Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2016

Η πολιτική πρόκληση στην επόμενη δεκαετία.




Χρειάζεται να είμαστε στοχαστικοί και προσεκτικοί όταν αναλύουμε σημαντικές εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον και ειδικότερα στο άμεσο περιβάλλον στο οποίο δρα η χώρα μας. Οι εύκολες ερμηνείες, προκειμένου να ικανοποιηθούν φτηνοί ιδεολογισμοί και αρρωστημένες φαντασιώσεις ,πέρα από το ότι είναι απόρροια εξυπνακίστικης ημιμάθειας, πρόχειρο και επιφανειακό ανακάτεμα των πάντων με τα πάντα, είναι βέβαιον ότι ,οδηγούν σε επικίνδυνες ατραπούς.
Οι μηχανισμοί της ετερογονίας των σκοπών στην ιστορία , αναλύονται συγκεκριμένα μόνο με βάση μιαν εκτεταμένη γνώση της ιστορίας από πρώτο χέρι και μια κοινωνιολογική παιδεία ικανή να αξιολογήσει ιστορικό υλικό  αντλημένο με τέτοιον τρόπο. Η γνώση της ιστορίας ως κοινωνικής ιστορίας τέμνεται πάλι με τη γνώση της ιστορίας των ιδεών , που με τη σειρά της δεν γίνεται κατανοητή χωρίς την παρακολούθηση της ιστορίας ορισμένων κεντρικών θεωρητικών προβλημάτων , οπότε μπαίνουμε στα πεδία της φιλοσοφίας , της θεολογίας ή και της τέχνης ως άκρως ευαίσθητου σεισμογράφου κοσμοθεωρητικών μετατοπίσεων. Η διπλή ιδιότητα του «ιστορικού των ιδεών» και του «κοινωνικού ιστορικού»  επιτρέπει την αποφυγή τόσο μιας ιστορίας των ιδεών  ανίκανης να προβεί σε «μιαν ιστορικά και κοινωνιολογικά εναργή σύλληψη των συγκεκριμένων υποκειμενικών της φορέων μέσα στις συγκεκριμένες αντικειμενικές τους καταστάσεις» όσο και μιας «ιστορίας των θεωρητικών προβλημάτων» που θα αγνοούσε τη «διαμόρφωση των ιδεών υπό την πίεση της εκάστοτε εσωτερικής λογικής τους» .
Η εύκολη έως και χυδαία μεθοδολογικά κατηγοριοποίηση των, όλων και περισσότερο διογκούμενων , κοινωνικών διεργασιών  που παρατηρούνται στις χώρες της αναπτυγμένης Δύσης (Ευρώπη και ΗΠΑ) ως εθνικολαϊκιστικών (όρος που στην εποχή μας χρησιμοποιείται σαν το μοναδικό κλειδί που λύνει όλα τα σύγχρονα θεωρητικά και κοινωνικά προβλήματα) δεν προσφέρει απολύτως καμία θεωρητική ερμηνεία – κατανόηση του τι πραγματικά διακυβεύεται εκεί στον πυρήνα των κοινωνικών διεργασιών. Παράλληλα επιτρέπει στις πολιτικές ελίτ να συνεχίζουν να αδιαφορούν εξακολουθώντας να ασκούν τις ίδιες πολιτικές που έχουν προκαλέσει τις παρατηρούμενες κοινωνικές διεργασίες. Στοχεύει όχι στην πραγματικότητα των προβλημάτων, αλλά σε όσους επιχειρούν να δώσουν τον δικό τους τόνο στα συγκεκριμένα προβλήματα και να προωθήσουν τις δικές τους ιδεολογικές και πολιτικές επιλογές οι οποίες βρίσκονται στον αντίποδα όσων χρησιμοποιούν την έννοια  του εθνικολαϊκισμού ως  αναλυτική κατηγορία. Είναι γνωστό ότι τα ακραία δεξιά στοιχεία είναι αυτά που  δίνουν τον τόνο μέσω υπερβολών, κυνισμών, χυδαιοτήτων , ψεμάτων.      

 Όμως, όπως μόλις υπαινιχτήκαμε, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι υπάρχει ένα πραγματολογικό στοιχείο το οποίο είναι καταλυτικό στις αποφάσεις μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων : μεγάλη δυσαρέσκεια ενάντια στις ακολουθούμενες πολιτικές αλλά και στον τρόπο διαχείρισης της εξουσίας. Δύο όψεις μιας πραγματικότητας που ο απλός ψηφοφόρος τις συνδέει αιτιακά, μάλιστα θέτοντας ως αιτία τον τρόπο διαχείρισης της εξουσίας και ως αποτέλεσμα την ασκούμενη πολιτική. Συνεπώς στο μυαλό του ψηφοφόρου απόλυτα υπεύθυνο είναι το υπάρχον πολιτικό σύστημα.

Αυτή η δυσαρέσκεια που μετατρέπεται σε οργή και πολλές φορές σε λεκτική και όχι μόνο βία, ενδυναμώνεται στις δυτικές δημοκρατίες, από τον τρόπο που αντιμετωπίζεται εντός του πλαισίου του συνταγματικού φιλελευθερισμού, της «τεχνικότητας» και της κανονιστικής νομιμότητας του νομοθετικού κράτους : αυτό που εν τέλει απειλεί τη δημόσια σφαίρα δεν είναι η βία αλλά οι «κανόνες», η προσπάθεια «ομαλοποίησης» των πολιτικών διαφορών, η τεχνικότητα της «μετα-βιομηχανοποίησης», η μαζικοδημοκρατία, ο λειτουργισμός και ο οικονομικός υπολογισμός. Η αύξουσα «τεχνικότητα» του κράτους, δηλαδή η τυποποιημένη διακυβέρνηση διαμέσου διοικητικής οργάνωσης και διοικητικών μέτρων, δεν περιορίζει μόνο τον χώρο της πολιτικής αλλά συνάμα ανοίγει την πόρτα για μια μετατόπιση προς την αυταρχική διακυβέρνηση. Με διάφορα προσχήματα ή και αλήθειες αρκετές φορές εγκαθίσταται σιγά αλλά σταθερά και με σαφήνεια ο περιορισμός των δικαιωμάτων.

Μέσα σε αυτό το δημιουργημένο περιβάλλον γίνεται αμέσως αισθητό ότι απουσιάζει η αυθεντικότητα της πολιτικής πράξης. Δεν μπορεί όλοι οι άνθρωποι να γεννηθούν και να πεθάνουν, ως δεξιοί σοσιαλδημοκράτες. Είναι αδύνατον να συζητούν και να αποφασίζουν , όλοι, με βάση την επικοινωνιακή άποψη του Habermas, ή το κανονιστικό δικαιϊκό πλαίσιο του Rawls. Για αυτό αυτές οι αντιλήψεις δεν αντανακλούν παρά ελάχιστη μερίδα των πολιτών που δρουν στις κοινωνίες της αναπτυγμένης δύσης. 

Την διαδικασία επαναφοράς της αυθεντικότητας της πολιτικής πράξης   επιδιώκουν να αναλάβουν μια σειρά κινήματα τα σημαντικότερα των οποίων συνήθως βρίσκονται στο χώρο της άκρας δεξιάς. Τουλάχιστον αρχικά έτσι πιστεύουν. Λειτουργώντας με έντονη κριτική διάθεση εναντίον του νομοθετικού κράτους , επικαλούμενα κυρίως την αρχή της πλειοψηφίας, εκμεταλλευόμενα τη βαθιά αποστροφή –δυσαρέσκεια που αγγίζει και τα όρια του μίσους για τους υπάρχοντες θεσμούς ,οι οποίοι επί της ουσίας αναπαράγουν και διαιωνίζουν ένα σάπιο καθεστώς που συντηρεί συνεχώς τα ίδια και τα ίδια πολιτικά πρόσωπα (οικογένειες) ,αρχίζουν να υπονομεύουν το μονοπώλιο της πολιτικής από το κράτος.

Μέσω της  μυθοποίησης της εξουσίας που είναι σύμφυτη με τα κινήματα αυτά, υποδηλώνεται με όλους τους τρόπους  ότι η κατάληψη της εξουσίας, θα κατορθωνόταν τόσο πιο εύκολα όσο πιο απομακρυσμένοι ήταν οι πολίτες από τις πηγές εξουσίας.  Όμως η σημερινή πραγματικότητα σε αντίθετη κατεύθυνση οδηγεί. Η σταδιακή κατάληψη δήμων, περιφερειών , βουλευτικών εδρών κτλ γκρεμίζει όλες αυτές τις αντιλήψεις φέρνοντας τη γρήγορη ενσωμάτωση όλων αυτών των κινημάτων στην καθεστηκυία τάξη, αλλά με τρόπο που αποσαρθρώνει και τα τελευταία στηρίγματα του νεωτερικού κράτους. Το πρόβλημα διαιωνίζεται, βαθαίνει, χειροτερεύει.  Οι μελλοντικές εξελίξεις προβλέπονται  δυσοίωνες όσο πιο περίπλοκες και διασπασμένες γίνονται οι κοινωνίες ακολουθούμενες από τον πλήρη κατακερματισμό του σημερινού ατόμου. Το κομματικοπολιτικό τοπίο στην προσπάθειά του να επιβιώσει και να συνεχίσει να κυβερνά, μετατρέπεται σε συλλέκτη απίστευτου αριθμού «ιδιαίτερων συμφερόντων» τα οποία τις περισσότερες φορές βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση μεταξύ τους, γεγονός που καθιστά εκ προοιμίου αδύνατη την πραγμάτωσή τους. Ας μην κάνουμε αναφορά σε ιστορικά προηγούμενα διότι τα συναγόμενα συμπεράσματα είναι πολύ χειρότερα και προκαλούν τρόμο.  Όμως , όταν η αδήριτη πραγματικότητα σε οδηγεί σε απόγνωση η λειτουργία του θυμικού είναι καταλυτική. Οι αποφάσεις των ανθρώπων σπάνια οδηγούν στην επίτευξη των στόχων για τους οποίους πάρθηκαν. Γι’ αυτό το λόγο και η ιστορία είναι ανοικτή και δύσκολα προβλέψιμη.  

Ας το πούμε όσο πιο καθαρά μπορούμε:

Η πολιτική πρόκληση για πολλές χώρες είναι να αναπτύξουν μια «υπεύθυνη οικονομική αυτάρκεια» στο πλαίσιο του εθνικού κυρίαρχου κράτους τους. Είναι ξεκάθαρο πως οι ψηφοφόροι διψούν πολιτικές που ευνοούν τα τοπικά συμφέροντα έναντι ευρύτερων οικουμενικών ανησυχιών. Η αντιμετώπιση αυτής της δίψας με δημιουργικό, αντί για καταστροφικό τρόπο είναι η πρόκληση της ερχόμενης δεκαετίας. Γνωρίζουμε πως ούτε η αδιαφορία για την δίψα αυτή, ούτε η εξήγηση πως βασίζεται σε λανθασμένες πεποιθήσεις, είναι βιώσιμη στρατηγική.

 


Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ θεοῦ τῷ θεῷ (από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο κβ':21).




Χρειάζεται να είμαστε στοχαστικοί και προσεκτικοί όταν αναλύουμε σημαντικές εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον και ειδικότερα στο άμεσο περιβάλλον στο οποίο δρα η χώρα μας. Οι εύκολες ερμηνείες προκειμένου να ικανοποιηθούν φτηνοί ιδεολογισμοί και αρρωστημένες φαντασιώσεις ,πέρα από το ότι είναι απόρροια εξυπνακίστικης ημιμάθειας ,οδηγούν σε επικίνδυνες ατραπούς.
Η ενοποιητική διαδικασία που σχεδιάστηκε από τον σοσιαλιστή Delor αλλά ουσιαστικά υιοθέτησε το σύνολο των γερμανικών απόψεων (Υπουργείου Οικονομικών και Γερμανικής Κεντρικής Τράπεζας) εξ αρχής ήταν υπονομευμένη για δύο βασικούς λόγους:
Πρώτος λόγος , η όλη αρχιτεκτονική δημιουργίας του ενιαίου νομίσματος στηρίχθηκε σε μια μορφή οικονομικής ενοποίησης με τεράστια θεωρητικά λάθη (αναφέρω μόνο τη λειτουργία της ΕΚΤ, τη μη διάσωση κρατών και κανένα στοιχειώδη μηχανισμό ανακατανομής ή περιορισμού των πλεονασμάτων στο ισοζύγιο τρεχουσών, καθώς και την πλήρη απαξίωση της δημοσιονομικής πολιτικής την οποία αντιμετώπισαν και συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν ως κάτι χειρότερο από επιδημία πανούκλας ), θεωρώντας ότι η πολιτική ενοποίηση θα ακολουθήσει ως ώριμο φρούτο.
Δεύτερος λόγος: επετράπη στο ΗΒ, ισχυρή χώρα με αυτοκρατορικό παρελθόν επικεφαλής των χωρών της κοινοπολιτείας , να παραμείνει ουσιαστικά εκτός του βασικού σχεδίου της ενοποιητικής διαδικασίας είτε όπως το αντιλαμβάνονταν οι Γερμανοί είτε οι Γάλλοι.  Το μέλλον της Ευρώπης ουσιαστικά ταυτίζεται με τις εξελίξεις των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών. Ως τέτοιες  μόνο η Γερμανία ,η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία μπορούν να θεωρηθούν. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι χώρες όπως η Λιθουανία , η Λετονία ,η Εσθονία, η Μάλτα , το Λουξεμβούργο ,η Κύπρος , η Δανία ,η Ελλάδα αλλά και η Ολλανδία και η Ιταλία μπορούν να επηρεάσουν τις παγκόσμιες εξελίξεις και τις αποφάσεις των μεγάλων δυνάμεων. Ανέκαθεν οι μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις καθόριζαν τις εξελίξεις και δεν υπάρχει κανένας λόγος αυτό να μεταβληθεί σήμερα αλλά και στο προσεχές μέλλον[1]. 
Το πρόβλημα με το ΗΒ, δεν ήταν η ένταξη η μη στο ενιαίο νόμισμα σε κάποια στιγμή στο μέλλον όπως πίστευε ο Delor,αλλά η συνολικά διαφορετική αντίληψη που το ΗΒ είχε για την ενοποιητική διαδικασία: το ΗΒ αυτό που μόνο ήθελε ήταν μια απλή τελωνειακή ένωση, μια μεγάλη ελεύθερη αγορά κίνησης αγαθών , υπηρεσιών και κεφαλαίων. Συνεπώς βρισκόταν στον αντίποδα του όποιου σχεδιασμού της Γερμανίας (ομοσπονδία με γερμανική κυριαρχία εν τοις πράγμασι) ή τη Γαλλίας (συνομοσπονδία με γαλλική πολιτική επιρροή). Μάλιστα η αντίληψη αυτή του ΗΒ, εκφράστηκε ποικιλοτρόπως μέσω της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής η οποία έχει τις ρίζες της από την εποχή των κυβερνήσεων Thatcher. Αυτό που ονομάζουμε νεοφιλελεύθερη οικονομία έχει πατρίδα το ΗΒ. Από εκεί εισήρθε και στην ηπειρωτική Ευρώπη βεβαίως, με όλες τις διαφοροποιήσεις του.  Παρά τα όσα άστοχα λέγονται, ακόμη και σήμερα η έννοια του κοινωνικού κράτους στην ΕΕ αλλά και γενικά αυτό που ονομάζουμε δημόσια σφαίρα , παρά τις περιοριστικές παρεμβάσεις που συντελούνται τα τελευταία χρόνια, απέχει παρασάγγας από αυτό που συμβαίνει στο ΗΒ.  Δεν  επιβλήθηκε από την ΕΕ, αποτελεί υπόδειγμα που εφαρμόζεται εδώ και δεκαετίες στο ΗΒ.
Οι ευρωπαϊκοί λαοί υπέστησαν τις αντιλήψεις του ΗΒ και όχι το αντίθετο. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι κυβερνήσεις του ΗΒ είχαν τεράστιους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση της οικονομικής τους πολιτικής σε σχέση με τις χώρες ενταγμένες στην ευρωζώνη. Είχαν συγκεκριμένους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση της νομισματικής τους πολιτικής, ελευθερία στο να χειριστούν το χρηματοπιστωτικό τους σύστημα, ακόμη είχαν καταφέρει να  θεωρούνται ότι δεν  ανήκουν σε ευρωπαϊκό έδαφος τα Channels Island βασικότατα εξωχώρια κέντρα χρηματοπιστωτικών εργασιών.
Με απλά λόγια θέλω να πω ότι το κύριο βάρος της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής στο ΗΒ το φέρουν οι κυβερνήσεις του, τόσο στα θετικά επιτεύγματα όσο και στα αρνητικά και πολύ λιγότερο οι αποφάσεις της ΕΕ. Ακριβώς το αντίθετο με αυτό που συμβαίνει με τις χώρες της ευρωζώνης ειδικά μετά το ξέσπασμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και τα προβλήματα χρέους των χωρών του Νότου.
Ας δούμε ορισμένα στοιχεία για την οικονομική κατάσταση στο ΗΒ.
Ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ την τελευταία 20ετία κυμαίνεται περίπου στο 2,2% υψηλότερα από το μέσο όρο των χωρών της ευρωζώνης.
Το ποσοστό ανεργίας ανέρχεται στο 5,3% σχεδόν το μισό από αυτό των χωρών της ευρωζώνης.
Παρουσιάζει έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο ύψους 6,7%  και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών 5,3% το 2015.
Στο ΗΒ, το μέσο εισόδημα του πλουσιότερου 10,0% είναι 10 φορές μεγαλύτερο από το φτωχότερο 10,0%. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 9,5% , στη Γαλλία και στη Γερμανία περίπου 7 φορές και τις ΗΠΑ 16 φορές.
Μεταξύ του 2005 και 2011 το μέσο εισόδημα του φτωχότερου 10% του ΗΒ, μειώθηκε κατά 2,0% σε πραγματικούς όρους. Ενώ το μέσο εισόδημα των νοικοκυριών στο ΗΒ είναι ελαφρά χαμηλότερο από το αντίστοιχο της Γερμανίας και της Γαλλίας, το μέσο εισόδημα του χαμηλότερου 10,0% στο ΗΒ είναι πολύ χαμηλότερο.
Το μερίδιο αυτών που ανήκουν στο υψηλότερο 1% του εισοδήματος αυξήθηκε από 6,7% το 1981 στο 12,9% το 2011. 
Το επίπεδο της ανισότητας του εισοδήματος σε ολόκληρο τον πληθυσμό του ΗΒ είναι πάνω από το αντίστοιχο μέσο των χωρών του ΟΟΣΑ τα τελευταία τριάντα χρόνια. Έφθασε στο υψηλότερο σημείο το 2000, στη συνέχεια έπεσε  και άρχισε να ανεβαίνει ξανά από το 2005. Η φορολογία και τα διάφορα επιδόματα μειώνουν την ανισότητα στο ΗΒ κατά ένα τέταρτο, αλλά αυτή εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλότερη από την αντίστοιχη στη Γερμανία, Γαλλία και Σκανδιναβικές χώρες.  
Από το 2007 ο συνδυασμός φόρων και επιδομάτων μείωσε το εισόδημα των νοικοκυριών στο ΗΒ. Αντίθετα ο ίδιος συνδυασμός στις ΗΠΑ, Γερμανία και Γαλλία αύξησε το εισόδημα των νοικοκυριών.
Η ΕΕ μπορεί να κατηγορηθεί για μύρια όσα ζητήματα, όμως έχω τη γνώμη ότι στην περίπτωση του ΗΒ πρέπει να είμαστε αρκετά προσεκτικοί για τις πραγματικές ευθύνες της ειδικά στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Οι κυβερνήσεις του ΗΒ είχαν τους απαραίτητους βαθμούς ελευθερίας για να ασκήσουν τη συγκεκριμένη οικονομική πολιτική. Όλα τα παραπάνω θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για όλους όσοι ξεκινούν την κριτική προς την ΕΕ αποδίδοντας της όλες της ευθύνες με βάση την οικονομική πολιτική. Η επιλογή των κατοίκων του ΗΒ να αποχωρίσουν από την ΕΕ έχει αρχίσει από το 1992 (συνθήκη του Μάαστριχτ) και έφθασε στην κλιμάκωσή της το 2016, για λόγους πολιτικούς –πολιτιστικούς οι οποίοι οξύνθηκαν στο έπακρο λόγω των παρατηρούμενων κοινωνικών-πολιτιστικών  διεργασιών οι οποίες εδράζονται στη παρατηρούμενη  γερμανική επικυριαρχία στην ηπειρωτική Ευρώπη και έχουν αφορμή τα μεταναστευτικά ρεύματα σε περιοχές του ΗΒ.  

  



[1] Ας γίνει κατανοητό αυτό από όσους φαντασιώνονται αλλαγές στην Ευρώπη από τις χώρες του Νότου. Ακόμη και αν επιτευχθεί μια τέτοια συμμαχία, που μέχρι τώρα δεν έχει υπάρξει ιστορικά (και ούτε μπορεί να υπάρξει), το αποτέλεσμα θα είναι αντίθετο από το επιδιωκόμενο. Απλά διότι η μεγάλη δύναμη είναι αδύνατον να υποταχθεί και θα επιλέξει το δρόμο που στη συγκεκριμένη στιγμή θεωρεί ότι εξυπηρετεί περισσότερο τα συμφέροντά της. Μόνο όταν υπάρχουν συγκρούσεις μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων , οι μικρές χώρες μπορούν να εκμεταλλευτούν τις δημιουργούμενες ρωγμές και ταυτιζόμενες με μια από της μεγάλες δυνάμεις μπορούν να αποκομίσουν σχετικά κέρδη.

Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

Τα αποτελέσματα των ιταλικών δημοτικών εκλογών.



Τα αποτελέσματα των ιταλικών δημοτικών εκλογών δείχνουν περίτρανα τα αδιέξοδα στα οποία έχει περιέλθει μια ακόμη «νεωτερική δημοκρατία»  στην ΕΕ αλλά και στη Δύση γενικότερα.

Δεν είναι η συντριπτική επικράτηση της εκπροσώπου του Movimento 5 stelle ,Virginia Raggi, στην πρωτεύουσα Ρώμη, με το εκκωφαντικό 67,15% (35,2% στον πρώτο γύρο) έναντι του εκπροσώπου του κυβερνώντος κόμματος   Roberto Giachetti 32,85% (24,9% στον πρώτο γύρο),αλλά κυρίως η επικράτηση της εκπροσώπου του Movimento 5 stelle, Chiara Appendino (54,56% , στον πρώτο γύρο 30,9%) έναντι του νυν δημάρχου και ιδρυτικού και υψηλόβαθμου στελέχους του Partito Democratico , Piero Fassino (45, 44%, στον πρώτο γύρο 41,8%). Τορίνο μαζί με την Ρώμη έχουν δημαρχίνες του Movimento 5 stelle. Αν στην πρωτεύουσα υπάρχει ένα διοικητικό «μπάχαλο» εδώ και αρκετά χρόνια δεν συνέβαινε το ίδιο στην πρωτεύουσα του  Piemonte. Ο Fassino είχε εξασκήσει τις υποχρεώσεις του ως δήμαρχος με ηρεμία και εμπειρία όπως δείχνει η πραγματικότητα της πόλης που δεν έχει καμία σχέση με αυτό που συνέβαινε στη Ρώμη. Από την άποψη της διαχείρισης δεν υπάρχει καμία σύγκριση μεταξύ των δύο περιπτώσεων. Παράλληλα δεν πρέπει να λησμονούμε ότι το Τορίνο μαζί με την Μπολόνια αποτελούν εμβληματικές πόλεις για την ιταλική αριστερά. 

Όμως και τα γενικότερα αποτελέσματα σηματοδότησαν την απώλεια σημαντικών πόλεων που μέχρι σήμερα διοικούνταν από δημάρχους προσκείμενους στο κυβερνών κόμμα του πρωθυπουργού Matteo Renzi. Όπως φαίνεται από τη Γραφική Παράσταση 1, από τους 20 δήμους που κατείχαν οι δυνάμεις της κεντρο-αριστεράς κατάφεραν να κερδίσουν μόνο τους 8. Επίσης όπου συγκρούστηκαν οι δυνάμεις της κεντρο- αριστεράς με τις δυνάμεις του Movimento 5 stelle οι τελευταίες κατανίκησαν. Σε αυτό βοήθησαν οι υπόλοιπες δυνάμεις της αντιπολίτευσης, οι οποίες χωρίς δισταγμό και δεύτερη σκέψη υποστήριξαν τους εκπροσώπους του Movimento 5 stelle, αλλά επί της ουσίας πρόκειται για καταψήφιση της κυβέρνησης. Άλλωστε το γεγονός αυτό δεν θα πρέπει να μας προκαλεί έκπληξη, διότι είναι κάτι το συνηθισμένο και στην χώρα μας αλλά γενικά στις χώρες της Νότιας Ευρώπης. 

Το πολιτικό ενδιαφέρον συνίσταται, κατά την άποψή μας , στο πόσο εύκολα εμπιστεύονται (;) κινήματα τα οποία, δια γυμνού οφθαλμού, φαίνεται ότι είναι αδύνατον να ικανοποιήσουν ούτε το ελάχιστο των υποσχέσεών τους, πέρα από το ότι και αυτό είναι δύσκολο να προσδιορισθεί δεδομένων των γενικών και αόριστων υποσχέσεων. Επομένως υπάρχει (;) ένα ερωτηματικό του τι θα πράξουν όταν θα αναλάβουν την εξουσία. Βεβαίως , η ιστορική αναδρομή δίνει την απάντηση : τίποτε διαφορετικό από τους άλλους, ίσως ακόμη και  χειρότερες εξελίξεις από τις υπάρχουσες (θυμηθείτε τι προηγήθηκε  της ανόδου του Μπερλουσκόνι. Η επιχείρηση «καθαρά χέρια» (mani pulite) κατέληξε σε περισσότερο βρώμικα χέρια). Όμως , όταν η αδήριτη πραγματικότητα σε οδηγεί σε απόγνωση η λειτουργία του θυμικού είναι καταλυτική. Οι αποφάσεις των ανθρώπων σπάνια οδηγούν στην επίτευξη των στόχων για τους οποίους πάρθηκαν. Γι’ αυτό το λόγο και η ιστορία είναι ανοικτή και δύσκολα προβλέψιμη.       

Όμως, όπως μόλις υπαινιχτήκαμε, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι υπάρχει ένα πραγματολογικό στοιχείο το οποίο είναι καταλυτικό στις αποφάσεις μεγάλου μέρους των ψηφοφόρων : μεγάλη δυσαρέσκεια ενάντια στις ακολουθούμενες πολιτικές αλλά και στον τρόπο διαχείρισης της εξουσίας. Δύο όψεις μιας πραγματικότητας που ο απλός ψηφοφόρος τις συνδέει αιτιακά, μάλιστα θέτοντας ως αιτία τον τρόπο διαχείρισης της εξουσίας και ως αποτέλεσμα την ασκούμενη πολιτική. Συνεπώς στο μυαλό του ψηφοφόρου απόλυτα υπεύθυνο είναι το υπάρχον πολιτικό σύστημα. Δεν υπάρχει κανένας εξωτερικά επιβαλλόμενος περιορισμός.    

Αυτή η δυσαρέσκεια που μετατρέπεται σε οργή και πολλές φορές σε λεκτική και όχι μόνο βία, ενδυναμώνεται στη σημερινή κατάσταση στην Ιταλία αλλά και στις υπόλοιπες δυτικές δημοκρατίες, από τον τρόπο που αντιμετωπίζεται εντός του πλαισίου του συνταγματικού φιλελευθερισμού, της «τεχνικότητας» και της κανονιστικής νομιμότητας του νομοθετικού κράτους : αυτό που εν τέλει απειλεί τη δημόσια σφαίρα δεν είναι η βία αλλά οι «κανόνες», η προσπάθεια «ομαλοποίησης» των πολιτικών διαφορών, η τεχνικότητα της «μετα-βιομηχανοποίησης», η μαζικοδημοκρατία, ο λειτουργισμός και ο οικονομικός υπολογισμός. Η αύξουσα «τεχνικότητα» του κράτους, δηλαδή η τυποποιημένη διακυβέρνηση διαμέσου διοικητικής οργάνωσης και διοικητικών μέτρων, δεν περιορίζει μόνο τον χώρο της πολιτικής αλλά συνάμα ανοίγει την πόρτα για μια μετατόπιση προς την αυταρχική διακυβέρνηση. Με διάφορα προσχήματα ή και αλήθειες αρκετές φορές εγκαθίσταται σιγά αλλά σταθερά και με σαφήνεια ο περιορισμός των δικαιωμάτων.

Μέσα σε αυτό το δημιουργημένο περιβάλλον γίνεται αμέσως αισθητό ότι απουσιάζει η αυθεντικότητα της πολιτικής πράξης. Δεν μπορεί όλοι οι άνθρωποι να γεννηθούν και να πεθάνουν, ως δεξιοί σοσιαλδημοκράτες. Είναι αδύνατον να συζητούν και να αποφασίζουν , όλοι, με βάση την επικοινωνιακή άποψη του Habermas, ή το κανονιστικό δικαιϊκό πλαίσιο του Rawls 

 

Την διαδικασία επαναφοράς της αυθεντικότητας της πολιτικής πράξης   επιδιώκουν να αναλάβουν κινήματα τύπου Movimento 5 stelle. Τουλάχιστον αρχικά έτσι πιστεύουν. Λειτουργώντας με έντονη κριτική διάθεση εναντίον του νομοθετικού κράτους , επικαλούμενα κυρίως την αρχή της πλειοψηφίας, εκμεταλλευόμενα τη βαθιά αποστροφή –δυσαρέσκεια που αγγίζει και τα όρια του μίσους για τους υπάρχοντες θεσμούς ,οι οποίοι επί της ουσίας αναπαράγουν και διαιωνίζουν ένα σάπιο καθεστώς που συντηρεί συνεχώς τα ίδια και τα ίδια πολιτικά πρόσωπα (οικογένειες) ,αρχίζουν να υπονομεύουν το μονοπώλιο της πολιτικής από το κράτος.

Μέσω της  μυθοποίησης της εξουσίας που είναι σύμφυτη με τα κινήματα αυτά, υποδηλώνεται με όλους τους τρόπους  ότι η κατάληψη της εξουσίας, θα κατορθωνόταν τόσο πιο εύκολα όσο πιο απομακρυσμένοι ήταν οι πολίτες από τις πηγές εξουσίας.  Όμως η σημερινή πραγματικότητα σε αντίθετη κατεύθυνση οδηγεί. Η σταδιακή κατάληψη δήμων, περιφερειών , βουλευτικών εδρών κτλ γκρεμίζει όλες αυτές τις αντιλήψεις φέρνοντας τη γρήγορη ενσωμάτωση όλων αυτών των κινημάτων στην καθεστηκυία τάξη, αλλά με τρόπο που αποσαρθρώνει και τα τελευταία στηρίγματα του νεωτερικού κράτους. Το πρόβλημα διαιωνίζεται, βαθαίνει, χειροτερεύει.  Οι μελλοντικές εξελίξεις προβλέπονται  δυσοίωνες όσο πιο περίπλοκες και διασπασμένες γίνονται οι κοινωνίες ακολουθούμενες από τον πλήρη κατακερματισμό του σημερινού ατόμου. Το κομματικοπολιτικό τοπίο στην προσπάθειά του να επιβιώσει και να συνεχίσει να κυβερνά, μετατρέπεται σε συλλέκτη απίστευτου αριθμού «ιδιαίτερων συμφερόντων» τα οποία τις περισσότερες φορές βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση μεταξύ τους, γεγονός που καθιστά εκ προοιμίου αδύνατη την πραγμάτωσή τους. Ας μην κάνουμε αναφορά σε ιστορικά προηγούμενα διότι τα συναγόμενα συμπεράσματα είναι πολύ χειρότερα και προκαλούν τρόμο.  

 

 





 

  Γραφική παράσταση 1.

 

Πηγή: La Repubblica.