Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

Τι θέλουν όλοι αυτοί που λένε….






Τί θέλουν ὅλοι αὐτοὶ ποὺ λένε
πὼς βρίσκουνται στὴν Ἀθήνα ἢ στὸν Πειραιά;
Ὁ ἕνας ἔρχεται ἀπὸ Σαλαμίνα καὶ ρωτάει τὸν ἄλλο μήπως «ἔρχεται ἐξ Ὁμονοίας»
«Ὄχι ἔρχομαι ἐκ Συντάγματος» ἀπαντᾶ κι εἶν᾿ εὐχαριστημένος
«βρῆκα τὸ Γιάννη καὶ μὲ κέρασε ἕνα παγωτό».
Στὸ μεταξὺ ἡ Ἑλλάδα ταξιδεύει…
ΓΣ.

Αν θέλουμε να κατανοήσουμε πόσο βαθειά είναι η κρίση του πολιτικού συστήματος  και της ελληνικής κοινωνίας , φθάνει κανείς να παρακολουθήσει τη συνεχή εξαγγελία νέων κομμάτων, από ανθρώπους οι οποίοι  «θεωρούν υποχρέωσή τους»  τη διάσωση  της χώρας. Έτσι την τελευταία περίοδο έχουμε ήδη την ανακοίνωση δύο ακόμη νέων κομμάτων και είμαστε σε αναμονή ενός ακόμα.  Βέβαια και  σε κοινωνικό επίπεδο , είναι διάχυτες και έντονες οι συζητήσεις  που περιστρέφονται γύρω από τη δημιουργία νέου κόμματος ή κάποιου ομίλου που στην πορεία πρέπει να μετασχηματιστεί σε νέο κομματικό φορέα.  Είναι προφανώς , όλες οι παραπάνω εξελίξεις , θα μου πείτε ότι είναι φαινόμενα των καιρών. Όμως τι χαρακτηρίζει τους σημερινούς καιρούς; Σε σχέση με το υπό εξέταση ζήτημα η εύκολη απάντηση είναι η αδυναμία των υπαρχόντων κομμάτων να εκφράσουν συνολικά την κοινή γνώμη. Σε πρώτη ανάγνωση η απάντηση εδράζεται στην πραγματικότητα.  Πράγματι, τα υπάρχοντα κόμματα δεν μπορούν να εκφράσουν τη βούληση της κοινωνίας. Ψεύδονται ασύστολα και παλινδρομούν συνεχώς μεταξύ ουτοπικών ιδεολογικών αγκυλώσεων και  χυδαίου πραγματισμού . Επί της ουσίας ενδιαφέρονται για το ίδιον συμφέρον των ελίτ τους. Όμως σύμφωνα με τα όλα τα υπάρχοντα δεδομένα οποιοδήποτε νέο κόμμα εμφανίστηκε, έπραξε ή πράττει ακριβώς ότι και τα παλαιά.  Τι είναι επομένως αυτό που σπρώχνει όλους αυτούς να δημιουργήσουν νέα κόμματα;
Νομίζω ότι η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί στην υπάρχουσα κατάσταση της κοινωνίας. Η απάντηση αυτή πρέπει να δοθεί στο βασικό ερώτημα το οποίο δεν είναι άλλο από το ακόλουθο:   ποια είναι η βούληση της κοινωνίας; Τι αναγνωρίζει η ελληνική κοινωνία ως επιλέξιμο στόχο; Ποια είναι η αυτοεικόνα της;
Υποστηρίζω ότι το πρόβλημα είναι κοινωνικό  : «Η ελληνική κοινωνία αδυνατεί να αναγνωρίσει τον εαυτό της  παραδιδόμενη αμετάκλητα σε έναν χυδαίο αγοραίο ηδονισμό. Πολτοποιείται η όποια συλλογικότητα στο όνομα ενός φρενήρους ατομισμού, της λατρείας του εφήμερου και της βραχυπρόθεσμης  απόλαυσης. Οι διαπιστώσεις που κάνουν οι ειδικοί για τις σημερινές δημοκρατίες είναι σαφείς: άρνηση της ύπαρξης, διαστροφή, σωμα­τικοί και ψυχικοί φόνοι, παράδοξη παρακμή του υποκειμένου με τις μορφές ενός ακραίου ατομικισμού, μαζοποίηση των συμπεριφο­ρών. Ο άνθρωπος δε διαθέτει πλέον άλλα σημεία αναφοράς πέρα από τις προσωπικές του αντιλήψεις, την εμπειρία και τις ερμηνείες του. Και από τη στιγμή που τα πάντα μπορούν να σημαίνουν τα πάντα, δε σημαίνουν τίποτε, επειδή έχουν χάσει την καθολική τους ισχύ. Το ατομικό Εγώ γίνεται το μέτρο των πάντων και, συνεπώς, αυτό είναι το μόνο που μετράει: πώς αισθάνομαι Εγώ, πώς σκέφτομαι Εγώ. Εγώ απαιτώ να γίνονται σεβαστά το δικό μου γούστο, το πώς Εγώ τελικά είμαι, γιατί διαφορετικά αισθάνομαι προσβεβλημένος. Το «ευαίσθη­το» ναρκισσιστικό Εγώ, ως μέτρο των πάντων, δεν ανέχεται καμία κριτική και δε γνωρίζει την έννοια της αυτοκριτικής. Η ταυτότητα πλέον είναι έκφραση μιας υλιστικότητας: τι έχω και πώς φαίνομαι. Η ταυτότητα του ατόμου μπορεί κυριολεκτικά να αγοραστεί, να προ­σαρμοστεί και να αλλαχτεί. Η μόνιμη παρόρμηση να αγοράζουμε και να αποκτούμε πράγματα δεν εκφράζει τόσο μια υλική απληστία, όσο μια σφοδρή επιθυμία να είμαστε κάτοχοι μιας ταυτότητας, την οποία στη συνέχεια εκθέτουμε στη θέα όσο γίνεται πιο πολλών, με την ελπίδα και την προσδοκία πως θα τους είναι αρεστή»[1].
Αυτό σημαίνει ότι ο καθένας ή η καθεμία, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, θεωρεί ότι μπορεί να αποτελέσει , αυτός ή αυτή , ο μοναδικός εαυτός τους , σημείο αναφοράς για όλους τους υπόλοιπους. Στο αποτέλεσμα αυτό, αν προσθέσουμε,  το  διογκωμένο  υπερεγώ ορισμένων, λόγω της μεγαλύτερης ενασχόλησής του με τα κοινά, της προβολής τους μέσω των ΜΜΕ, και της εμμονικά ιδεολογικής προσέγγισης των εξελίξεων (η οποία είναι η άλλη όψη του νομίσματος στη διαδικασία αυτοπραγμάτωσης του εγώ τους) μπορεί να εξηγήσει αυτό που ζούμε σήμερα.
Με απλά λόγια : στο κοινωνικό πεδίο, η αποσάθρωση και η απουσία νοήματος από τις μαζικοδημοκρατικές συνομαδώσεις, οι οποίες όλο και επεκτείνο­νται σε πλανητικό επίπεδο υποκαθιστώντας τα προϋπάρχοντα κοι­νωνικά σχήματα, αποτελούν τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της μετα­νεωτερικότητας. Η κοινωνία πάσχει. Δεν έχει προσανατολισμό. Ή μήπως είναι δύσκολο, στην παρούσα φάση να έχει προσανατολισμό; Πως λύνεται το πρόβλημα; Όλες οι προτεινόμενες λύσεις, δεν αγγίζουν , όπως φαίνεται την κοινωνία. Ή μάλλον την αγγίζουν και τις εμπιστεύεται μέχρις ότου, σε σύντομο χρονικό διάστημα, αποδειχτούν φενάκη. Και τις εγκαταλείπει. Και ξαναγυρίζει στις προηγούμενες. Η κρίσις , κατά τον Ιπποκράτη , μπορεί να ανανεώσει τον ασθενή μετά από θεραπεία ή μπορεί να τον οδηγήσει στο θάνατο. Μην αμφιβάλλετε ότι  μπορεί να συμβεί και το δεύτερο. Με ότι αυτό σημαίνει.  




[1] Κ. Μελάς – Γ. Παπαμιχαήλ, Το αφόρητο βουητό του κενού. Όψεις της Μετανεωτερικότητας στην Ελληνική Κοινωνία, προσεχή δημοσίευση , εκδόσεις Α.Α .Λιβάνη 2016