Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Η Συμβολή των δημοσίων επενδύσεων στην οικονομική μεγέθυνση.





Στην τελευταία Έκθεση του Διοικητή της ΤτΕ, εκτός των πολλών άλλων αναφορών, υπάρχει η αναφορά  της Συμβολής των Δημοσίων Επενδύσεων στην Οικονομική Μεγέθυνση (Πλαίσιο VI.2, σ. 152- 155). Δεν είμαι σίγουρος , αλλά νομίζω ότι είναι η πρώτη φορά που γίνεται ρητή αναφορά στο ρόλο της δημοσιονομικής πολιτικής σε σχέση με την οικονομική μεγέθυνση. Η άποψη που εκφράζεται στο κείμενο,  είναι νομίζω καθαρή: «Οι δημόσιες επενδύσεις μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας, ιδιαίτερα στην τρέχουσα ευρωπαϊκή συγκυρία που χαρακτηρίζεται από υποτονική συνολική ενεργό ζήτηση και από χαμηλά επίπεδα επιτοκίων δανεισμού,
κυρίως λόγω της διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος. Πολλοί διεθνείς οργανισμοί επισημαίνουν τη σημασία των δημόσιων επενδύσεων για την ανάκαμψη της οικονομίας, τόσο από την πλευρά της ζήτησης όσο και την πλευρά της προσφοράς. Καθυστερήσεις στην πραγματοποίηση των δημόσιων επενδύσεων θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά το ΑΕΠ και την απασχόληση, ιδιαίτερα στην περίπτωση που οι ιδιωτικές επενδύσεις επίσης αποθαρρύνονται».

Η θέση αυτή εδράζεται στη μελέτη των στοιχείων που δείχνουν την εξέλιξη των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων την εικοσαετία 1995-2015. Τα συμπεράσματα δείχνουν ότι : «Ύστερα από μια περίοδο σταθεροποίησης την προηγούμενη δεκαετία, οι δημόσιες επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ στη ζώνη του ευρώ των 19 αυξήθηκαν στην αρχή της κρίσης, ενώ στη συνέχεια παρουσίασαν σημαντική μείωση. Οι ιδιωτικές επενδύσεις μειώθηκαν αρχικά, ενώ μετά σταθεροποιήθηκαν σε χαμηλότερα επίπεδα (βλ. Διάγραμμα Α)».
Ακόμη διαπιστώνεται ότι: «Εμπειρικές μελέτες δείχνουν ότι η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων (crowding in) και μείωση της ανεργίας, με θετικές επιδράσεις στην αύξηση του ΑΕΠ. Αντίστοιχα ευρήματα παρουσιάζονται και σε μελέτη της ΕΚΤ για την Αυστρία, τη Γερμανία, τη Δανία, τη Φιλανδία, την Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ισπανία και τη Σουηδία».
  




Τι όμως δυσκολεύει ή και απαγορεύει την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων  στη ΕΕ, που κρίνονται τόσο  απαραίτητες στην παρούσα οικονομική συγκυρία;
 Απάντηση από την έκθεση του Διοικητή: «Εντούτοις, στην ΕΕ το Δημοσιονομικό Σύμφωνο (Fiscal Compact)5 απαιτεί από τα κράτη-μέλη να επιτυγχάνουν ισοσκελισμένους ή πλεονασματικούς διαρθρωτικούς προϋπολογισμούς (structural budget). Ως εκ τούτου, επιπλέον χρηματοδότηση δημόσιων επενδύσεων θα πρέπει να λάβει χώρα είτε μέσω της αύξησης των εσόδων είτε μέσω της εξοικονόμησης των λοιπών δημόσιων δαπανών, με αρνητικές όμως πολλαπλασιαστικές συνέπειες στο ΑΕΠ και στις δύο περιπτώσεις.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο για τις χώρες που βρίσκονται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής (όπως η Ελλάδα), αφού, για να ανταποκριθούν στις δημοσιονομικές τους υποχρεώσεις και να επιτύχουν τους δημοσιονομικούς στόχους, χρησιμοποιούν τις δημόσιες επενδύσεις ως εργαλείο βραχυχρόνιας πολιτικής δημοσιονομικής σταθεροποίησης, σε αντίθεση με άλλες χώρες (Γερμανία, Αυστρία, Βέλγιο και Δανία) που διατηρούν σταθερές τις δημόσιες επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ (βλ. Διάγραμμα Β)».



Η αναγνώριση της ανάγκης των δημοσίων επενδύσεων ως κινητήριου μοχλού της μεγέθυνσης της οικονομίας χρειάζεται επομένως να μεταφερθεί στο πεδίο της θεσμικής διευθέτησης ως βασικής προϋπόθεσης για το επόμενο βήμα που αφορά στην πραγμάτωσή τους και της χρησιμοποίησή τους ως μέσον οικονομικής πολιτικής. Αυτό σημαίνει  ότι θα πρέπει οι δημόσιες επενδύσεις ή μέρος αυτών , αν χρηματοδοτούνται με δάνειους πόρους να μην υπολογίζονται ως δημοσιονομικό έλλειμμα. Φυσικά θα πρέπει να υπάρχουν προδιαγραφές για το είδος  και την ποιότητα των δημοσίων επενδύσεων έτσι ώστε να επιτυγχάνονται τα δυνατά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα αλλά και οι επιλεγμένοι στόχοι της οικονομικής πολιτικής.  Η ανάγκη αυτή καθίσταται αδήριτη πλέον με δεδομένο ότι η ασκούμενη νομισματική πολιτική έχει αγγίξει τα όρια της.