Πέμπτη, 5 Μαΐου 2016

Η Γερμανία και το ΔΝΤ.






Όλα εξαρτώνται  από τον βασικό  υπερκείμενο καθορισμό της ελληνικής οικονομίας : τη διαχείριση του δημοσίου χρέους .  Η Γερμανία και οι υπόλοιπες χώρες δεν επιθυμούν να δανειοδοτήσουν  περαιτέρω την ελληνική οικονομία , εκτός από τα συμφωνηθέντα ποσά. Αυτό σημαίνει  ότι η Ελλάδα θα πρέπει το 2018, που τελειώνει το πρόγραμμα και η χρηματοδότηση των αναγκών της ελληνικής  οικονομίας  μέσω  αυτού του προγράμματος , θα πρέπει να είναι σε θέση  επομένως να καλύψει και τις πληρωμές τόκων μέσω του παραγόμενου πρωτογενούς . Δεδομένου ότι το ύψος εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους  (τόκοι, χρηματοπιστωτικά έξοδα) ανέρχεται περίπου στο 3,5% του ΑΕΠ , γίνεται αντιληπτό το ζητούμενο ύψος του πρωτογενούς πλεονάσματος για το 2018 και στα επόμενα έτη (τουλάχιστον μέχρι το 2022).
Επομένως  η απόλυτη ταύτιση του γερμανού υπουργού οικονομικών με το ΔΝΤ στην επίτευξη αυτού του ύψους του πρωτογενούς  πλεονάσματος είναι άμεσα ερμηνεύσιμη. Παράλληλα ικανοποιείται  με τον τρόπο αυτό, και η θέση του ΔΝΤ , ότι χρειάζονται επιπλέον μέτρα για την επίτευξη του στόχου 3,5% το 2018, του πρωτογενούς πλεονάσματος. Αν τα γεγονότα εξελιχθούν με τον παραπάνω τρόπο, το θέμα της αναδιάρθρωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους θα μπορέσει να λάβει χώρα  και να αφορά από το έτος 2023 και μετά.  
Δηλαδή δεν ανταποκρίνεται καθόλου στην πραγματικότητα  η άποψη ότι η Γερμανία δεν επιθυμεί την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους . Οι οικονομικοί παράγοντες της Γερμανίας γνωρίζουν πολύ καλά την κατάσταση.   Απλά επιθυμούν  να ακολουθηθεί το πρόγραμμα μέχρι η Ελλάδα «βγει» στις αγορές και  σε συνδυασμό με την μείωση του κόστους εξυπηρέτησης χρέους , μέσω της αναδιάρθρωσης του , να μειωθούν και τα απαιτούμενα μελλοντικά  πρωτογενή πλεονάσματα.
Το ότι η αναδιάρθρωση του χρέους αφορά στην περίοδο μετά το 2022, δεν επιτρέπει καμία διαφοροποίηση για το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων μέχρι και την παραπάνω ημερομηνία. Αυτό αποτελεί το μείζον πρόβλημα.
Το πρόβλημα συνίσταται στο αν μπορεί η ελληνική οικονομία να παράγει αυτά τα πρωτογενή πλεονάσματα σε μια  περίοδο  που η οικονομία έχει περισσότερο παρά ποτέ ανάγκη όλους τους παραγόμενους πόρους για να επιβιώσει.