκησε και η κυβέρνηση Σαμαρά- Βενιζέλου αυξάνοντας κατακόρυφα τους φόρους επιφέροντας συντριπτικά χτυπήματα στον κύριο και βασικό κορμό της ελληνικής κοινωνίας. Επιπλέον το υψηλό ποσοστό ανεργίας δεν επιτρέπει ούτε καν σκέψη για αύξηση για αύξηση των αμοιβών της εργασίας. Αντιθέτως τις  σπρώχνει όλο και σε κατώτερα επίπεδα. Η οποιαδήποτε αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης υπολογίζεται να προέλθει από τη μείωση της ανεργίας και την αύξηση της απασχόλησης με σαφώς κατώτερες αμοιβές για όσους βρουν απασχόληση από τους ήδη εργαζόμενους. Όμως πρόκειται για μια αργή διαδικασία (ούτε σε 15 χρόνια δεν πρόκειται με το καλύτερο σενάριο να μειωθεί η ανεργία στο μέσο επίπεδο των χωρών της ευρωζώνης) που υπόκειται σε πλήθος αβεβαιοτήτων ικανών να αποτρέψουν ακόμη και αυτή την αργή διαδικασία μείωσης της ανεργίας.
-           Η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου είχε την ιδεοληψία ότι η μεγέθυνση του ΑΕΠ θα προέλθει μέσω της εισροής ξένων επενδύσεων αδιαφορώντας πλήρως για το ρόλο που παίζει στην οικονομική μεγέθυνση η κατανομή του εισοδήματος. Αντιθέτως η κυβέρνηση Τσίπρα- Καμένου έχει την ιδεοληψία ότι κυρίως  η κατανομή του εισοδήματος   θα οδηγήσει στην οικονομική μεγέθυνση. Και οι δύο αντιλήψεις είναι λανθασμένες δεδομένου ότι εκλείπει, κατ’ αρχάς, η πρωταρχική συμβολή της νομισματικής πολιτικής στη μεγεθυντική διαδικασία, λόγω των απίστευτων περιορισμών που έχει επιβάλει η ΕΚΤ στην ελληνική οικονομία και της κατάστασης που βρίσκεται το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Παράλληλα η συνεχιζόμενη δημοσιονομική προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας στερεί τη στοιχειώδη λειτουργία της δημοσιονομικής πολιτικής ως παράγοντα μεγέθυνσης του ΑΕΠ.
-          Τα   «μεγάλα σχέδια» στην οικονομία : αναδιάρθρωση της παραγωγής και πάταξη της φοροδιαφυγής έχουν εγκαταλειφθεί εν τοις πράγμασι , και αποτελούν μόνο ρητορείες των πολιτικών στα τηλεοπτικά παράθυρα.
-           Η αναδιάρθρωση της παραγωγής όχι μόνο έχει εγκαταλειφτεί από τη μεριά και της σημερινής κυβέρνησης ,αλλά φαίνεται ότι βρίσκεται στα χέρια των τραπεζών, μέσω της επερχόμενης επίλυσης των «κόκκινων» δανείων, οι οποίες με τη σειρά τους , το πιθανότερο είναι να βρεθούν στα χέρια των δανειστών. Συνεπώς διαφαίνεται ο κίνδυνος η όποια αναδιάρθρωση πραγματοποιηθεί να μην εξυπηρετεί την αύξηση της ελληνικής παραγωγής αλλά και τη δημιουργία μιας νέας βάσης εκκίνησης της. Είναι πρωτοφανής η απουσία οποιουδήποτε σχεδιασμού από τη μεριά της ελληνικής κυβέρνησης. Η δημιουργία ή η προσπάθεια δημιουργίας μιας περισσότερο στερεής παραγωγικής βάσης έχει εγκαταλειφτεί ή σωστότερα έχει υποταχθεί στην εύκολη και συγκυριακή αύξηση των τουριστικών εισροών. ΟΙ τρέχουσες δημοσιονομικές υποχρεώσεις της χώρας επικαλύπτουν όλες τις υπόλοιπες δράσεις και λειτουργούν «απωθητικά» για οποιοδήποτε γενικότερο μακροχρόνιο σχεδιασμό.  
-          Η φοροδιαφυγή ζει και βασιλεύει αλλά και αυξάνεται σε καθεστώς αύξησης του ΦΠΑ και γενικότερα των φορολογικών συντελεστών . Παράλληλα καμία επέκταση της φορολογικής βάσης δεν έχει πραγματοποιηθεί , αντιθέτως έχει επέλθει σμίκρυνση με πρωτοβουλία της κυβέρνησης.  Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μειώνεται συνεχώς το διαθέσιμο εισόδημα των πιο αναπτυξιακών κοινωνικών στρωμάτων κάτι που συμβάλλει αρνητικά σχεδόν στο σύνολο των μακροοικονομικών μεγεθών. Η εύκολη λύση του ΕΝΦΙΑ, που ήλθε για να μείνει, αποτελεί τροχοπέδη στη λειτουργία της αγοράς ακινήτων παρότι όλοι γνωρίζουν τη συμβολή της στη μεγέθυνση του ΑΕΠ και της απασχόλησης σε πολλούς κλάδους της οικονομίας.
-           Με απλά λόγια είναι περισσότερο από εμφανή η έλλειψη συγκροτημένου ρεαλιστικού σχεδίου για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα για ακόμη μια φορά βρίσκεται σε α-πορία.

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

Ο σουλτάνος Μαχμούτ Β’, ο Ερντογάν και η Ρωσία.





1.
Ο Ρωσο-τουρκικός πόλεμος 1828-1829,  ξέσπασε μετά την Ναυμαχία του Ναβαρίνου (20 Οκτωβρίου 1927) και την άρνηση του Σουλτάνου Μαχμούτ Β’ να δεχθεί τα τετελεσμένα, οδηγώντας σε γενική σύρραξη με την Ρωσία. Ο Σουλτάνος προχώρησε στο κλείσιμο των Δαρδανελίων για τα ρωσικά πλοία και ανακάλεσε τη Σύμβαση του Άκκερμαν (1826).   Τον Ιούνιο του 1828  οι κύριες ρωσικές δυνάμεις με επικεφαλής τον αυτοκράτορα Νικόλαο Α΄ διέσχισαν τον Δούναβη και προωθήθηκαν στην Δοβρουτσά. Στη συνέχεια οι Ρώσοι πολιόρκησαν τρεις βασικές ακροπόλεις το Σούμεν, τη Βάρνα και τη Σηλυμβρία με τη βοήθεια του στόλου της Μαύρης Θάλασσας. Η πολιορκία του Σούμεν αποδείχθηκε πολύ πιο προβληματική, καθώς η ισχυρή τουρκική δύναμη 40.000 ανδρών ήταν υπέρτερη των ρωσικών δυνάμεων. Επιπλέον οι Τούρκοι πέτυχαν να περιορίσουν τους Ρώσους από τις προμήθειές τους. Η έλλειψη τροφίμων και η αύξηση των ασθενειών είχαν προκαλέσει περισσότερους θανάτους από ότι οι εχθροπραξίες και καθώς πλησίαζε ο χειμώνας ο ρωσικός στρατός αναγκάστηκε να αφήσει το Σούμεν και να οχυρωθεί στη Βεσσαραβία. Στις 7 Μαΐου 60.000 στρατιώτες  διέσχισε το Δούναβη και ξαναπολιόρκησε την Σηλυμβρία. Μέσα σε μερικές εβδομάδες η Σηλυμβρία έπεσε στα χέρια των Ρώσων (19 Ιουνίου). Μέχρι τις 28 Αυγούστου ο ρωσικός στρατός είχε προσεγγίσει σε απόσταση 68 χιλιομέτρων την Κωνσταντινούπολη, προκαλώντας πανικό στους δρόμους της πρωτεύουσας και διαπράττοντας μεγάλη λεηλασία και καταστροφές στην πορεία του. Ο Σουλτάνος ​​δεν είχε άλλη επιλογή από το να διαμηνύσει για την ειρήνη, η οποία συνήφθη στη Αδριανούπολη στις 14 Σεπτεμβρίου 1829. Η Συνθήκη της Αδριανούπολης έδωσε στη Ρωσία το μεγαλύτερο μέρος της ανατολικής ακτής της Μαύρης Θάλασσας και τις εκβολές του Δούναβη. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναγνώρισε ρωσική κυριαρχία της Γεωργία και τμήματα της σημερινής Αρμενίας, ενώ στη Σερβία  παραχωρήθηκε αυτονομία και η Ρωσία είχε τη δυνατότητα να καταλάβει τη Μολδαβία και Βλαχία (εγγυάται την ευημερία τους, και την πλήρη «ελευθερία του εμπορίου») μέχρις ότου η Τουρκία καταβάλει τις πολεμικές αποζημιώσεις. Η Μολδαβία και τη Βλαχία παρέμειναν υπό ρωσικό επικυριαρχία μέχρι το τέλος του Κριμαϊκού πολέμου.

2.
Μετά τη Ναυμαχία του Ναβαρίνου και την καταστροφή του Αιγυπτιακού Στόλου , η Αίγυπτος του Μεχμέτ Αλή επιζητούσε απεγνωσμένα ανταλλάγματα για τη συμμετοχή του στην εκστρατεία εναντίον της Ελλάδος. Η άρνηση όλων των εμπλεκομένων (Οθωμανών, Γάλλων, Άγγλων)  να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε παραχώρηση  οδήγησε τον Μεχμέτ Αλή να προχωρήσει στην κατάληψη της Συρίας. Βρίσκοντας μια ασήμαντη αφορμή ο αιγυπτιακός στρατός με επικεφαλή τον υιό του Μεχμέτ Αλή, Ιμπραήμ πασά, εισέβαλε στη Συρία και την κατέλαβε αφού νίκησε δύο φορές των οθωμανικό στρατό (Μάιος –Ιούλιος 1832). Η οθωμανική κυβέρνηση τον αποκήρυξε τότε, επισήμως, και τον χαρακτήρισε αποστάτη. Ο Μεχμέτ Αλή επεδίωξε την έναρξη διαπραγματεύσεων, αλλά όταν η κυβέρνηση αρνήθηκε, κατηύθυνε τα στρατεύματά του προς την Ανατολία. Στις 27 Δεκεμβρίου 1832, οι οθωμανικές δυνάμεις κατατροπώθηκαν κοντά στο Ικόνιο.
Η ήττα αυτή άνοιξε, για τους Αιγύπτιους, το δρόμο προς την οθωμανική πρωτεύουσα. Ο Μεχμέτ Αλή καθυστερούσε στην προσπάθειά του να αρχίσει διαπραγματεύσεις. Οι Οθωμανοί , από την πλευρά τους, αναζητούσαν απελπισμένα ξένη βοήθεια εναντίον του. Η Βρετανία αρνήθηκε. Το ίδιο και η Αυστρία. Στην απελπισία του, ο σουλτάνος στράφηκε τώρα για βοήθεια στον παραδοσιακό εχθρό του, τον τσάρο. Οι Ρώσοι, που θεωρούσαν τον Μεχμέτ Αλή υποχείριο της γαλλικής κυβέρνησης (της Ιουλιανής μοναρχίας του Λουδοβίκου Φιλίππου) την οποία αντιπαθούσαν , θεώρησαν με τη σειρά τους πως είχαν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για μια μεγάλη διπλωματική νίκη και πρόσφεραν στο σουλτάνο διπλωματική και στρατιωτική υποστήριξη.
Όταν οι δυνάμεις του Ιμπραήμ πασά, μετά το τέλος των διαπραγματεύσεων με την οθωμανική κυβέρνηση, άρχισαν να βαδίζουν εναντίον της Κωνσταντινούπολης , ρωσικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στο Βόσπορο, στις 5 Απριλίου 1833. Αναχαίτισαν με επιτυχία όλες τις επιθέσεις του Ιμπραήμ και…η πρωτεύουσα σώθηκε. Οι Ρώσοι πέτυχαν τους διπλωματικούς τους στόχους με τη Συνθήκη του Χιουνκιάρ Ισκελεσί, που υπογράφτηκε τον Ιούλιο του 1833 και αποτέλεσε στην ουσία μια οκτάχρονη αμυντική συμμαχία ανάμεσα στη Ρωσία και στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η συνθήκη θορύβησε την ΜΒ, από τη διαγραφόμενη απειλή ρωσικής διείσδυσης στη Μέση Ανατολή.  Η καταπολέμηση του ρωσικού επεκτατισμού αποτέλεσε για τις επόμενες τρεις δεκαετίες ένα από τα καθοριστικά στοιχεία της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής.
 3.
Η μελέτη της ιστορίας βοηθά στην κατανόηση της διαχρονικής συμπεριφοράς των χωρών στο πεδίο των διεθνών σχέσεων όπου επικρατεί ο ρεαλισμός , η αυτοσυντήρηση, η επιβίωση και ο νόμος της ισχύος. Σε καμιά περίπτωση δεν προδιαγράφει τις μελλοντικές εξελίξεις. Η Ιστορία είναι ανοικτή. Από ένα είναι μπορούν να παραχθούν πολλαπλά δέοντα. Κανείς δεν γνωρίζει ποιο θα πραγματωθεί, διότι οι υπάρχουσες διαμεσολαβήσεις της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου είναι μοναδικές και δύσκολα προβλέψιμες.