Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Η Συμβολή των δημοσίων επενδύσεων στην οικονομική μεγέθυνση.





Στην τελευταία Έκθεση του Διοικητή της ΤτΕ, εκτός των πολλών άλλων αναφορών, υπάρχει η αναφορά  της Συμβολής των Δημοσίων Επενδύσεων στην Οικονομική Μεγέθυνση (Πλαίσιο VI.2, σ. 152- 155). Δεν είμαι σίγουρος , αλλά νομίζω ότι είναι η πρώτη φορά που γίνεται ρητή αναφορά στο ρόλο της δημοσιονομικής πολιτικής σε σχέση με την οικονομική μεγέθυνση. Η άποψη που εκφράζεται στο κείμενο,  είναι νομίζω καθαρή: «Οι δημόσιες επενδύσεις μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας, ιδιαίτερα στην τρέχουσα ευρωπαϊκή συγκυρία που χαρακτηρίζεται από υποτονική συνολική ενεργό ζήτηση και από χαμηλά επίπεδα επιτοκίων δανεισμού,
κυρίως λόγω της διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος. Πολλοί διεθνείς οργανισμοί επισημαίνουν τη σημασία των δημόσιων επενδύσεων για την ανάκαμψη της οικονομίας, τόσο από την πλευρά της ζήτησης όσο και την πλευρά της προσφοράς. Καθυστερήσεις στην πραγματοποίηση των δημόσιων επενδύσεων θα μπορούσαν να επηρεάσουν αρνητικά το ΑΕΠ και την απασχόληση, ιδιαίτερα στην περίπτωση που οι ιδιωτικές επενδύσεις επίσης αποθαρρύνονται».

Η θέση αυτή εδράζεται στη μελέτη των στοιχείων που δείχνουν την εξέλιξη των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων την εικοσαετία 1995-2015. Τα συμπεράσματα δείχνουν ότι : «Ύστερα από μια περίοδο σταθεροποίησης την προηγούμενη δεκαετία, οι δημόσιες επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ στη ζώνη του ευρώ των 19 αυξήθηκαν στην αρχή της κρίσης, ενώ στη συνέχεια παρουσίασαν σημαντική μείωση. Οι ιδιωτικές επενδύσεις μειώθηκαν αρχικά, ενώ μετά σταθεροποιήθηκαν σε χαμηλότερα επίπεδα (βλ. Διάγραμμα Α)».
Ακόμη διαπιστώνεται ότι: «Εμπειρικές μελέτες δείχνουν ότι η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων (crowding in) και μείωση της ανεργίας, με θετικές επιδράσεις στην αύξηση του ΑΕΠ. Αντίστοιχα ευρήματα παρουσιάζονται και σε μελέτη της ΕΚΤ για την Αυστρία, τη Γερμανία, τη Δανία, τη Φιλανδία, την Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ισπανία και τη Σουηδία».
  




Τι όμως δυσκολεύει ή και απαγορεύει την αύξηση των δημοσίων επενδύσεων  στη ΕΕ, που κρίνονται τόσο  απαραίτητες στην παρούσα οικονομική συγκυρία;
 Απάντηση από την έκθεση του Διοικητή: «Εντούτοις, στην ΕΕ το Δημοσιονομικό Σύμφωνο (Fiscal Compact)5 απαιτεί από τα κράτη-μέλη να επιτυγχάνουν ισοσκελισμένους ή πλεονασματικούς διαρθρωτικούς προϋπολογισμούς (structural budget). Ως εκ τούτου, επιπλέον χρηματοδότηση δημόσιων επενδύσεων θα πρέπει να λάβει χώρα είτε μέσω της αύξησης των εσόδων είτε μέσω της εξοικονόμησης των λοιπών δημόσιων δαπανών, με αρνητικές όμως πολλαπλασιαστικές συνέπειες στο ΑΕΠ και στις δύο περιπτώσεις.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο για τις χώρες που βρίσκονται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής (όπως η Ελλάδα), αφού, για να ανταποκριθούν στις δημοσιονομικές τους υποχρεώσεις και να επιτύχουν τους δημοσιονομικούς στόχους, χρησιμοποιούν τις δημόσιες επενδύσεις ως εργαλείο βραχυχρόνιας πολιτικής δημοσιονομικής σταθεροποίησης, σε αντίθεση με άλλες χώρες (Γερμανία, Αυστρία, Βέλγιο και Δανία) που διατηρούν σταθερές τις δημόσιες επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ (βλ. Διάγραμμα Β)».



Η αναγνώριση της ανάγκης των δημοσίων επενδύσεων ως κινητήριου μοχλού της μεγέθυνσης της οικονομίας χρειάζεται επομένως να μεταφερθεί στο πεδίο της θεσμικής διευθέτησης ως βασικής προϋπόθεσης για το επόμενο βήμα που αφορά στην πραγμάτωσή τους και της χρησιμοποίησή τους ως μέσον οικονομικής πολιτικής. Αυτό σημαίνει  ότι θα πρέπει οι δημόσιες επενδύσεις ή μέρος αυτών , αν χρηματοδοτούνται με δάνειους πόρους να μην υπολογίζονται ως δημοσιονομικό έλλειμμα. Φυσικά θα πρέπει να υπάρχουν προδιαγραφές για το είδος  και την ποιότητα των δημοσίων επενδύσεων έτσι ώστε να επιτυγχάνονται τα δυνατά πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα αλλά και οι επιλεγμένοι στόχοι της οικονομικής πολιτικής.  Η ανάγκη αυτή καθίσταται αδήριτη πλέον με δεδομένο ότι η ασκούμενη νομισματική πολιτική έχει αγγίξει τα όρια της.   

Πέμπτη, 25 Φεβρουαρίου 2016

Νέο γερμανικό σχέδιο «κουρέματος» στους κατόχους κρατικού χρέους στην Ευρωζώνη





Ένα νέο γερμανικό σχέδιο[1] που προβλέπει την επιβολή «κουρέματος» στους κατόχους κρατικού χρέους στην Ευρωζώνη , σχεδιάζεται από το  Sachverständigenrates zur Begutachtung der gesamtwirtschaftlichen Entwicklung (Γερμανικό Συμβούλιο των Ειδικών – Σοφών για την Οικονομία). Το σχέδιο υποστηρίζεται από την Bundesbank αλλά και από τον Υπουργό Οικονομικών Wolfgang Schauble.
Το Γερμανικό συμβούλιο των Σοφών της Οικονομίας , προτείνει ένα «Μηχανισμό Κρατικής Αφερεγγυότητας» η εφαρμογή του οποίου ανατρέπει ολοκληρωτικά τις χρηματοοικονομικές αρχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η χρηματοοικονομική τάξη την μεταπολεμική περίοδο προκειμένου να αποδοθεί  αξιοπιστία  στη ρήτρα της «μη διάσωσης» ("no-bailout") που υπήρχε στη Συνθήκη του Maastricht.
Σύμφωνα με το σχέδιο, οι κάτοχοι κρατικών ομολόγων θα υποστούν ζημιές σε κάθε μελλοντική κρίση χρέους πριν οποιαδήποτε βοήθεια από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM).
Η «εσωτερική διάσωση» ("bail-in") των κρατικών ομολόγων προσομοιάζει απολύτως με τον αντίστοιχο μηχανισμό «εσωτερικής διάσωσης» που ισχύει από την 01.01.2016 για το τραπεζικό σύστημα της ευρωζώνης και σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές συνεισέφερε στη δραστική πώληση των στοιχείων του ενεργητικού του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος από τις αρχές του έτους.
Το Γερμανικό Συμβούλιο υποστηρίζει ότι το πρώτο βήμα θα πρέπει να είναι η υψηλότερη στάθμιση του κρατικού χρέους που παρακρατούν οι τράπεζες της ευρωζώνης . Επίσης υποστηρίζει ότι πρέπει να τεθεί ανώτερο όριο για το ύψος του ποσού που  θα μπορούν να αγοράζουν, με τη ρητή στόχευση οι τράπεζες να προχωρήσουν σε αποεπένδυση ύψους 604 δις ευρώ. Αυτό μεταφράζεται σε εισροή φρέσκων κεφαλαίων ύψους περίπου 35 δις ευρώ.  

Sovereign exposures of banks in selected euro area member states





German Council of Economic Advisers
Υποστηρίζει ακόμη, ότι, τα «κανονιστικά πλεονεκτήματα» του κρατικού χρέους στους ισολογισμούς των τραπεζικών ιδρυμάτων πρέπει να μηδενιστούν. Δεν θα πρέπει ,πλέον, να θεωρούνται ως «ολοκληρωτικά ασφαλή»  έτσι ώστε να μην απαιτείται  κεφαλαιακή επάρκεια ή ότι κατέχουν «απεριόριστη ρευστότητα» στον υπολογισμό του «δείκτη κάλυψης ρευστότητας» των τραπεζικών ιδρυμάτων. Επίσης δεν απαιτείται κεφαλαιακή κάλυψη για εκδόσεις χρέους σε εθνικό νόμισμα. Η πρόταση είναι να μπει αφενός όριο στην έκθεση του κρατικού χρέους (όπως στους ιδιώτες, δηλαδή  25% στο Κατάλληλο Κεφάλαιο (eligible capital) και αυτό να μπορεί να φθάσει στο 100% ανάλογα με τον βαθμό πιστοληπτικής ικανότητας κάθε κράτους.
Στη θεωρία , ο στόχος είναι «η μείωση της αλληλεξάρτησης – των δεσμών μεταξύ κράτους και τραπεζών»  με τον διαχωρισμό των δύο, αποτρέποντας έτσι μια κρατική κρίση χρέους να διαχέεται στα εθνικά τραπεζικά συστήματα.

Στην συγκεκριμένη πρόταση του Συμβουλίου αντέδρασε έντονα το ένα μέλος του ο  Peter Bofinger. Οι αντιρρήσεις του μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
-         Η ανάλυση του Συμβουλίου εδράζεται σε λάθος βάση :  μέχρι την κρίση του 2008, το δημόσιο χρέος στην ευρωζώνη είχε μειωθεί ενώ αντίστοιχα το χρέος των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών επεκτάθηκε γρηγορότερα από το ΑΕΠ. Μετά το ξέσπασμα της κρίσης παρατηρήθηκε μια σημαντική αύξηση του δημοσίου χρέους. Αυτό οφείλεται , μετά την υπερβολή των χρηματοοικονομικών αγορών, σε σημαντικές παρεμβάσεις του κρατικού τομέα προκειμένου να σταθεροποιηθεί ο ιδιωτικός τομέας. Επομένως η κρίση μπορεί ευθέως να αποδοθεί στην ατελή λειτουργία της αγοράς. Άρα πως μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση που προάγει τη λειτουργία των αγορών σε ρυθμιστή της οικονομικής λειτουργίας; Τα επεισόδια που έλαβαν χώρα στην ΕΕ ,πριν από τις 26.06.2012, όταν ο  Mario Draghi παρενέβη για την σταθεροποίηση της ευρωζώνης, έδειξαν για ακόμη μια φορά ότι οι αγορές δεν λειτουργούν με βάση τα λεγόμενα «ορθολογικά» υποδείγματα.



Είναι πλέον αποδεκτό ότι σε περιόδους υψηλής αβεβαιότητας, η αύξηση του κινδύνου προκαλεί υπερβολικές αντιδράσεις από τις χρηματοπιστωτικές αγορές , δημιουργώντας καταστάσεις πολλαπλών ισορροπιών σε ένα καθεστώς αυτοεκπληρούμενης προφητείας. Η θέση του Συμβουλίου ότι, η δημιουργία του  sovereign insolvency mechanism, θα οδηγήσει τις προσδοκίες των συμμετεχόντων στις αγορές σε περιορισμό αυτών των αποτελεσμάτων είναι λανθασμένη. Το αντίθετο θα συμβεί, δηλαδή θα αποσταθεροποιήσει τις προσδοκίες σε περιόδους κρίσης.    

Ένας κρατικός μηχανισμός αφερεγγυότητας θα μπορούσε να προκαλέσει ένα «πανικό ομολόγων» (bond-run) προκειμένου οι ομολογιούχοι να αποφύγουν το «κούρεμα». Με την ύπαρξη του μηχανισμού αφαιρείται η δυνατότητα από τα κράτη να παρέμβουν προκειμένου να σταθεροποιήσουν την οικονομία. Επομένως αυτά τα κράτη , μπροστά σε αυτή την αδυναμία  να σταθεροποιήσουν την οικονομίας τους , θα απολέσουν περαιτέρω την ήδη κλονισμένη εμπιστοσύνη τους. Έτσι τα κράτη που θα καταστούν αφερέγγυα θα βρεθούν  σε δυσκολότερη θέση. Η μακροοικονομική αποσταθεροποίηση θα προκαλέσει στη συνέχεια αποσταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος. Αντίθετα από ότι συμβαίνει με τα άλλα κράτη (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Αυστραλία, ΜΒ, Καναδάς, Ελβετία) τα κράτη της ευρωζώνης έχουν χρέος σε νόμισμα για το οποίο όμως, δεν έχουν την αρμοδιότητα  έκδοσής του.
Επιπλέον ο κρατικός μηχανισμός αφερεγγυότητας θα λειτουργήσει αποσταθεροποιητικά και στο επίπεδο της ευρωζώνης. Η κρίση του 2010-12 αντανακλά την αδυναμία των κρατών μελών να αντιδράσουν το καθένα μόνο του επειδή ήταν μέλη της ευρωζώνης.   





[1] Jahresgutachten 2015/16 "Zukunftsfähigkeit in den Mittelpunkt"Veröffentlicht am 11.11.2015


Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

Η τιμή του πετρελαίου.




Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η σταθεροποίηση ή και η άνοδος της τιμής του πετρελαίου , σε μια επιβραδυνόμενη παγκόσμια οικονομία, εξαρτάται στο μεγαλύτερο βαθμό από την προσαρμογή της προσφοράς με τη ζήτηση του αγαθού. Οι πετρελαιοπαραγωγικές  χώρες, από τη δημιουργία του ΟΠΕΚ, χρησιμοποιούσαν τη δυνατότητα της παραγόμενης ποσότητας (προσφορά) ως μέσον επηρεασμού και διαμόρφωσης της τιμής του πετρελαίου. Παρά τις  συχνές διαφωνίες  που υπήρχαν , κατά καιρούς, τελικά πάντοτε ακολουθείτο η πολιτική της προσαρμογής της προσφοράς στην διαμορφούμενη  ζήτηση. Βεβαίως , η διαμεσολάβηση των προθεσμιακών αγορών και της αγοράς  παραγώγων , προκαλούσε  σχετική απόκλιση από τις υποκείμενες τιμές.
Μετά την επελθούσα συμφωνία των τεσσάρων χωρών παραγωγών πετρελαίου – Σαουδική Αραβία, Ρωσία, Κατάρ, Βενεζουέλα- να διατηρήσουν το ύψος της παραγωγής στο επίπεδο του Ιανουαρίου 2016 , έχουμε τη δήλωση του Ιρανού υπουργού πετρελαίου, Bijan Namdar Zanganeh,  με την οποία συμφωνεί με την απόφαση της Doha. Βέβαια, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα επίπεδα παραγωγής του Ιανουαρίου είναι τα μέγιστα ιστορικά. Παράλληλα η συγκεκριμένη άποψη του ιρανού υπουργού πετρελαίου φαίνεται ότι βρίσκεται σε αντίθεση με την διακηρυγμένη θέση της ιρανικής κυβέρνησης σύμφωνα με την οποία η παραγωγή της χώρας θα πρέπει να επανέλθει στα επίπεδα που ευρισκόταν πριν τις κυρώσεις. Όμως οι εκτιμητές εξακολουθούν να παραμένουν διστακτικοί στο να προβλέψουν επικείμενη άνοδο της τιμής του. Πάντως θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, αυτή καθ’ αυτή η συμφωνία, πιθανά να αποτελέσει την επάνοδο των χωρών του ΟΠΕΚ, στην παλαιά πολιτική της προσαρμογής της προσφοράς, προκειμένου να επηρεασθεί η τιμή.   



Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2016

Η Ευρωζώνη κινδυνεύει να ακολουθήσει τα χνάρια της Ιαπωνίας.





 Η σημερινή οικονομική κατάσταση της ΕΕ θυμίζει έντονα την αντίστοιχη κατάσταση που ίσχυε στην Ιαπωνία περίπου 20 χρόνια πριν, όταν η χρηματοοικονομική κρίση [1]της εποχής είχε εξαναγκάσει την ΚΤ της Ιαπωνίας(BoJ ) να προβεί σε τεράστιες εκδόσεις χρήματος  σε μια προσπάθεια να σπρώξει την οικονομία έξω από την ύφεση. Σε πρόσφατο άρθρο του ο Διοικητής της ΚΤ της Ιαπωνίας, Haruhiko Kuroda[2] , υπενθύμισε ότι, ήταν η  ΚΤ της Ιαπωνίας που εισήγαγε ,το 1999, την πολιτική του μηδενικού επιτοκίου (zero interest rate policy - ZIRP  ), αλλά και την πρώτη ποσοτική επέκταση  (quantitative easing QE), το 2001. Επίσης υπενθύμισε , ότι μετά από 10 περίπου έτη από εκείνη την ημερομηνία, πάλι η ΚΤ της Ιαπωνίας εισήγαγε μια ενημερωμένη έκδοση της QE, με τη μορφή της  ποσοτικής και ποιοτικής επέκτασης  (quantitative and qualitative easing QQE) , ενώ αρχικά στις ΗΠΑ και στη ΜΒ και στη συνέχεια στην ΕΕ ξεκινούσε η δικιά τους ποσοτική επέκταση  (quantitative easing QE).
Σύμφωνα με τον Kuroda , πρόκειται για την πρώτη προσπάθεια στην μοντέρνα νομισματική ιστορία να χρησιμοποιηθεί η έντονη και άμεση μεγέθυνση της νομισματικής βάσης της τράπεζας ως κύριο μέσον άσκησης της επεκτατικής νομισματικής πολιτικής αντί της διαχείρισης του βραχυπρόθεσμου επιτοκίου. Τα συγκεκριμένα μέτρα υποστηρίχθηκαν από τη ρητή δήλωση της ΚΤ της Ιαπωνίας ότι θα διατηρηθούν μέχρις ότου επιτευχθεί ο στόχος του πληθωρισμού. Δηλαδή μέχρις ότου ο πληθωρισμός δεν ανέβαινε σε συγκεκριμένο προκαθορισμένο επίπεδο. Το γεγονός αυτό καθιστά, εν τοις πράγμασι, την  ΚΤ της Ιαπωνίας πρωτοπόρο σε αυτό που ονομάζεται  forward guidance”.
Πράγματι, στις αρχές του αιώνα, συζητείτο εάν η Ιαπωνία θα έπεφτε σε ένα αντιπληθωριστικό σπιράλ , ανάλογο με αυτό των ΗΠΑ τη δεκαετία του 1930. Σύμφωνα με τον διοικητή της τράπεζας, αυτό δεν συνέβη και ένας από τους λόγους είναι ότι η τράπεζα προμήθευσε σημαντική ποσότητα πόρων στην χρηματοοικονομική αγορά. Αποτέλεσμα η οικονομία να αποφύγει ένα σημαντικό  αντιπληθωριστικό καθοδικό σπιράλ. Το μάθημα αυτό αποτέλεσε στη συνέχεια  απάντηση  στην πρόσφατη παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση. Παρόλα αυτά, θα πρέπει να υπογραμμισθεί , συνεχίζει ο Kuroda, ότι τα συγκεκριμένα μέτρα δεν ήταν αρκετά για να θέσουν τέλος σε ένα επιμήκη αντιπληθωρισμό και να  υποστηρίξουν μια σταθερή μεγέθυνση της οικονομίας.
Με αποτέλεσμα , όπως σήμερα υποστηρίζεται, η Ιαπωνία  έχει πέσει στη λεγόμενη παγίδα ρευστότητας. Το ερώτημα είναι γιατί; Σύμφωνα με τον  Kuroda, αυτό συμβαίνει γιατί ονομαστικό zero lower bound συνδυάζεται με την επιβράδυνση της οικονομίας γεγονός που προκαλεί ταυτόχρονα την επιβράδυνση του φυσικού επιτοκίου. Τα αποτελέσματα αυτά συμβαίνουν ταυτόχρονα και έτσι η τράπεζα δεν έχει την ικανότητα να μειώσει τα πραγματικά επιτόκια σε ένα σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο από το φυσικό επιτόκιο. Με άλλα λόγια , δεν λειτουργεί το σημαντικότερο κανάλι της νομισματικής πολιτικής.
Ανεξαρτήτως της θεωρητικής εξήγησης που δίνεται από τον Kuroda, και η οποία μπορεί με άνεση να κατεδαφισθεί[3], το ζήτημα είναι ότι σε περιπτώσεις που η οικονομία βρίσκεται σε παγίδα ρευστότητας , η άσκηση νομισματικής πολιτικής είναι αναποτελεσματική. Το γνωρίζουμε ογδόντα ολόκληρα έτη , δηλαδή από την έκδοση της Γενικής Θεωρίας του Keynes. Στην περίπτωση της παγίδας ρευστότητας όλο το χρήμα που εισέρχεται στην αγορά παρακρατείται από όλους όσοι συμμετέχουν στην αγορά (τράπεζες και επιχειρηματίες). Θα μπορούσαμε να το παρουσιάσουμε σαν ένα μεγάλο σφουγγάρι που απορροφά κάθε ρευστότητα μέχρι τελευταίας σταγόνας.
Τον Απρίλιο του 2013, η ΚΤ της Ιαπωνίας εφάρμοσε την ποσοτική και ποιοτική επέκταση  (quantitative and qualitative easing QQE) με διακηρυγμένο στόχο να φέρει τον πληθωρισμό στο 2,0%, αγοράζοντας στοιχεία ενεργητικού σε πρωτοφανή επίπεδα χωρίς προηγούμενο. Η νομισματική βάση της οικονομίας έφθασε στο 60,0% του ΑΕΠ, σχεδόν το διπλάσιο και λίγο περισσότερο από αυτό που έκαναν στη συνέχεια η FED και η  Bank of England. Για τον Kuroda, η QQE έχει στεφθεί από επιτυχία. Η πληθωριστική τάση έχει καλυτερέψει διότι τα στοιχεία του πληθωρισμού (ΔΤΚ) , χωρίς τα φρέσκα τρόφιμα και την ενέργεια, είναι θετική για 26 συνεχείς μήνες. Κάτι που είχε να συμβεί από το τέλος της δεκαετίας του 1990. Τα στοιχεία του Νοεμβρίου 2015 δείχνουν πληθωρισμό 1,2%. Βεβαίως αν συμπεριληφθούν τα στοιχεία για την ενέργεια ο πληθωρισμός ευρίσκεται ελάχιστα πάνω από το μηδέν.


Όλα αυτά σε ένα οικονομικό περιβάλλον στο οποίο η αγορά εργασίας βρίσκεται πολύ κοντά στην πλήρη απασχόληση καταρρίπτοντας την επικρατούσα άποψη ότι ο αντιπληθωρισμός φέρνει μαζί του και την ανεργία. Η τελευταία έκθεση της ΚΤ της Ιαπωνίας (Ιανουάριος 2016) επιβεβαιώνει ότι παρότι η οικονομία δείχνει σημάδια ανάκαμψης, η επανεκκίνηση είναι αργή  και εκτεθειμένη σε κινδύνους.
Το ενεργητικό της ΚΤ της Ιαπωνίας μεγεθύνθηκε όσο αυξήθηκε το δημόσιο χρέος[4] της χώρας: βρίσκεται σήμερα κοντά στο 230,0% του ΑΕΠ από 170,0% το 2007. Παρόλα αυτά ο στόχος του πληθωρισμού δεν επιτεύχθηκε ακόμη. Αυτό δείχνει , σύμφωνα με τον Kuroda ότι η νοοτροπία του αντιπληθωρισμού δεν είναι εύκολο να λησμονηθεί. Μην ξεχνάμε ότι η Ιαπωνία βρίσκεται σε αυτή την παγίδα πάνω από 15 έτη.
Το τελευταίο συμπέρασμα του Kuroda είναι ίσως το σημαντικότερο που  πρέπει να ληφθεί υπόψη από τους ηγέτες της ΕΕ. Αν εγκατασταθεί η νοοτροπία του αντιπληθωρισμού και στην ευρωζώνη (είδη βρισκόμαστε ικανό διάστημα  εγκλωβισμένη σε αυτή την νοοτροπία ) είναι σχεδόν σίγουρο ότι το παράδειγμα της Ιαπωνίας θα συνοδευθεί και από το αντίστοιχο της Ευροζώνης.   




[1] Δες : Κ. Μελάς, Οι Σύγχρονες Κρίσεις του Παγκόσμιου Χρηματοπιστωτικού Συστήματος (1974-2008), ΑΑ. Λιβάνη, 2011.
[2] Haruhiko Kuroda, Japan's Experience of Overcoming the Zero Lower Bound, January 12, 2016, Bank of Japan.
[3] Το βασικό πρόβλημα αυτής της αντίληψης που ανάγεται στον Knut Wicksell και μετά πέρασε στον Friedrich Hayek και στη συνέχεια στο Milton Friedman είναι ότι είναι αδύνατον να υπολογισθεί το φυσικό επιτόκιο …διότι απλούστατα δεν υπάρχει, όπως έχει καταλυτικά δείξει ο Piero  Sraffa από το μακρινό  1932.
[4] Ένα ακόμη στοιχείο που καταρρίπτει τις γνωστές ανοησίες ότι η αύξηση του ενεργητικού της ΚΤ με αύξηση της νομισματικής βάσης προκαλεί κινδύνους φερεγγυότητας της ΚΤ. Λες και η ΚΤ είναι όμοια με μια εμπορική τράπεζα. Βεβαίως υπάρχουν ορισμένες βασικές προϋποθέσεις που πρέπει  κατ’ αρχάς να ισχύουν : ισχυρή παραγωγική βάση, αποθεματικό νόμισμα, και υψηλή ιδιωτική αποταμίευση.