Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Σε τι αλήθεια πιστεύει ο Wolfgang Schauble;



Οι περισσότεροι παρατηρητές της σύγχρονης γερμανικής σκηνής επισημαίνουν ότι μετά την ενοποίηση της Δυτικής και Ανατολικής  Γερμανίας άλλαξε ο τόνος της γερμανικής πολιτικής κουλτούρας. Άρχισαν να εμφανίζονται εκ νέου προβληματισμοί και θέματα που είχαν ξεχασθεί μετά τις πολιτικές εξελίξεις που ακολούθησαν την ήττα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
 Κυρίως επανήλθαν στο προσκήνιο οι συζητήσεις που είχαν αναπτυχθεί την περίοδο της δεκαετίας του 1920 το κύριο περιεχόμενο των οποίων ήταν προσανατολισμένο στις γερμανικές εθνικοεπαναστατικές παραδόσεις.  Βεβαίως , σήμερα  τουλάχιστον,  το γερμανικό ζήτημα  φαίνεται να μην συνδέεται τόσο με τα παραδοσιακά θέματα της Machtpolitik  και της Realpolitik, τα οποία έχουν βρει μια λύση(;) με την ένταξη της Γερμανίας στο ΝΑΤΟ και στο πολιτικοοικονομικό πλαίσιο της Ενωμένης Ευρώπης.  Συνδέεται κατά πρώτο και κύριο με τη γερμανική ταυτότητα. Προκρίνεται η συζήτηση σε πολιτιστικό επίπεδο.
 Όμως πριν αναφερθούμε σε αυτά τα ζητήματα θεωρούμε σκόπιμο να πούμε δύο λόγια για τον τρόπο που οι Γερμανοί, ιστορικά, αντιλαμβάνονται τη  Realpolitik. Η αναφορά δεν είναι τυχαία όπως θεωρούμε ότι θα δειχθεί στη συνέχεια.
Στη ρίζα της Realpolitik βρισκόταν ένα μεγάλο μέρος της γερμανικής εθνικής ιδεολογίας που μπορεί να συνοψισθεί στα εξής: « Ό,τι κι αν λένε οι άλλοι, η μόνη ρεαλιστική θέση είναι ότι η πολιτική βασίζεται στην αχαλίνωτη χρήση βίας. Πιο συγκεκριμένα, η διεθνής πολιτική δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα. Διότι παρά τις ωραίες λέξεις που μπορεί να μεταχειρίζονται οι ξένοι πολιτικοί ηγέτες, την κρίσιμη ώρα βασίζονται κι αυτοί στην ισχύ τους, για να πραγματοποιήσουν τους πολιτικούς τους σκοπούς. Και τη χρησιμοποιούν δίχως αναστολές, όπως κι οι Γερμανοί. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι Γερμανοί  είναι πιο ειλικρινείς» (Νόρμπερτ Ελίας, Ναζισμός και Γερμανικός Χαρακτήρας).
Η παραπάνω άποψη βρίσκεται πολύ κοντά στην ιστορική πραγματικότητα. Εκεί όμως που χρειάζεται να σταθούμε είναι η λέξη «ειλικρινείς». Ενώ η εθνική πίστη των Γερμανών στη Realpolitik συνδεόταν με την πίστη τους στον πόλεμο και στη χρήση της ένοπλης ισχύος ως έσχατο μέσο για την επίλυση συγκρούσεων μεταξύ των εθνών και έδειχναν ιδιαίτερη ευαισθησία στο ρόλο που έπαιζε η φυσική βία δεν έδειχναν ανάλογη ευαισθησία για τους περιορισμούς στην άσκηση της υπέρτερης ισχύος την οποία συνεχώς υπερτιμούσαν ως προς την μακροχρόνια αποτελεσματικότητά της, πιστεύοντας ότι πάντοτε θα λειτουργούσε υπέρ τους. Αυτή τη μονομέρεια των αντιλήψεών τους την ονόμαζαν ειλικρίνεια.
Αρνούνταν κατηγορηματικά να «ντύσουν» την ωμή βία με  την λεγόμενη «μαλακή ισχύ» ώστε να παραχθεί η ισχύς με τη σύγχρονη έννοια κάτι που , κυρίως οι Αγγλοσάξονες, αλλά και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά εθνικά κράτη το έχουν αναγάγει σε υπέρτατη τέχνη. Η απουσία  «μαλακής ισχύος»  σε συνδυασμό με την άτεγκτη προτεσταντική ηθική τους στην ουσία μετέτρεπε την γερμανική  Realpolitik σε ένα επικίνδυνο μίγμα κυνικού ρομαντισμού και άτεγκτης πορείας προς το πεπρωμένο.
Ας επανέλθουμε τώρα στα ζητήματα που ανέκυψαν μετά την ενοποίηση και αφορούν στην εκ νέου αναζήτηση της γερμανικής ταυτότητας. Μια συζήτηση που αποτελούσε ταμπού κατά το μεγαλύτερο μέρος της μεταπολεμικής περιόδου. Η συζήτηση γίνεται  στη βάση της ιστορικής ιδιαιτερότητας της Γερμανικής κοινωνίας και επιδιώκεται να δειχθεί ότι αυτή η ιδιαιτερότητα ισχύει μέχρι και σήμερα. Η πολιτιστική στροφή που έχει επισυμβεί στην Γερμανία προκαλεί αναπόφευκτη διάζευξη με την, μέχρι την ενοποίηση, πολιτική πρακτική, προαναγγέλλοντας μια διαφορετική πολιτική αντίληψη στις γερμανικές ελίτ. Οι συζητήσεις για την γερμανική ταυτότητα μοιραία λαμβάνουν χώρα σε ένα πλαίσιο στο οποίο τον πρώτο ρόλο έχουν παλαιές ιδέες που αποπνέουν συντηρητισμό και αντιδραστικό εθνικισμό. Ιδέες που , παρακάμπτοντας εντέχνως την περίοδο του Ναζισμού, θέλουν να ξαναγυρίσουν στις ιερές παραδόσεις της Δεύτερης Αυτοκρατορίας (τις οποίες κατέστρεψαν οι Ναζί ως μικροαστοί).Η συντηρητική αυτή αντίληψη έχει απλώσει την επιρροή της σε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών και διαμορφωτών της κοινής γνώμης.
Παράλληλα ο γερμανικός εθνικιστικός ιδεαλισμός  στηρίζει την  αποτελεσματικότητα της οικονομίας αλλά και στηρίζεται από αυτή. Στηρίζει  την  υπέρμετρη «ωμή βία» με την οποία επιβάλλουν ,εκεί που μπορούν, την οικονομική τους λογική, η οποία συνάδει με μερκαντιλιστκά πρότυπα (το εθνικό οικονομικό συμφέρον είναι πρώτιστο) και  με τη σειρά της στηρίζεται στη δύναμη που παρέχει η οικονομική ισχύς.
Ο Γερμανός υπουργός οικονομικών Wolfgang Schauble αποτελεί την επιτομή αυτών των αντιλήψεων. Ενώ η προηγούμενη γενιά πολιτικών ηγετών καθόρισε απόλυτα την εξωτερική πολιτική της με βάση το στόχο της πλήρους ενσωμάτωσης της Γερμανίας στην Ευρώπη και στο ΝΑΤΟ, μια νέα γενιά , αντιπροσωπευτικό δείγμα είναι ο  Wolfgang Schauble , δεν κάνουν καμία προσπάθεια να κρύψουν τη θεμελιώδη και απόλυτη πίστη τους στις αξίες του γερμανικού εθνικισμού.

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2016

Μια από τα ίδια.





Σε αντίθεση με το όσους  είχαν ελπίσει  ότι η βαθειά πολύπλευρη  κρίση που διέρχεται η χώρα θα οδηγούσε σε στοιχειώδη ποιοτική αλλαγή της συμπεριφοράς των πολιτικών κομμάτων της χώρας,  η αδήριτη πραγματικότητα δικαιώνει όλους όσοι είχαν τολμήσει να υποστηρίξουν (ζουν) ότι αντιθέτως αυτή όχι μόνο θα παραμείνει η ίδια αλλά και θα κατρακυλήσει σε χειρότερα επίπεδα. Μάλιστα η συμπεριφορά των πολιτικών κομμάτων οδηγεί σε οδυνηρές σκέψεις ότι τελικά «δεν υπάρχει πολιτικό κόμμα που να μη μαίνεται κατά της πατρίδας»(Paul Valery, Πνεύμα και Πολιτική).  Δυστυχώς κανένα πολιτικό κόμμα για το ζήτημα αυτό δεν δίνει καμία εξήγηση.  Καθένα έχει τα δικά του σκοτεινά σημεία, τις κρυφές του εκατόμβες και τα ανομολόγητα όνειρά του. Τους θησαυρούς του από απερίσκεπτα πράγματα και από προπέτειες. Όσα λησμόνησε στα σχέδιά του και όσα θέλει να κάνει να ξεχάσουν οι άλλοι. Αποσύρουν, προκειμένου να επιβιώσουν, όλα εκείνα τα οποία υπόσχονται προκειμένου να εξασφαλίσουν την ύπαρξή τους.  Συμπεριφέρονται «λαϊκιστικά»  όσο βρίσκονται εκτός εξουσίας και άλλο τόσο και περισσότερο  όταν βρίσκονται στην εξουσία. 
Μια απλή ματιά φθάνει, για να γίνει αντιληπτό ότι : ο Σύριζα θέλει να παραμείνει στην εξουσία, η Νέα Δημοκρατία να επανέλθει στην εξουσία, το ΠΑΣΟΚ να ξανακερδίσει τη χαμένη θέση του στο πολιτικό σκηνικό, το ΚΚΕ να διατηρήσει απλά την επιρροή του, η Χρυσή Αυγή  να ξεμπλέξει με τις δικαστικές περιπέτειες της, Το Ποτάμι πως θα επιβιώσει ως παραπόταμος πια κάποιου μεγαλύτερου ποταμού. Όλα τα υπόλοιπα «νέα» σχήματα να εκμεταλλευτούν το ρευστό σκηνικό μπας και μπορέσουν να «πωλήσουν» τον εαυτό τους σε όσο υψηλότερη τιμή στο πολιτικό παζάρι. Εν τω μεταξύ «η Ελλάδα ταξιδεύει» (Γ. Σεφέρης).  
Η συνεχής προσπάθεια των πολιτικών κομμάτων να επιβάλλουν τη βούλησή τους στον (εγχώριο) αντίπαλο αφενός τα κολακεύει, αφετέρου μπορεί να καταστρέψει την χώρα. Πολλές φορές συμβαίνει να επιτυγχάνεται η επιβολή της βούλησης επί των αντιπάλων αλλά άλλες τόσες φορές μπορεί να αποδειχθεί (ή έχει αποδειχθεί) μοιραία. Τα συμφέροντα της χώρας δεν πρέπει να συγχέονται με τις προσδοκίες κάθε πολιτικού κόμματος. Η εκπλήρωση των επιθυμιών τους δεν μας απομακρύνει από τη δυστυχία ή και τον χαμό της χώρας.
Πάντοτε η πολιτική θεμελιώνεται στην αδιαφορία της πλειονότητας των ενδιαφερομένων (η σιωπηλή πλειοψηφία όπως υποστήριζε ο Ρ. Νίξον), χωρίς την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα πολιτικής.  Υπ’ αυτή την έννοια θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι δομικό στοιχείο της πολιτικής είναι η τέχνη να εμποδίζονται οι άνθρωποι από το να αναμειγνύονται σε ό,τι τους αφορά. Στις  μέρες μας , λόγω των σημαντικών κοινωνικών διεργασιών και των  αλλαγών που έχουν επέλθει  σε όλες τις στιγμές του κοινωνικού γίγνεσθαι (πολιτική, οικονομική, πολιτιστική),   η ανάγκη συνεχούς αναφοράς «στην έννοια της ισότητα ως βασικού στοιχείου της έννοιας του λαϊκισμού» (Π. Κονδύλης : Η παρακμή του Αστικού πολιτισμού)  και της κυρίαρχης  σύγχρονης μαζικοδημοκρατικής κοινωνίας  καθίσταται απολύτως αναγκαία , με αποτέλεσμα το δομικό χαρακτηριστικό της πολιτικής , που αναφέραμε αμέσως παραπάνω, να λαμβάνει την εξής  μορφή : να εξαναγκάζονται οι άνθρωποι να αποφασίζουν για πράγματα με τα οποία δεν συμφωνούν. Με απλά λόγια καλούνται να συμμετάσχουν σε μια διαδικασία επικύρωσης ήδη προαποφασισμένων λύσεων ή επιλεγμένων με προσεκτικά κριτήρια εναλλακτικών προτάσεων , που όμως καταλήγουν στον ίδιο παρανομαστή.  Ο εγκλωβισμός είναι απόλυτος   και θανατηφόρος. Το πολιτισμικό DNA του ελληνικού πολιτικού συστήματος  είναι δεδομένο. Βεβαίως και της ελληνικής κοινωνίας (Κ .Μελάς, Το αφόρητο βουητό του κενού). Οι όποιες μεταλλαγές είναι αργόσυρτες  και βασανιστικές. Υπάρχουν  και προσπάθειες βίαιων μεταλλαγών  οι οποίες λόγω ότι πρωτίστως ενδύονται τεχνικά χαρακτηριστικά καταλήγουν σε αποτυχίες δυσκολεύοντας περαιτέρω τον «εκσυγχρονισμό»  της χώρας.  
 Το έργο ,αυτό, στην Ελλάδα, επαναλαμβάνεται συνεχώς από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Εμπειρικά απολύτως επιβεβαιωμένο (Κ. Μελάς :Μικρά Μαθήματα για την Ελληνική Οικονομία). Τα πολιτικά κόμματα εξακολουθούν να έχουν την ίδια συμπεριφορά , που χρησιμοποιούν από την ίδρυση του ελληνικού κράτους,  προκειμένου να παρουσιάσουν στο λαό είτε νίκες και θριάμβους τους είτε δραματικές μεταξύ τους συγκρούσεις  και «καταγγελίες» κατά αντιπάλων.
 Συγχρόνως , όμως, υπήρξαν περίοδοι στην ελληνική ιστορία , που επήλθε υπέρβαση αυτής της πάγιας κατάστασης των πολιτικών πραγμάτων, με αποτέλεσμα  σημαντικότατη  ωφέλεια για την χώρα (χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίοδος 1910-1920), μάλιστα μετά από έναν οδυνηρό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο και μια πολιτική κατάσταση που  αντανακλούσε ισχυρή κυβερνητική  αστάθεια (αξίζει να μελετήσουμε προσεκτικά την περίοδο 1897-1910).   
  Όμως κανείς δεν θα πρέπει να προβλέπει με βάση την ιστορία.  Άλλωστε η ιστορία είναι ένα από τα πιο επικίνδυνα προϊόντα που παρήγαγε ο ανθρώπινος εγκέφαλος, αν χρησιμοποιηθεί ιδεολογικά. Κάνει τους  ανθρώπους να ονειρεύονται, τους δημιουργεί ψευδοαναμνήσεις , καθιστά υπερβολικά τα ανακλαστικά τους, διατηρεί ανοικτές τις παλιές πληγές τους, τους απομακρύνει από την πραγματικότητά τους , στερώντας τους τη δυνατότητα να πράξουν όπως οι πραγματικές ανάγκες  επιβάλλουν.  

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΙΤΑΛΙΚΕΣ ΤΡΑΠΕΖΕΣ.(17.07.2016)




Στο προσκήνιο είναι οι ιταλικές τράπεζες αλλά θυμάμαι μια παλιότερη συζήτησή μας που αναδείκνυε το πρόβλημα, που ήταν σοβαρό, των ευρωπαϊκών τραπεζών συνολικά.
 Δεν έχει αλλάξει, από τότε, κάτι ουσιαστικό, συνεχίζουν να υπάρχουν τα δομικά προβλήματα. Και δεν θα αλλάξει αυτό εφόσον ταυτόχρονα και παράλληλα συνεχίζεται η συγκεκριμένη πολιτική δημοσιονομικής προσαρμογής, η λιτότητα, που δεν επιτρέπει σε μια σειρά χώρες, κυρίως του Νότου αλλά όχι μόνο, να προχωρούν σε μια μεγέθυνση έτσι ώστε μέσα απ’ αυτή να αρχίσει να λειτουργεί κανονικά και το τραπεζικό σύστημα. Στην ΕΕ υπάρχουν περίπου 1,0 δισ. ευρώ κόκκινα δάνεια και ως πρόβλημα δεν θα επιλυθεί εφόσον δεν αλλάξει και η πολιτική που τα δημιουργεί. Παρόμοια προβλήματα λύνονται με δυο πολύ συγκεκριμένους τρόπους. Ο πρώτος είναι μια διοικητικού τύπου παρέμβαση, πχ η δημιουργία μιας «κακής τράπεζας» που συγκεντρώνει όλα τα κόκκινα δάνεια ή με μια ριζική ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, σε μια ριζική απομείωση των μη αποτελεσματικών δανείων. Παράλληλα και ταυτόχρονα, για να μην επανέλθει το πρόβλημα, θα πρέπει οι τράπεζες να κάνουν αυτό που είναι το φυσικό έργο τους: να παίρνουν καταθέσεις και να δίνουν δάνεια. Όσο εξακολουθούν, επειδή θέλουν να εμφανίζουν κέρδη στους μετόχους τους, να προσφεύγουν σε επενδύσεις ή τοποθετήσεις σε χρηματοπιστωτικά προϊόντα με μεγάλο ρίσκο ή παράγωγα κτλ, δεν αλλάζει η κατάσταση.
Τώρα, όμως, «κίνδυνο» στις τράπεζες φέρνουν και τα υπερχρεωμένα κράτη εφόσον έχουν αγοράσει τα ομόλογά τους.
 Ισχύει κι αυτό. Φτάνουμε, τελικά, στα όρια μιας πολιτικής που ξεκινάει από τη δεκαετία του ’90 η οποία, υπό μία έννοια, απαγορεύει τη νομισματοποίηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Οι Κεντρικές Τράπεζες δεν μπορούν να δανείσουν τις χώρες τους. Έτσι, αυτομάτως δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Οι χώρες να εξαρτώνται από τα ιδιωτικά κεφάλαια, οι τράπεζες επίσης.
Να δούμε, λοιπόν, τώρα τι ακριβώς συμβαίνει στην Ιταλία.
 Το πρώτο που πρέπει να διευκρινίσουμε είναι ότι αυτά τα 360 δισ. κόκκινων δανείων δεν είναι όλα κόκκινα, με την έννοια ότι οι δανειολήπτες είναι αφερέγγυοι. Μόνο για τα 200 δισ. ισχύει αυτό. Τα υπόλοιπα μπορούν να ξαναμπούν σε ρύθμιση και να γίνουν «ζωντανά». Οι τράπεζες, επίσης, έχουν κάνει ήδη προβλέψεις περίπου 61%, περίπου 120 δισ., άρα παραμένουν ακάλυπτα 80 – 85 δισ., δεν είναι τόσο μεγάλο πρόβλημα για μια χώρα όπως η Ιταλία.
Άρα πώς ερμηνεύεται η οξεία τοποθέτηση Ρέντσι επ’ αυτού;
 Η ιταλική κυβέρνηση σε καμιά περίπτωση δεν θέλει να εφαρμόσει το νέο θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ, δηλαδή το Βail in, να πληρώνουν δηλαδή οι μέτοχοι και οι καταθέτες και όχι οι φορολογούμενοι, μέσω κρατικής στήριξης. Θα υπάρχει τεράστιο πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση. Όπως είναι γνωστό επίκειται δημοψήφισμα στην Ιταλία και αν ο Ρέντσι το χάσει έχει πει ότι θα παραιτηθεί. Αν δούμε τη χρηματοδότηση των τραπεζών, το 50% αποτελείται από  καταθέσεις και το 50% retail bonds (ομόλογα που κυρίως κατέχουν οι μικροί αποταμιευτές). Αυτό, λοιπόν, δεν μπορεί να το δεχθεί όχι μόνο ο Ρέντσι αλλά κανένας. Και ο Ρέντσι και ο Βίσκο, ο Κεντρικό Ιταλός τραπεζίτης, έχουν αναγνωρίσει ότι έχουν καθυστερήσει να πάρουν τα κατάλληλα μέτρα, όταν θα έπρεπε, δηλαδή το 2010. Θα επέτρεπαν μια γερή ανακεφαλαιοποίηση τν ιταλικών τραπεζών, με κρατική παρέμβαση, με τον παλιό νόμο το bail out, όπως έκαναν οι Γερμανοί. Τι έκαναν ακριβώς; Προχώρησαν πρώτα με τις αλλαγές Σρέντερ στην αγορά εργασίας το 2000. Το 2009 προχώρησαν με τη δημιουργία μιας κακής τράπεζας 250 δισ. και ανά-κεφαλαιοποίησαν όλες τους τις τράπεζες. Τώρα φέρνουν το περίφημο bailin και καλούν όλους τους άλλους, που δεν είχαν προχωρήσει σε μέτρα ενωρίτερα, να το εφαρμόσουν. Το θέμα επομένως είναι τώρα πολιτικό. Ο Ρέντσι δεν υπάρχει περίπτωση να κάνει πίσω. Θα βρεθεί ένας τρόπος, θα υπάρξει συμβιβασμός.
Γράφτηκε ήδη στον Τύπο ότι προσανατολίζονται στη λύση της εγγύησης από το κράτος της αξίας των χαρτοφυλακίων με κόκκινα δάνεια που θα πωληθούν. Αυτό δεν είναι πιο κοντά στην άποψη Ρέντσι;
Στην ουσία αυτό σημαίνει το εξής. Επειδή από το 2012 έως και το 2014 πωλήθηκαν δάνεια ύψους 11 δις ευρώ ,  σε χαμηλή αξία. Με την κίνηση αυτή τώρα το ιταλικό δημόσιο προσβλέπει στην αύξηση της αξίας αυτών των δανείων. Επομένως, προσβλέπει και στην ελαχιστοποίηση της ζημιάς που θα εγγράψουν οι ιταλικές τράπεζες. Εγγύηση του κράτους σημαίνει ότι αν αυτά δεν πληρωθούν θα τα πληρώνει το κράτος, άρα θα υπάρχει ασφάλεια για τους αγοραστές. Στην Ιταλία, όμως, υπάρχει και κάτι ακόμη που δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Υπάρχει ο Άτλαντ, ένα  ταμείο, με κρατική διοίκηση, το οποίο έχει κεφάλαιο 5 δισ. βάσει των οποίων θα αγοραστούν δάνεια και θα δοθεί η εγγύηση. Το κράτος συμμετέχει με 500 εκ. και τα υπόλοιπα τα έχουν βάλει οι τράπεζες που είναι υγιείς επιχειρήσεις και επί της ουσίας δεν πρόκειται για χρήματα των φορολογουμένων. Τώρα οι Γερμανοί και η Κομισιόν το θεωρούν κρατικό επειδή η διοίκησή του είναι κρατική, όμως οι Ιταλοί δεν το δέχονται. Υπάρχει σύγκρουση εδώ. Κατά την άποψή μου θα βρεθεί μια λύση. Το θέμα όμως είναι πολιτικό διότι όποια λύση δοθεί για τις ιταλικές τράπεζες θα καθορίσει, από εδώ και πέρα, πώς θα εξελιχθεί η πορεία για την ενοποίηση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος ή τι θα κάνουν και οι άλλες χώρες. Μην ξεχνάμε ότι η Ιταλία είναι η Τρίτη  οικονομική δύναμη  της ΕΕ, δεν είναι Ελλάδα.
Ο Σόιμπλε, ωστόσο, επιμένει ότι η λύση «θα βρεθεί εντός του πλαισίου των ευρωπαϊκών θεσμών»!
Τι θα κάνει, δηλαδή η Γερμανία, θα την τιμωρήσει; Υπάρχει, ασφαλώς σύγκρουση πολιτική εδώ που δεν γνωρίζουμε ακόμη πώς θα επιλυθεί. Είμαστε συνηθισμένοι να βρίσκεται ένας συμβιβασμός, ή να καλύπτονται τα προβλήματα κάτω από το χαλί. Να δούμε. Πάντως δεν νομίζω ότι ο Ρέντσι θα κάνει πίσω παρά τα όσα λέει ο Σόιμπλε ή ο ομοϊδεάτης του, ο Ντάισελμπλουμ. Η λύση της κρατικής εγγύησης των προβληματικών χαρτοφυλακίων ενώ θα πωλούνται, πχ, είναι πολύ πιο κοντά στην άποψη Ρέντσι. Μπορεί, ακόμη, να επιλεγεί και η λύση της απευθείας ανακεφαλαιοποίησης με χρήματα, πχ, από τον Άτλαντα. Μάλιστα, υπάρχει τώρα στα σενάρια και ένα νέο Ταμείο (Fund) ο Ιάσωνας, με κρατική πρωτοβουλία. Είμαστε, επομένως, σε μια διαδικασία που έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον από πολιτική άποψη, διότι υπάρχει μια σύγκρουση που μπορεί να οφείλεται σε οικονομικά δεδομένα, αλλά είναι πολιτική. Είδατε πώς εξελίχθηκε η διαδικασία του ελλείμματος για την Ισπανία και Πορτογαλία: αποφάσισαν να μην προχωρήσουν σε κυρώσεις 0,2% του ΑΕΠ και στέρηση χρηματοδοτήσεων αλλά να πάρουν διορθωτικά μέτρα …..
Η παρέμβαση της Ντόιτσε Μπανκ στο πλαίσιο αυτό, ουσιαστικά παίρνει το μέρος των Ιταλών.
 Η Ντόιτσε Μπανκ, μέσω του επικεφαλής των οικονομολόγων κ. Λάντοου, είπε μια αλήθεια. Το τραπεζικό σύστημα στην Ευρώπη δεν μπορεί να διασωθεί με τους τρόπους που υποστηρίζει ο Ντάισελμπλουμ, δηλαδή να λύσουν μόνοι τους τα προβλήματά τους. Διότι οι τράπεζες δεν παράγουν ένα κοινό προϊόν, αλλά το αίμα της οικονομίας. Όταν μια τράπεζα λύσει τα προβλήματά της μόνη, άρα δεν θα έχει αίμα, δεν θα έχει αίμα και η οικονομία. Υποστήριξε, λοιπόν, ότι είναι καλό σ’ αυτή τη φάση να δημιουργηθεί ένα ευρωπαϊκό Fund 150 δισ. το οποίο θα προχωρήσει σε δραστικές κεφαλαιοποιήσεις των ευρωπαϊκών τραπεζών. Αυτό, δηλαδή, που έκαναν οι Αμερικανοί.
Υποκρύπτει και τα προβλήματα της ίδιας της Ντόιτσε Μπανκ;
 Σαφώς έχει κι αυτή προβλήματα. Στις 29 Ιουλίου θα ανακοινωθούν τα νέα stress test, για 60 περίπου τράπεζες. Θα δούμε τότε τι προβλήματα θα προκύψουν. Λέγονται ονόματα τραπεζών με προβλήματα όπως η Ντόιτσε Μπανκ, η ισπανική Σανταντέρ, η ιταλική       Monte dei Paschi        . Εν πάση περιπτώσει, υπάρχουν προβλήματα στο ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να βάλουμε τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων και να συνεχίζουν να διοικούν οι ίδιοι. Δεν μπορούμε να χειριζόμαστε αυτά τα ζητήματα αλά Ελλάδα, όπου με 10% συμμετοχή των μετοχών κράτησαν και τις διοικήσεις! Ή πρέπει να προχωρήσουμε σε μια δραστική - όχι βέβαια τέτοια που να διαλύει το τραπεζικό σύστημα - δηλαδή εκκαθάριση. Μια εκκαθάριση μ’ αυτό τον συγκεκριμένο τρόπο, με χρήματα τα οποία θα πάνε και θα επανα-καθορίσουν τις τράπεζες για να μπορέσουν να λειτουργήσουν.
Αναλυτές εκτιμούν ότι υπάρχει κίνδυνος να περάσουμε σε μια αργή, μακροχρόνια πτωτική πορεία στις τράπεζες.

Δεν υπάρχει καμία περίπτωση, το έχω πει παλιότερα συζητώντας και μαζί σου, να αναρρώσει το τραπεζικό σύστημα αν δεν αναρρώσει η οικονομία. Ούτε και ανάρρωσή του σημαίνει και ανάρρωση της οικονομίας. Αυτά είναι θεωρητικές αστειότητες. Πρώτα θα αναρρώσει η οικονομία, άρα πρώτα χρειάζεται να παρθούν μέτρα που οδηγούν σε μεγέθυνση της,  με επενδύσεις δημόσιες, ευρωπαϊκές κτλ. Μετά οι τράπεζες θα μπορέσουν να πάρουν την πρώτη ύλη τους από το παραγόμενο νέο διαθέσιμο εισόδημα, ως καταθέσεις και να το πάνε στην οικονομία. Και βέβαια πρέπει να προσεχθούν οι μεγάλες τράπεζες σε σχέση με το πρόβλημα που τις αποσταθεροποιεί, των παραγώγων.
Όλα αυτά θα επηρεάσουν, κατά τη γνώμη σου, και τις λύσεις για τις ελληνικές τράπεζες;
Όλα αυτά φέρνουν νέους προβληματισμούς και αυτοί κερδίζουν έδαφος. Το αν θα το εκμεταλλευθεί η κυβέρνηση ή αν έχει τη δυνατότητα να το εκμεταλλευθεί – η Ελλάδα δεν είναι Ιταλία – είναι ένα άλλο θέμα. Αυτά εδώ έπρεπε να έχουν γίνει από το 2010. Και το 2012 ακόμη μπορούσε, παράλληλα με το PSI έπρεπε να γίνει και το PSI του ιδιωτικού δανεισμού. Αυτό έκαναν, πχ, οι Ιρλανδοί οι οποίοι έφτιαξαν μια τράπεζα, έναν οργανισμό ο οποίος αγόρασε όλα τα κόκκινα δάνεια. Δυστυχώς διαιωνίζεται η κατάσταση. Παρά την πιστωτική επέκταση του Ντράγκι οι τράπεζες δεν προχωρούν διότι έχουν δυο μεγάλα προβλήματα. Πρώτον, δεν υπάρχει αυξημένη ζήτηση και αν υπάρχει κάπου , τα κριτήρια που τίθενται (η Βασιλεία ΙΙΙ) είναι πολύ υψηλά. Επομένως, οι τράπεζες δεν μπορούν να δανείσουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά  που δεν έχει τη λειτουργική πηγή αποπληρωμής. Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε ένα λειτουργικό αδιέξοδο. Εάν δεν λειτουργήσει το τραπεζικό σύστημα, με όρους κλασικής τραπεζικής, δύσκολα θα μπορέσουμε να ξεφύγουμε από το πρόβλημα.
 Η κυβέρνηση πήρε απολύτως αρνητική απάντηση στην επιστολή Δραγασάκη – Τσακαλώτου προς τους θεσμούς με τις αιτιάσεις της για τον τρόπο στελέχωσης της ηγεσίας των τραπεζών. Πώς το σχολιάζεις;
 Πιστεύω ακράδαντα ότι, βεβαίως, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα υπάρχει διαπλοκή με τις επιχειρήσεις και τα ΜΜΕ. Δεν είναι όμως τωρινό φαινόμενο. Ποιοι δεν θυμούνται τα παγωμένα δάνεια της δεκαετίας του ’50 κτλ. Το φαινόμενο πάει πολύ πίσω, στη δεκαετία του ’30. Βεβαίως, λοιπόν, τίθεται το πρόβλημα. Το θέμα, όμως, είναι ότι με το θεσμικό πλαίσιο που τέθηκε για τις διοικήσεις των τραπεζών θολώνει την πραγματικότητα. Δηλαδή, καθιστά το τραπεζικό σύστημα, που είναι η καρδιά της οικονομίας, ν’ ανήκει μόνο στους τραπεζίτες. Αποκλείει οποιοδήποτε επιχειρηματία ή άνθρωπο της αγορά. Το παραχωρεί μόνο στους τεχνοκράτες – τραπεζίτες, οι οποίοι κοιτούν νούμερα και όχι ανάγκες της πραγματικής οικονομίας. Είναι λανθασμένος τρόπος, δεν θα μπορεί να λειτουργήσει ειδικά στις συνθήκες της ελληνικής οικονομίας. Θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα απ’ αυτά που επιχειρεί να λύσει.

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Η τουρκική οικονομία έχει χάσει τη δυναμική της.

Η τουρκική οικονομία έχει χάσει τη δυναμική της: ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ την περίοδο 2011-2015 έχει κατέλθει στο 3,5% (ετήσιος μέσος όρος) έναντι 8,3% την περίοδο 2002-2009. Παρά τη σημαντική μείωση της μεγέθυνσης του ΑΕΠ, εντούτοις τα αποτελέσματα αυτά ήταν πολύ καλύτερα από τα αντίστοιχα των υπολοίπων αναδυομένων χωρών. Τούτο οφείλεται  αποκλειστικά στη μεγέθυνση της εγχώριας κατανάλωσης και όχι στο καθαρό αποτέλεσμα των εξαγωγών όπως υποστηρίζει το ευρισκόμενο παγκοσμίως εν ισχύ, κυρίαρχο οικονομικό υπόδειγμα.

Το πτωχό αποτέλεσμα των εξαγωγών συντελέσθηκε παρά τη δραστική μείωση της αξίας της τουρκικής λίρας (Γραφική παράσταση 3) έναντι των νομισμάτων των βασικών της εμπορικών εταίρων. Η συνολική εγχώρια κατανάλωση αγγίζει το 85,0% του ΑΕΠ (ιδιωτική 70,0% και δημόσια 15,5%). Η συμμετοχή της στη μεγέθυνση του ΑΕΠ υπολογίζεται στο 4,6% ενώ αντίστοιχα η καθαρή συμμετοχή του εξωτερικού τομέα είναι αρνητική και υπολογίζεται στο -0,3% (2015).

Με τη σειρά της η εγχώρια κατανάλωση εξαρτάται από τον συνεχή επεκτατικό δανεισμό με υψηλότατα επιτόκια. Η πιστωτική επέκταση έφθασε στο 20,7% (2015).
 Σύμφωνα με τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας της Τουρκίας ο δανεισμός των νοικοκυριών είναι περίπου στο ύψος του προσωπικού εισοδήματος, έναντι του περίπου 20,0% στις ΗΠΑ (Γραφική παράσταση 1). Το μέσο επιτόκιο των δανείων ανέρχεται περίπου στο 17,0%.
Γραφική παράσταση 1.


Τα παραπάνω σημαίνουν ότι οι Τούρκοι πληρώνουν περίπου το 14,0% του προσωπικού τους εισοδήματος για την εξυπηρέτηση του δανεισμού, έναντι περίπου 5,0% μια δεκαετία πριν ( στις ΗΠΑ, η εξυπηρέτηση του δανεισμού είναι 10,0% του διαθέσιμου εισοδήματος , το οποίο είναι μικρότερο από το προσωπικό εισόδημα, έναντι 14,0% το 2007 ακριβώς πριν την κρίση). Όπως  γίνεται αντιληπτό αυτό δημιουργεί προβλήματα στη συνέχιση της εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών τους σε μεσοπρόθεσμη περίοδο, κάτι που προφανώς θα δημιουργήσει προβλήματα στο τραπεζικό σύστημα αλλά και στην οικονομία γενικότερα.

Γραφική παράσταση 2.


Η κατάρρευση των τιμών του πετρελαίου μείωσε σημαντικά το κόστος των τουρκικών εισαγωγών , το οποίο έπεσε περίπου κατά 8,0% ετησίως. Αυτό θα έπρεπε να είχε οδηγήσει  σε μείωση του εξωτερικού δανεισμού της χώρας. Αντιθέτως, ο εξωτερικός δανεισμός της χώρας , σύμφωνα με τα στοιχεία της BIS, αυξήθηκε κατά 20,0% κατά τη διάρκεια του περασμένου χρόνου.
Θετικό σημείο εξακολουθεί να είναι η εισροή ΑΞΕ στην τουρκική οικονομία: την περίοδο 2012-2015, ο ετήσιος μέσος όρος εισροής ανήλθε στα 10,3 δις δολάρια περίπου το ίδιο ύψος με την περίοδο 2005-2011.   

Ο πληθωρισμός κυμαίνεται σε ετήσια βάση στο 8,8% τους πέντε πρώτους μήνες του 2016, αυξημένος έναντι του έτους 2015 :7,7%.
Η χρηματοδότηση των τουρκικών τραπεζών από τις παγκόσμιες αγορές κεφαλαίων, βρίσκεται σε επικίνδυνη κατάσταση με σαφή τάση αύξησης του κόστους, εντός ενός περιβάλλοντος πλήρους αβεβαιότητας. Επίσης το τραπεζικό σύστημα πλήττεται από τη χαμηλή οικονομική μεγέθυνση, την αυξημένη δολαριοποίηση των στοιχείων παθητικού και τη μεγάλη μεταβλητότητα που επικρατεί στις αναδυόμενες αγορές. Πολλές χώρες έχουν συμμετάσχει στην χρηματοδότηση του τραπεζικού συστήματος έτσι ώστε να αναπτυχθεί. Τα κράτη του Κόλπου φαίνεται να έχουν χρηματοδοτήσει την Τουρκία κατά τη διάρκεια 2013-2014, όταν η χώρα παρουσίαζε υψηλότατο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Το ίδιο και οι ευρωπαϊκές χώρες.
Ο λόγος δανείων προς καταθέσεις βρίσκεται στο 120,0% , ο δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας στο 13,0% και τα δάνεια σε καθυστέρηση ανέρχονται στο 3,1%.
Παρά τα παραπάνω στοιχεία όλοι έχουν κατανοήσει ότι οι ισολογισμοί των τουρκικών τραπεζών είναι εύθραυστοι, αλλά υπάρχουν πολιτικοί λόγοι να διατηρηθεί η συνεχής χρηματοδότησή τους.  
 Φθάνει να σπάσει σε ένα σημείο η αλυσίδα ανατροφοδότησης των τουρκικών τραπεζών και να δημιουργηθούν προβλήματα που σήμερα δεν «υπάρχουν». Το τραπεζικό σύστημα λειτουργεί σε επίπεδο υψηλής πιστωτικής επέκτασης στηριζόμενο σημαντικότατα στη συνεχή εισροή πόρων που δεν μπορεί να συνεχίζεται στο διηνεκές.

  Είναι πολύ πιθανό, να μην πούμε βέβαιο , ότι τα γεγονότα τα σχετιζόμενα με την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος θα αυξήσουν την αβεβαιότητα στην τουρκική οικονομία αλλά και θα οξύνουν τα προβλήματα στην πραγματική οικονομία (τουρισμός, εμπόριο, συναλλαγματική ισοτιμία της λίρας κτλ), δυσκολεύοντας περαιτέρω τις οικονομικές εξελίξεις και κατά συνέπεια και τις πολιτικές. Δεν είναι βέβαιο ότι η νέα πολιτική σταθερότητα των κυβερνήσεων Ερντογάν θα συνοδεύεται και από τη συναίνεση της κοινωνίας κάτι που του είχε εξασφαλίσει σε μεγάλο βαθμό τη σημαντικότατη μεγέθυνση της οικονομίας την περίοδο 2002-2011.   

Γραφική παράσταση 3.