Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Απουσιάζουν οι συγκεκριμένες αναπτυξιακές πρωτοβουλίες





Η συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής στην ελληνική οικονομία προφανώς, κινείται σε λάθος κατεύθυνση δυσκολεύοντας περαιτέρω την σταθεροποίηση και την μεγέθυνσή της. Νομίζω ότι ελάχιστοι είναι έτοιμοι να υποστηρίξουν αυτή  την αναγκαιότητα ότι δηλαδή  η λιτότητα χρειάζεται να συνεχισθεί τουλάχιστον μέχρι το 2018 .  Και όμως σύσσωμοι οι Ευρωπαίοι αποφάσισαν η πολιτική αυτή να συνεχισθεί. Πρόκειται προφανώς για απόφαση η οποία θα μείνει στην ιστορία ως μια από τις λανθασμένες αποφάσεις που θέτουν σε κίνδυνο μια χώρα αλλά και το πανταχού βαλλόμενο ευρωπαϊκό κατασκεύασμα. Ανεξαρτήτως του αν το μίγμα της οικονομικής πολιτικής που επέλεξε η ελληνική κυβέρνηση είναι το σωστό ή όχι , η συνεχής απορρόφηση πόρων από το ισχνό εθνικό εισόδημα , αυτό είναι το καίριο, αποτελεί κατάπτυστη πράξη σύμφωνα με τη στοιχειώδη οικονομική λογική. Οι διαμάχες των ελληνικών κομμάτων για την ορθότητα ή όχι του μίγματος οικονομικής πολιτικής εντός του στενού πλαισίου που έχει επιβληθεί ουσιαστικά αποτελούν «φύλλο συκής» της αναλήθειά στους έναντι των ελλήνων πολιτών. Σαφέστατα υπάρχουν πράγματα που θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά αλλά επί της ουσίας δεν διαφοροποιούσε την πραγματικότητα: άλλα 5,4 δις ευρώ θα πρέπει να απορροφηθούν από το αίμα  της ελληνικής οικονομίας.  Συνεχίζεται επομένως η ίδια οικονομική πολιτική που χαράσσουν οι  δανειστές    και εφαρμόζεται στην Ελλάδα  από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Η αλλαγή λογικής στην οικονομική πολιτική που επικαλείτο ο ΣΥΡΙΖΑ οδηγήθηκε στις ελληνικές καλένδες , όπως τα πολλαπλά Ζάππεια της Νέας Δημοκρατίας. Μέσα λοιπόν σε αυτή την επιβαλλόμενη από τους δανειστές δύσκολη  πραγματικότητα είμαστε αναγκασμένοι να συλλογιστούμε για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με το επιβληθέν και ψηφισθέν πρόγραμμα.   
Το πρώτο σημείο

Μπορούμε να πούμε ότι, με την  ολοκλήρωση της αξιολόγησης δημιουργούνται ευκαιρίες για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Αποφεύγοντας τις κενές περιεχομένου εκφράσεις , ας δούμε ποιές είναι οι συγκεκριμένες αλλαγές που δίνουν περιεχόμενο στην έκφραση αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
Τα ελληνικά ομόλογα θα γίνουν, κατ’ εξαίρεση, δεκτά ως ενέχυρα από την ΕΚΤ, με αποτέλεσμα την ελάφρυνση του κόστους δανεισμού των ελληνικών τραπεζών που υπολογίζεται σε 150  εκατομμύρια  ετησίως. Αργότερα πιθανά η Ελλάδα θα ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης με μια περαιτέρω μικρή ελάφρυνση του κόστους δανεισμού των ελληνικών τραπεζών.
Αυτό διότι τα όρια εκδόσεων της ΕΚΤ δείχνουν ότι αν η Ελλάδα συμμετέχει στο πρόγραμμα QE, οι αγορές της ΕΚΤ θα περιοριστούν σημαντικά, καθώς η τράπεζα είναι ήδη ένας από τους μεγαλύτερους κατόχους ελληνικού χρέους. Η εμπιστοσύνη επομένως μεταφράζεται σε άμεσο όφελος (μείωση του κόστους δανεισμού) του ελληνικού τραπεζικού συστήματος , καθώς και ορισμένων(μετρημένων στα δάχτυλα του ενός χεριού) μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων που μπορούν να εκδώσουν εταιρικά ομόλογα. Ο στόχος για αύξηση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, όμως, είναι ακόμη μακρινός και τοποθετείται για το νέο έτος. Επίσης μακρινός είναι και ο στόχος επαναφοράς της Ελλάδος στην αγορά ομολόγων παρά το ότι η αναμενόμενη εισροή επενδύσεων χαρτοφυλακίου θα επιτρέψει τη σταδιακή μείωση των αποδόσεων. Όμως η σταθεροποίηση της απόδοσης των ελληνικών ομολόγων σε επίπεδο ικανό για να οδηγήσει σε έκδοση ομολόγων είναι συνάρτηση και άλλων προϋποθέσεων οι οποίες θα πρέπει με την πάροδο του χρόνου να επιβεβαιωθούν.
Υπάρχουν αντισταθμιστικά μέτρα  απέναντι στην υφεσιακή ροπή που επιβάλλει το σύνολο των μέτρων που έχουν ψηφισθεί;  Σίγουρα υπάρχουν , επιπλέον μέτρα από το 2015, τα 3,5 δις ευρώ για την αποπληρωμή των υποχρεώσεων του δημοσίου προς τους ιδιώτες πιστωτές. Επειδή το μεγαλύτερο μέρος όμως, από αυτά θα πάει στις αποπληρωμές των προμηθευτών του συστήματος υγείας και συναφών επαγγελμάτων, πιθανά  η διάχυση της ρευστότητας στην ελληνική οικονομία θα είναι κατώτερη του αναμενομένου. Πάντως είναι θετική εξέλιξη.
Όλα τα υπόλοιπα είναι μέτρα που λειτουργούν υπό καθεστώς αβεβαιότητας.  
Οι ιδιωτικές επενδύσεις μέσω κινήτρων του νέου αναπτυξιακού νόμου, οι αποκρατικοποιήσεις και η αξιοποίηση εν γένει της δημόσιας περιουσίας, οι μεγάλες επενδύσεις υποδομών και η προσέλκυση νέων ξένων επενδύσεων μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά προς αυτή την κατεύθυνση, υπό την αίρεση ότι λειτουργούν ε καθεστώς αβεβαιότητας.
 Στο πλαίσιο αυτό, το μίγμα πολιτικής πρέπει να εμπλουτισθεί με αναπτυξιακές πρωτοβουλίες ώστε να δράσουν ως αντίβαρο, στις υφεσιακές επιπτώσεις από την ακραία υπερφορολόγηση του εισοδήματος, της περιουσίας και της κατανάλωσης.
Οι μέχρι τώρα κινήσεις του οικονομικού επιτελείου δεν δείχνουν να είναι έτοιμο να αντιμετωπίσει αυτή την ουσιαστική πρόκληση η οποία χρειάζεται βαθειά γνώση της ελληνικής οικονομικής πραγματικότητας και επιδέξιους χειρισμούς χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις και πολιτικές εμμονές.