Τρίτη, 31 Μαΐου 2016

«Η κοινή θρησκεία και η συμπάθεια ενώνουν τους λαούς μας».




«Η κοινή θρησκεία και η συμπάθεια ενώνουν τους λαούς μας και μας βοηθούν να ξεπερνάμε τις δυσκολίες» είπε ο ρώσος πρόεδρος Β. Πούτιν,  στην πρόσφατη επίσκεψή του στο Άγιο Όρος.
Η άποψη αυτή αποτελεί μια κοινότυπη έκφραση , επαναλαμβανόμενη τουλάχιστον από τους Ρώσους  ολόκληρη την περίοδο ύπαρξης του ελληνικού κράτους. Φυσικά με την εξαίρεση της  περιόδου ύπαρξης της Σοβιετικής Ένωσης.
Όμως στην παρούσα φάση η παραπάνω φράση λειτουργεί εντελώς διαφορετικά μιας και εντάσσεται στο γενικότερο θεωρητικό-πολιτικό σχεδιασμό που επιχειρεί το Κρεμλίνο σε μια προσπάθεια να ενδυναμώσει τη θέση του στον παγκόσμιο καταμερισμό ισχύος.
Το Κρεμλίνο επιχειρεί , εκτός της  σκληρής δύναμης που του παρέχει το πυρηνικό οπλοστάσιο που κληρονόμησε από τη ΣΕ, να προωθήσει τη λεγόμενη ήπια δύναμη, η οποία στην προκειμένη περίπτωση έχει ως αιχμή του δόρατός της την Ορθοδοξία, ολοκληρώνοντας , υπό μιαν έννοια, την νέα γεωπολιτική αντίληψη της Ρωσίας.
Οι θεωρητικοί  της συγκεκριμένης αντίληψης  προάγουν την αντίληψη της επιστροφής στην παράδοση και στη θεολογία. Η παράδοση (θρησκεία, ιεραρχία και οικογένεια) και η αξίες της ανατράπηκαν κατά την έναρξη του Μοντερνισμού. Την συγκεκριμένη εποχή ο άνθρωπος ήρθε να αντικαταστήσει τον Θεό, η φιλοσοφία και η επιστήμη αντικατέστησαν τη θρησκεία και οι λογικές , ισχυρές και τεχνολογικές κατασκευές κατέλαβαν τη θέση της Αποκάλυψης. Η  εξάντληση του Μοντερνισμού και η κυριαρχία του Μεταμοντερνισμού οδηγεί αναπόφευκτα στον αναστοχασμό αυτής της πορείας και στην επαναφορά σε όσα προηγήθηκαν του Μοντερνισμού.
Ειδικά στο θέμα της θρησκείας, οι πραγματικές εξελίξεις εντός του ιστορικού πλαισίου  του Μεταμοντερνισμού, δείχνουν ότι η θρησκεία έχει επανακάμψει με διάφορες όψεις , έστω και αποκρουστικές (σατανισμός, δαιμονικές αντιλήψεις, ισλαμικός φονταμενταλισμός, αυξανόμενη επιρροή των εξαιρετικά αρχαϊζόντων προτεσταντικών λατρειών- ντισπενσεϊσοναλιστές, μορμόνοι κτλ).
Αυτό σηματοδοτεί την επιστροφή της Θεολογίας, και ο Μεταμοντερνισμός θα αναγνωριστεί εύκολα ως το «βασίλειο του Αντίχριστου» . Αυτό δεν είναι μόνο μια μεταφορά που μπορεί να κινητοποιήσει τις μάζες, αλλά ένα θρησκευτικό γεγονός: το γεγονός της Αποκάλυψης.
 Ένα ξεχωριστό κοσμοϊστορικό, οιονεί μεσσιανικό, ρόλο  η Ρωσία οφείλει  να αναλάβει στη διεθνή σκηνή αντλώντας έμπνευση και δύναμη προς τούτο από την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη.

Επανέρχονται αντιλήψεις , που είχαν δει το φως της δημοσιότητας στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα σύμφωνα με τις οποίες η Ρωσία που δεν ανήκει ούτε στην Ευρώπη ούτε στην Ασία , αλλά αποτελεί tertium quid, έχει κληθεί να καταστήσει παγκόσμιο τον εβαπτισμένο στις ορθόδοξες παραδόσεις πολιτισμό της σε μια περίοδο κατά την οποία η κρίση του δυτικού, κατά βάση ορθολογιστικού, μηχανιστικού και απρόσωπου υποδείγματος, πιστοποιούσε την μη ανασχέσιμη παρακμή της Ευρώπης.
Σύμφωνα με τους ρώσους θεωρητικούς συμβούλους του προέδρου Πούτιν, η θρησκεία είναι ο χώρος στον οποίο ένας λαός παρέχει στον εαυτό του τον ορισμό του τι θεωρεί αληθές. Η παράσταση του Θεού συνιστά το γενικό θεμέλιο ενός λαού. Από αυτή την πλευρά, η θρησκεία βρίσκεται σε στενότατη συνάφεια με την αρχή του κράτους. Ελευθερία μπορεί να υπάρχει μόνο όπου η ατομικότητα αναγνωρίζεται ως θετικό στοιχείο της θεϊκής ουσίας. Το κράτος στηρίζεται στη Θρησκεία, με την έννοια ότι έχει τις ρίζες του σε αυτήν, δηλαδή ότι προήλθε από αυτήν.   
Κύριος εκφραστής αυτών των αντιλήψεων ήταν ο Κονσταντίν Λεόντιεφ ο οποίος βασίστηκε  εν μέρει στις απόψεις του μέντορά του Νικολάι Γ. Ντανιλέφσκι,  ο οποίος με το δημοσιευθέν το 1869 βιβλίο του Ρωσία και Ευρώπη πρόβαλε ως οπαδός ενός ακραίου σοβινιστικού Πανσλαβισμού που θεμελιωνόταν στην βάση της πρώτης ίσως στην ιστορία της δυτικής σκέψης θεωρίας περί ταξινομικών πολιτιστικών τύπων, δυνάμει των οποίων η ανθρωπότητα διαιρείται σε πολιτισμικές συσσωματώσεις ανάλογες με αυτές των γενών και των ειδών στο βιολογικό κόσμο. Σύγχρονοι Ρώσοι ιστορικοί των ιδεών φρονούν ότι ο Ντανιλέφσκι επέδρασε στην διαμόρφωση των σχετικών θεωριών που αναπτύχθηκαν αργότερα στην δυτική Ευρώπη (π. χ. Oswald Spengler Η παρακμή του δυτικού πολιτισμού Τυπωθήτω 2003 και  επίσης  Arnold.J. Toynbee A Study of History, Oxford University Press1934-1961).
Ο Κ. Λεόντιεφ είναι ο βασικός υποστηριχτής της άποψης ότι  οι δεσμοί της Ρωσίας με τους  Έλληνες είναι εξάπαντος στενότεροι και πολιτισμικά σημαντικότεροι από ό, τι με τους Βουλγάρους.   Αυτοί οι τελευταίοι μόλις τώρα ξεκινούν την ιστορική τους πορεία ως χειραφετημένο έθνος και μάλιστα εξ αρχής σε μολυσματική επαφή με τη δυτική δημοκρατία. Την άποψη αυτή εκφράζει συμμετέχοντας στη συζήτηση σχετικά  με  το  πρόβλημα του πανισλαβισμού και του ρόλου της Ρωσίας στη δημιουργία του  και αναφορικά με τις αντιδράσεις και τις ενστάσεις που προέβαλλε  η τότε ελληνική πολιτική ελίτ και διανόηση εκλαμβάνοντας αυτές τις ενέργειες ως εχθρικές για τον ελληνισμό και το νέο ελληνικό κράτος. Βεβαίως γίνεται κατανοητό  ότι το ίδιο ισχύει και για το  Βασίλειο της Ελλάδος, αλλά ο Λεόντιεφ, όταν μιλά για την πολιτισμική βαρύτητα του Ελληνισμού και φτάνει στο σημείο να δηλώσει ότι «οι δύο κύριοι στύλοι της Ορθοδοξίας είναι το ρωσικό κράτος και το ελληνικό έθνος», έχει πρωτίστως κατά νου τους Φαναριώτες, που τόσο θαυμάζει για το συντηρητικό ρόλο τους στην Ιστορία, και όχι το κράτος των Αθηνών, του οποίου το «γενετικό ελάττωμα», δηλ. το γεγονός ότι ιδρύθηκε ως αποτέλεσμα μιας εθνικής κίνησης στενά συνυφασμένης με την ιδέα της δημοκρατίας και του εξισωτισμού, δεν θα παραλείψει να στιγματίσει με άλλη ευκαιρία.
Επειδή η σκέψη του Κ. Λεόντιεφ αποτελεί πηγή έμπνευσης των σημερινών θεωρητικών συμβούλων του προέδρου Πούτιν, θα ήταν ορθό να επιχειρήσουμε μια in senso lato  ερμηνευτική προσέγγιση πως εντάσσεται  αυτή η άποψη του Κ. Λεόντιεφ  στη σημερινή γεωπολιτική αντίληψη της Ρωσίας.
Η Ελλάδα αποτελεί τον γεωγραφικό χώρο του, κατά τους Ρώσους, προπυργίου της Ορθοδοξίας δηλαδή του Αγίου Όρους. Η απόκτηση κύρους της Ορθοδοξίας και η μετεξέλιξή της σε βασικό γεωπολιτικό παράγοντα στις σημερινές πλανητικές εξελίξεις,  προϋποθέτει τη δημιουργία ενός μοναδικού κέντρου της Ορθοδοξίας, το οποίο όχι μόνο θα αποτελέσει το συνεκτικό ιστό της και θα συνενώσει τις Ορθόδοξες Εκκλησίες σύμφωνα  το θεολογικό πνεύμα που επικρατεί εκεί, αλλά θα μπορέσει να αποτελέσει τον ισχυρό πόλο της Ορθοδοξίας, ως γεωπολιτικής ισχύος χαμηλής έντασης   έναντι των δογμάτων του Καθολικισμού όσο και των κατακερματισμένων αλλά ισχυρών δογμάτων του Προτεσταντισμού.
Στο μυαλό της ρωσικής αντίληψης το Άγιο Όρος θα πρέπει να μετατραπεί ακριβώς σε αυτό: σε πραγματικό Θεολογικό και συνεπώς γεωπολιτικό προπύργιο της Ορθοδοξίας.
Οι αναλύσεις πάνω στις οποίες εδράζονται τα επιχειρήματά τους (όχι εμφανώς) ξεκινούν από το ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είναι ισχυρό , λόγω ότι βρίσκεται σε ξένο (εχθρικό) έδαφος και καταλήγουν στην ανάγκη (έμμεσης) ισχυρής κρατικής υποστήριξης  του προπυργίου της Ορθοδοξίας. Βεβαίως όλα αυτά σήμερα φαντάζουν δύσκολα και μακρινά ως προς την επίτευξή τους. Τα προβλήματα που χρειάζονται να ξεπερασθούν φαντάζουν σχεδόν ανυπέρβλητα. Όμως αυτό δεν στερεί τη δυνατότητα από τους Ρώσους να επιχειρούν να σχεδιάσουν μακροπρόθεσμα την γεωστρατηγική τους  αντίληψη.
Βεβαίως δεν είναι μόνο η επαναφορά της Θρησκείας ως βασικού πυλώνα της νέας σχεδιαζόμενης στρατηγικής χαμηλής έντασης της Ρωσίας του Πούτιν. Υπάρχει επίσης ο δεύτερο βασικός πυλώνας που αφορά στη δριμεία κριτική της κατάληξης του υποδείγματος του μοντερνισμού με όλες τις ιστορικές εκφάνσεις του : το φιλελευθερισμό, το σοσιαλισμό και τον φασισμό. Η όλη τους προσπάθεια είναι να ξανακτίσουν μια «νέα» αντίληψη για τον Συντηρητισμό. Πιθανότατα  το εγχείρημα αυτό αποτελεί μεγάλη πρόκληση για τη ρωσική διανόηση περί τον Πούτιν και μέχρι τώρα τα αποτελέσματά της θεωρητικής διερεύνησης του είναι έωλα.



Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Η ΕΚΤ και η ποσοτική χαλάρωση.





 Η ΕΚΤ περιόρισε τις αγορές πορτογαλικών και ιρλανδικών ομολόγων, τον περασμένο μήνα, λόγω των ανησυχιών για υπέρβαση των ορίων αγοράς που έχει, μια κίνηση που θα μπορούσε να σημαίνει ότι αυτές οι χώρες, καθώς και άλλες στο εγγύς μέλλον, θα ωφεληθούν λιγότερο από το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Όπως γίνεται αντιληπτό , αυτό σημαίνει ότι μόλις μπει η Ελλάδα στο QE, η ΕΚΤ θα αγοράσει... ψίχουλα, αφού ήδη κατέχει σημαντικό ποσοστό ελληνικών ομολόγων μέσω των πακέτων διάσωσης.
Με σχεδόν ένα χρόνο να έχει απομείνει πριν το τέλος του QE, η ΕΚΤ έχει ήδη πλησιάσει το όριο που η ίδια έχει επιβάλει -της κατοχής του ενός τρίτου του χρέους των χωρών- λόγω των μεγάλων  ποσοτήτων ομολόγων που αγόρασε στο πλαίσιο των προηγούμενων μέτρων αντιμετώπισης της κρίσης.
Αυτό προέκυψε όταν η ΕΚΤ αύξησε τις μηνιαίες αγορές στοιχείων ενεργητικού σε 80 δισ. ευρώ τον Απρίλιο από τα 60 δισ. ευρώ. Τα στοιχεία δείχνουν ότι μέχρι στιγμής οι αγορές έχουν αυξηθεί κατά περισσότερο από 50% στις περισσότερες χώρες της ευρωζώνης, αλλά μόνο κατά 16% στην Πορτογαλία και 33% στην Ιρλανδία.
Πηγές από την ΕΚΤ σημειώνουν  ότι η κεντρική τράπεζα και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες που πραγματοποιούν αγορές ομολόγων αγόρασαν "υπερεθνικά" ομόλογα για να μην χρειαστεί να περιορίσουν τις αγορές πορτογαλικών και ιρλανδικών ομολόγων δραστικά, ή και να τις σταματήσουν εντελώς για να μην ξεπεραστεί το όριο.
Οι περικοπές αγορών σημαίνουν ότι οι αγορές κρατικού χρέους της ΕΚΤ θα αποκλίνουν ελαφρώς από το ποσοστό συμμετοχής των χωρών στην κεντρικής τράπεζας, που ονομάζεται capital key, μηδενίζοντας έτσι τον θετικό αντίκτυπο σε Πορτογαλία και Ιρλανδία.
Η ΕΚΤ αρνήθηκε να σχολιάσει, ενώ η Τράπεζα της Ιρλανδίας ανακοίνωσε ότι "αγοράζει ένα περιορισμένο ποσό υπερεθνικών ομολόγων για λογαριασμό του Ευρωσυστήματος, μαζί με μια σειρά από άλλες εθνικές κεντρικές τράπεζες". Η Τράπεζα της Πορτογαλίας δεν έκανε κάποιο σχόλιο.
Οι κεντρικές τράπεζες της ευρωζώνης μπορούν να συμπληρώνουν τις αγορές κρατικών ομολόγων του QE με το χρέος των αναπτυξιακών τραπεζών ή το ταμείο διάσωσης του μπλοκ, για να διατηρήσουν τις αγορές περιουσιακών στοιχείων κατ 'αναλογία με τη συμμετοχή τους στην ΕΚΤ τους. Αυτά τα λεγόμενα "υπερεθνικά" ομόλογα μπορεί να είναι από τράπεζες που δεν έχουν σχέση με τη συγκεκριμένη χώρα.
Ενώ το QE έχει ωθήσει το κόστος δανεισμού στη ζώνη του ευρώ σε χαμηλά επίπεδα - ρεκόρ σε πολλές χώρες, ορισμένοι επενδυτές λένε ότι οι άνισες αγορές κρατικού χρέους θα μπορούσαν να σημαίνουν ότι ευάλωτες χώρες, όπως η Πορτογαλία, δεν επωφελούνται τόσο όσο η μεγαλύτερη οικονομία του μπλοκ, η Γερμανία, κλιμακώνοντας έτσι την πολιτική ένταση στην περιοχή.
Αν η ΕΚΤ στοχεύσει σε αγορές ομολόγων από συγκεκριμένες χώρες εις βάρος άλλων χωρών, τότε θα υπάρχει μία πραγματικά άνιση εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής. Αυτό είναι προφανές.
Πηγές αναφέρουν ότι η ΕΚΤ είναι πρόθυμη να κρατήσει την Πορτογαλία και την Ιρλανδία στο πρόγραμμα μέχρι το τέλος του QE, τον Μάρτιο του 2017, αλλά το μέγεθος των αγορών θα μπορούσε να εξακολουθεί να παρουσιάζει διακυμάνσεις κατά την πάροδο του χρόνου, ενώ η ΕΚΤ θα αξιολογεί τα όρια κάθε έξι μήνες.
Από το πρόγραμμα SMP, το οποίο ξεκίνησε το 2010 για την αντιμετώπιση της κλιμάκωσης της κρίσης χρέους, η ΕΚΤ κατέχει 9,7 δισ. ευρώ ιρλανδικά ομόλογα στις αρχές του 2016, ενώ η κατοχή της σε πορτογαλικά ομόλογα ανέρχεται σε 12,4 δισ. ευρώ. Από την αρχή της ποσοτικής χαλάρωσης, η ΕΚΤ έχει αγοράσει 11 δισ. ευρώ χρέους της Ιρλανδίας και 16,2 δισ. πορτογαλικά ομόλογα.
Τα όρια εκδόσεων της ΕΚΤ δείχνουν επίσης ότι αν η Ελλάδα συμμετέχει στο πρόγραμμα QE, οι αγορές της ΕΚΤ θα περιοριστούν σημαντικά, καθώς η τράπεζα είναι ήδη ένας από τους μεγαλύτερους κατόχους ελληνικού χρέους.
Η ΕΚΤ έχει ήδη σταματήσει τις αγορές στην Κύπρο, επειδή η χώρα δεν έχει την κατάλληλα αξιολόγηση πιστοληπτικής ικανότητας και διατηρεί περιορισμένες αγορές σε αρκετές χώρες, όπως η Εσθονία, για λόγους ρευστότητας.


Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

Απουσιάζουν οι συγκεκριμένες αναπτυξιακές πρωτοβουλίες





Η συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής στην ελληνική οικονομία προφανώς, κινείται σε λάθος κατεύθυνση δυσκολεύοντας περαιτέρω την σταθεροποίηση και την μεγέθυνσή της. Νομίζω ότι ελάχιστοι είναι έτοιμοι να υποστηρίξουν αυτή  την αναγκαιότητα ότι δηλαδή  η λιτότητα χρειάζεται να συνεχισθεί τουλάχιστον μέχρι το 2018 .  Και όμως σύσσωμοι οι Ευρωπαίοι αποφάσισαν η πολιτική αυτή να συνεχισθεί. Πρόκειται προφανώς για απόφαση η οποία θα μείνει στην ιστορία ως μια από τις λανθασμένες αποφάσεις που θέτουν σε κίνδυνο μια χώρα αλλά και το πανταχού βαλλόμενο ευρωπαϊκό κατασκεύασμα. Ανεξαρτήτως του αν το μίγμα της οικονομικής πολιτικής που επέλεξε η ελληνική κυβέρνηση είναι το σωστό ή όχι , η συνεχής απορρόφηση πόρων από το ισχνό εθνικό εισόδημα , αυτό είναι το καίριο, αποτελεί κατάπτυστη πράξη σύμφωνα με τη στοιχειώδη οικονομική λογική. Οι διαμάχες των ελληνικών κομμάτων για την ορθότητα ή όχι του μίγματος οικονομικής πολιτικής εντός του στενού πλαισίου που έχει επιβληθεί ουσιαστικά αποτελούν «φύλλο συκής» της αναλήθειά στους έναντι των ελλήνων πολιτών. Σαφέστατα υπάρχουν πράγματα που θα μπορούσαν να είναι διαφορετικά αλλά επί της ουσίας δεν διαφοροποιούσε την πραγματικότητα: άλλα 5,4 δις ευρώ θα πρέπει να απορροφηθούν από το αίμα  της ελληνικής οικονομίας.  Συνεχίζεται επομένως η ίδια οικονομική πολιτική που χαράσσουν οι  δανειστές    και εφαρμόζεται στην Ελλάδα  από τις ελληνικές κυβερνήσεις. Η αλλαγή λογικής στην οικονομική πολιτική που επικαλείτο ο ΣΥΡΙΖΑ οδηγήθηκε στις ελληνικές καλένδες , όπως τα πολλαπλά Ζάππεια της Νέας Δημοκρατίας. Μέσα λοιπόν σε αυτή την επιβαλλόμενη από τους δανειστές δύσκολη  πραγματικότητα είμαστε αναγκασμένοι να συλλογιστούμε για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας σε σχέση με το επιβληθέν και ψηφισθέν πρόγραμμα.   
Το πρώτο σημείο

Μπορούμε να πούμε ότι, με την  ολοκλήρωση της αξιολόγησης δημιουργούνται ευκαιρίες για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Αποφεύγοντας τις κενές περιεχομένου εκφράσεις , ας δούμε ποιές είναι οι συγκεκριμένες αλλαγές που δίνουν περιεχόμενο στην έκφραση αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
Τα ελληνικά ομόλογα θα γίνουν, κατ’ εξαίρεση, δεκτά ως ενέχυρα από την ΕΚΤ, με αποτέλεσμα την ελάφρυνση του κόστους δανεισμού των ελληνικών τραπεζών που υπολογίζεται σε 150  εκατομμύρια  ετησίως. Αργότερα πιθανά η Ελλάδα θα ενταχθεί στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης με μια περαιτέρω μικρή ελάφρυνση του κόστους δανεισμού των ελληνικών τραπεζών.
Αυτό διότι τα όρια εκδόσεων της ΕΚΤ δείχνουν ότι αν η Ελλάδα συμμετέχει στο πρόγραμμα QE, οι αγορές της ΕΚΤ θα περιοριστούν σημαντικά, καθώς η τράπεζα είναι ήδη ένας από τους μεγαλύτερους κατόχους ελληνικού χρέους. Η εμπιστοσύνη επομένως μεταφράζεται σε άμεσο όφελος (μείωση του κόστους δανεισμού) του ελληνικού τραπεζικού συστήματος , καθώς και ορισμένων(μετρημένων στα δάχτυλα του ενός χεριού) μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων που μπορούν να εκδώσουν εταιρικά ομόλογα. Ο στόχος για αύξηση της ρευστότητας στην πραγματική οικονομία, όμως, είναι ακόμη μακρινός και τοποθετείται για το νέο έτος. Επίσης μακρινός είναι και ο στόχος επαναφοράς της Ελλάδος στην αγορά ομολόγων παρά το ότι η αναμενόμενη εισροή επενδύσεων χαρτοφυλακίου θα επιτρέψει τη σταδιακή μείωση των αποδόσεων. Όμως η σταθεροποίηση της απόδοσης των ελληνικών ομολόγων σε επίπεδο ικανό για να οδηγήσει σε έκδοση ομολόγων είναι συνάρτηση και άλλων προϋποθέσεων οι οποίες θα πρέπει με την πάροδο του χρόνου να επιβεβαιωθούν.
Υπάρχουν αντισταθμιστικά μέτρα  απέναντι στην υφεσιακή ροπή που επιβάλλει το σύνολο των μέτρων που έχουν ψηφισθεί;  Σίγουρα υπάρχουν , επιπλέον μέτρα από το 2015, τα 3,5 δις ευρώ για την αποπληρωμή των υποχρεώσεων του δημοσίου προς τους ιδιώτες πιστωτές. Επειδή το μεγαλύτερο μέρος όμως, από αυτά θα πάει στις αποπληρωμές των προμηθευτών του συστήματος υγείας και συναφών επαγγελμάτων, πιθανά  η διάχυση της ρευστότητας στην ελληνική οικονομία θα είναι κατώτερη του αναμενομένου. Πάντως είναι θετική εξέλιξη.
Όλα τα υπόλοιπα είναι μέτρα που λειτουργούν υπό καθεστώς αβεβαιότητας.  
Οι ιδιωτικές επενδύσεις μέσω κινήτρων του νέου αναπτυξιακού νόμου, οι αποκρατικοποιήσεις και η αξιοποίηση εν γένει της δημόσιας περιουσίας, οι μεγάλες επενδύσεις υποδομών και η προσέλκυση νέων ξένων επενδύσεων μπορούν να συμβάλουν καθοριστικά προς αυτή την κατεύθυνση, υπό την αίρεση ότι λειτουργούν ε καθεστώς αβεβαιότητας.
 Στο πλαίσιο αυτό, το μίγμα πολιτικής πρέπει να εμπλουτισθεί με αναπτυξιακές πρωτοβουλίες ώστε να δράσουν ως αντίβαρο, στις υφεσιακές επιπτώσεις από την ακραία υπερφορολόγηση του εισοδήματος, της περιουσίας και της κατανάλωσης.
Οι μέχρι τώρα κινήσεις του οικονομικού επιτελείου δεν δείχνουν να είναι έτοιμο να αντιμετωπίσει αυτή την ουσιαστική πρόκληση η οποία χρειάζεται βαθειά γνώση της ελληνικής οικονομικής πραγματικότητας και επιδέξιους χειρισμούς χωρίς ιδεολογικές αγκυλώσεις και πολιτικές εμμονές.