Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Η απεικόνιση της πραγματικής κατάστασης είναι το ζητούμενο.





Η απεικόνιση της πραγματικής κατάστασης είναι το ζητούμενο. Αποτελεί επίμονο ζήτημα . Απαιτεί συγχρόνως απεικόνιση σφαιρική της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης της χώρας. Προϋποθέτει  την προσεκτική περιγραφική  απεικόνιση της κατάστασης.
Η  σημερινή κατάσταση της οικονομίας , μπορεί να περιγραφεί σε μεγάλο βαθμό (στατικά)  εξ αντικειμένου. Όμως οι αιτίες που τη δημιούργησαν αλλά και οι προοπτικές ρεαλιστικής εξόδου  είναι φορτισμένες αξιολογικά.  Επομένως και όλες οι προτεινόμενες διέξοδοι από την παρούσα κατάσταση  λειτουργούν υπό καθεστώς αβεβαιότητας  για εμφανείς λόγους. Έχω αναφερθεί εκτενώς για τις αιτίες που οδήγησαν την Ελλάδα στο «ζουρλομανδύα» του Μνημονίου και της δημοσιονομικής προσαρμογής[1]. Επίσης έχω αναφερθεί για το πώς θα μπορούσε να επιλυθεί η κρίση με όσο το δυνατόν ισορροπημένο και αποτελεσματικό τρόπο.
Σήμερα όμως , με βάση των ισχύοντα συσχετισμό δυνάμεων[2] και με καθορισμένο πλαίσιο άσκησης της οικονομικής πολιτικής στην ευρωζώνη, αλλά και με απολύτως οριοθετημένους στόχους με βάση το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής , η ελληνική οικονομία βρίσκεται απολύτως εγκλωβισμένη σε καθεστώς απόλυτης αδυναμίας να επιλέξει μια ρεαλιστική διέξοδο από την κρίση.
Θα αναφέρω τους  κυρίαρχους περιορισμούς που συνεχίζουν να ταλανίζουν την ελληνική οικονομία.
Η Ελλάδα συνεχίζει την δημοσιονομική προσαρμογή της οικονομίας της για έκτο έτος. Η απορρόφηση από το εισοδηματικό κύκλωμα θα συνεχισθεί και το 2016 με μέτρα που ανέρχονται (με βάση των προϋπολογισμό του 2016) στο ύψος των  5,733 δισ. ευρώ , εκ των οποίων τα 2,532 δισ. ευρώ θα προέλθουν από το σκέλος των δαπανών, ενώ τα 3,201 δισ. ευρώ από τα έσοδα. Παραβλέπω τις φήμες ότι οι δανειστές ζητούν ακόμη περισσότερα μέτρα για το 2016 για να επιτευχθεί το πρωτογενές πλεόνασμα 0,5% του ΑΕΠ. Η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να προσαρμόζεται και για δύο ακόμη έτη (2017-2018) δεδομένου ότι πρέπει να παράγει συγκεκριμένο ύψος πρωτογενούς πλεονάσματος ( 2017:1,75% – 2018: 3,5% του ΑΕΠ). Το απλό αίτημα που και ο γράφων[3] είχε υποστηρίξει, ότι δεν θα πρέπει και το 2015 να υπάρξει περαιτέρω αύξηση της λιτότητας δεν ικανοποιήθηκε από τους δανειστές.
Η ελληνική οικονομία λειτουργεί , τα χρόνια του μνημονίου, χωρίς τραπεζικό σύστημα. Δηλαδή λειτουργεί χωρίς τον αιμοδότη της. Μάλιστα στην πραγματικότητα στην ελληνική οικονομία έχει συμβεί το αντίθετο : απορροφούν ρευστότητα από την οικονομία προκειμένου είτε να ανακεφαλαιοποιηθούν  είτε να καλύψουν το funding gap μεταξύ δανείων και καταθέσεων . Το κλασικό επιχείρημα που συνοδεύει όλες τις ανακεφαλαιώσεις, ότι δηλαδή με αυτό τον τρόπο οι τράπεζες θα μπορούν ξανά να χρηματοδοτούν την οικονομία, είναι  παραπλανητικό κατά το ήμισυ. Μετά  από την τελευταία ανακεφαλαιοποίηση, οι τράπεζες έχουν συνολικά πάνω από 80 δισ. ευρώ δανείων περισσότερα από τις καταθέσεις, ενώ επιπλέον το 50% αυτών των δανείων είναι «κόκκινα», δηλαδή μη εξυπηρετούμενα. Το άνοιγμα είναι τεράστιο! Και αν δεν καλυφθεί -αυτό σημαίνει απομόχλευση- οι τράπεζες δεν πρόκειται να γίνουν ξανά μηχανισμοί μιας νέας μόχλευσης. Μέχρι να καλυφθεί αυτό το τεράστιο άνοιγμα, οι τράπεζες έχουν ντε φάκτο αλλάξει χαρακτήρα: από πάροχοι ρευστότητας, έχουν μετατραπεί σε μηχανισμούς απορρόφησης  ρευστότητας.  Σύμφωνα με τα στοιχεία  οι δύο τελευταίες ανακεφαλαιοποιήσεις και αυξήσεις ΜΚ , έχουν απορροφήσει ρευστότητα (ιδιωτική) που υπερβαίνει τα 14 δις ευρώ. Επίσης η διαδικασία επίλυσης των μη αποτελεσματικών δανείων αποτελεί ένα μηχανισμό απορρόφησης ρευστότητας από τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Βέβαια η επίλυση του συγκεκριμένου προβλήματος καθόλου δεν είναι σίγουρο ότι θα εξελιχθεί σύμφωνα με τις θετικές προσδοκίες.  Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης, αν το ΕΣΠΑ είναι μια ένεση ρευστότητας στην οικονομία περίπου 20 δισ. ευρώ, οι τράπεζες  έχουν απορροφήσει  ρευστότητα σχεδόν ισάξια από τον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας. Δεν αναφερόμαστε βεβαίως καθόλου στη ρευστότητα που έχει χορηγήσει ο δημόσιος τομέας.
Υπάρχει ακόμη και το πρόβλημα του ελληνικού δημοσίου χρέους που αποτελεί επίσης βασικό αρνητικό προσδιορισμό της ελληνικής οικονομίας. Παρότι η προγραμματιζόμενη λύση του κινείται σε θετική τροχιά (όχι στην πρέπουσα άριστη)τα οφέλη την περίοδο 1916-2020 , περίοδο κρίσιμη για την αναδιάταξη της ελληνικής οικονομίας , δεν φαίνεται να είναι τέτοια που να δημιουργήσουν, εν τοις πράγμασι, σημαντικές προϋποθέσεις ανάπτυξής της. Παρόλα αυτά , αν φθάσουμε στο σημείο να υπάρξει τέτοια απόφαση, χρειάζεται οπωσδήποτε η πρώτη αξιολόγηση η οποία ως γνωστόν έχει σαφείς δυσκολίες, θα προστεθούν ορισμένα σημεία στην προσπάθεια χτισίματος  θετικών προσδοκιών. 
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ποιες είναι οι δυνατότητες ή οι πραγματικοί βαθμοί ελευθερίας των ελληνικών κυβερνήσεων να ελιχθούν αποτελεσματικά ; 
 Θεωρώ ότι στο μέτωπο που περιγράψαμε προηγουμένως  είναι μηδαμινοί. Όμως υπάρχουν πάντοτε τρόποι αποτελεσματικής αντιμετώπισης , αφενός μεν των ζητημάτων – προβλημάτων που δημιουργούνται από την επιβληθείσα  (από τους δανειστές) και  αποδεχθείσα (από τις ελληνικές κυβερνήσεις) οικονομική πολιτική  και αφετέρου της ανάδειξης των δυνητικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας εντός ενός συνεκτικού σχεδίου που θα λαμβάνει υπόψη όλους τους υφιστάμενους περιορισμούς , τα  υπάρχοντα μέσα αλλά και τους  τρόπους που αυτά θα χρησιμοποιηθούν.
 Με βάση τη λογική αυτή θα υποστήριζα τα ακόλουθα:
  Το υπάρχον πλαίσιο άσκησης οικονομικής πολιτικής θέτει συγκεκριμένο «μονοπάτι εξόδου» από την κρίση. Η οικονομική λογική του είναι γνωστή. Όχι μόνο δημοσιονομικά  πλεονάσματα αλλά και δημιουργία σημαντικών «μαξιλαριών ασφαλείας» (μείωση των ανώτερων επιπέδων των δημοσίων δαπανών από τα σημερινά που κυμαίνονται περίπου στο μέσο όρο της ευρωζώνης) έτσι ώστε η ελληνική οικονομία να κινείται σε αντίστοιχα επίπεδα με αυτά των νέων χωρών της ανατολικής Ευρώπης που έχουν εισέλθει στην ευρωζώνη αλλά και στην ΕΕ. Πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών τα οποία θα αποτελούν την αιχμή της μεγεθυντικής διαδικασίας της ελληνικής οικονομίας. Η εγχώρια ζήτηση θα ακολουθεί, κατ’ αρχάς, το βηματισμό των δύο αυτών μεγεθών , ένα περιοριστικό και ένα δυνητικά μεγεθυντικό. Παράλληλα το αυτόνομο  μέρος της επενδυτικής ζήτησης , βασικά, θα είναι συνάρτηση της εισροής κεφαλαίων (κυρίως από το εξωτερικό). Η εισροή κεφαλαίων (πάσης φύσεως, δηλαδή, εισροές χαρτοφυλακίου, αυτόνομες ) προϋποθέτει  (σύμφωνα με τη συγκεκριμένη λογική αν την εκλογικεύσουμε) :
• Πρώτον, τη νομοθέτηση και η εφαρμογή των δεσμεύσεων για τις ιδιωτικοποιήσεις που προβλέπονται στο μνημόνιο
• Δεύτερον, την επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές κρατικών ομολόγων με επιτόκια κάτω του 5%.
• Τρίτον, τα ελληνικά ομόλογα να γίνουν αποδεκτά από την ΕΚΤ ως ενέχυρο.
• Τέταρτον, να ενισχυθούν οι κεφαλαιακές επενδύσεις από τα τρέχοντα 21 δισ. ευρώ – που είναι μόνο το 9% του συρρικνωθέντος ΑΕΠ, πλησιέστερα στο 20% που ήταν το 2007.
• Πέμπτον, να αυξηθούν οι εξαγωγές προϊόντων, που υποχώρησαν 3,5% το 12μηνο μέχρι τον Αύγουστο 2015.
• Έκτον, να αυξηθεί  η παραγωγικότητα και η ευελιξία της εργασίας δεδομένου ότι αποτελούν το κλειδί για τη μεγέθυνση της οικονομίας και  ιδιαίτερα για την ενίσχυση των εξαγωγών.
• Έβδομον, απαιτείται η περαιτέρω αύξηση του τουρισμού, ιδιαίτερα των αεροπορικών αφίξεων.
• Όγδοον, η αύξηση των δανειοδοτήσεων προς τις επιχειρήσεις, που συνεχώς υποχωρεί την περίοδο του μνημονιακού προγράμματος.
Οι προϋποθέσεις που τίθενται αφορούν αποκλειστικά την προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο εξωτερικός τομέας (πραγματικός και χρηματοοικονομικός) να αποτελέσει το «τραίνο της ανάπτυξης». Ο εγχώριος τομέας που λόγω της ασκηθείσας οικονομικής πολιτικής έχει τεθεί σε πλήρη ανισορροπία , αν όχι σε κατάρρευση, θα επανακάμψει βήμα-βήμα, μόνο και όταν το επιτρέπουν οι συνθήκες του εξωτερικού τομέα. Στην ελληνική οικονομία , αλλά και στις υπόλοιπες (τουλάχιστον στις περισσότερες) ευρωπαϊκές οικονομίες που χτυπήθηκαν από την οικονομική κρίση, η «διόρθωση» του εξωτερικού τομέα προέρχεται κατά βάση από τον σημαντικό περιορισμό των εισαγωγών λόγω της μείωσης του ΑΕΠ και επί της ουσίας αποτελεί μέρος και όχι επιπλέον αύξηση της εγχώριας ζήτησης που υπήρχε προηγουμένως . Είναι κατανοητό ότι σε αυτή την κατεύθυνση όλα επαφίενται στις λεγόμενες δυνάμεις της αγοράς και το μόνο που έχει να πράξει η κυβέρνηση είναι να καταστήσει την επιχείρηση – εθνική οικονομία όσο γίνεται περισσότερο ελκυστική για την εξωτερική πελατεία. Η εθνική οικονομία ως επιχείρηση !!!  Όμως  μια επιχείρηση η οποία έχει οδηγηθεί σε ουσιαστική κατάρρευση στο όνομα και της διάσωσής της μέσω του συγκεκριμένου προγράμματος που έχει τεθεί σε εφαρμογή εδώ και έξι συναπτά έτη και το οποίο συνεχίζεται. 
Το βασικό πρόβλημα αυτής της προσέγγισης , σε συνάρτηση με τους επιπλέον περιορισμούς που θέτει η πολιτική του προγράμματος δημοσιονομικής πολιτικής, έγκειται στο ότι  οι ελληνικές κυβερνήσεις  , άλλες λόγω ιδεολογικής ταύτισης με αυτές τις λογικές και άλλες λόγω αντικειμενικής αδυναμίας να σχεδιάσουν και να πράξουν   ή και τα δύο, επικεντρώθηκαν  αποκλειστικά στην υπηρέτηση του μνημονιακού προγράμματος προκειμένου η ελληνική οικονομία να καταστεί όσο το δυνατόν περισσότερο ελκυστική.
Στην κατάσταση αυτή συνέτειναν βεβαίως ένας μεγαλόστομος, ιδεοληπτικός, αποπροσανατολιστικός και βουλησιαρχικός  λόγος που υπέρβαινε κατά πολύ τα προβλήματα που δημιούργησε η επιβολή του μνημονίου λόγω του ότι στηρίχτηκε σε δεοντολογικές αντιλήψεις χωρίς κανένα αντίκρισμα στην πραγματικότητα και σε υπαρκτούς συσχετισμούς ισχύος. Στάθηκε επομένως αδύνατον να  δημιουργηθούν ικανές κοινωνικές συνομαδώσεις και ισχυροί πολιτικοί συσχετισμοί για  να στηρίξουν τη συστηματική ενασχόληση με την δημιουργία  των απαραίτητων σχεδιασμών έτσι ώστε να υπάρξει  διορθωτική παρέμβαση της εγγενούς λανθασμένης  πορείας που επιβλήθηκε μέσω του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής.
 Οι μη συστηματικές κινήσεις και οι αλλοπρόσαλλες αντιδράσεις που επιβλήθηκαν σε μια κοινωνία η οποία τα τελευταία περίπου είκοσι χρόνια είχε ζήσει μια ευημερία με δανεικά έχοντας απολέσει και το τελευταίο σημείο αναφοράς της αυτοκατανόησής της , την κατέστησαν έρμαιο των ακραίων  θυμικών δονήσεων  και του φόβου της απώλειας των υλικών κεκτημένων.
Μια κοινωνία που δεν ξέρει πια που πηγαίνει, όταν προτείνει πολλαπλά, αντιφατικά ιδεώδη, ή «ιδεώδη» αδιαφορίας, μίσους και όταν άρα το ιδεώδες του Εγώ, καθώς και το συλλογικό και ατομικό υπερεγώ, αρχίζουν να αποσυντίθενται. Τα πρόσωπα αδυνατούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στις ταυτίσεις, χάνουν τα σημεία αναφοράς τους. Από τότε και μετά, γενικεύονται οι διεστραμμένες, παρανοϊκές, απαθικές συμπεριφορές. Οι συμπεριφορές αυτές που θεμελιώνονται σε ένα αίσθημα αδυναμίας, δεν μπορεί παρά να επιφέρει τον γενικευμένο ανταγωνισμό, την αντιζηλία, τον φθόνο και την αδιαφορία για τον άλλο, όταν αυτός δεν έχει υποβιβαστεί στην κατάσταση «εργαλειοποιημένου αντικειμένου», ή ακόμα δεν προορίζεται για την οργή και το μίσος. Όλοι ακούν όλους, αλλά κανένας δεν ακούει αληθινά κανέναν.
 Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι :
Μπορούν να υπάρξουν τώρα αυτές οι απαραίτητες συστηματικές κινήσεις οι οποίες θα «σπρώξουν» την κοινωνία σε κατάσταση μεγαλύτερης αυτογνωσίας;  Και από ποιόν;  Και για ποιόν; Μπορεί να υπάρξει ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο απαλλαγμένο  από τα ίδια τα συλλογικά υποκείμενα που υπήρξαν οι ιστορικοί φορείς αυτών των συγκρουσιακών δυναμικών; Υπάρχουν άραγε νέα συλλογικά υποκείμενα που να διατείνονται προς αυτή την κατεύθυνση;
Δεν ομιλώ θεωρητικά. Ομιλώ για τη σημερινή Ελλάδα. Για την παρούσα συγκεκριμένη κατάσταση. Όλοι στρεφόμαστε στις υπάρχουσες πολιτικές ηγεσίες. Έχουν οι υπάρχουσες πολιτικές ηγεσίες το πολιτικό βάρος ώστε να ανταπεξέλθουν στην παρούσα κατάσταση; Έχουν την αίσθηση της αποστολής; Δεν νομίζω. Είναι αδύνατον να συμφωνήσουν επί ενός προγράμματος που όλες αποδέχονται. Που όλες το έχουν υπηρετήσει στο πρόσφατο παρελθόν.
Η επικυριαρχία της  αποπολιτικοποίησης νοούμενης ως επικράτηση συγκεκριμένης αντίληψης διαχείρισης των δημοσίων πραγμάτων, οδηγεί στην διάλυση της δημοκρατίας. Όταν ένας λαός δεν έχει πλέον τη δύναμη ή τη θέληση να κρατηθεί στη σφαίρα του πολιτικού δεν εξαφανίζεται το πολιτικό από τον κόσμο. Εξαφανίζεται μόνο ένας αδύναμος λαός. Το Κράτος παύει να αποτελεί ενσάρκωση της κυριαρχίας του λαού. Με απλά λόγια επειδή στη ζωή δεν υπάρχει κενό , τη θέση της λαϊκής κυριαρχίας όπως αυτή εκφράζεται στο Κράτος ποιος ή ποιοι  θα την καταλαμβάνουν αν το πολιτικό σύστημα συνεχίζει να συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο; Η απάντηση δεν είναι δύσκολη .  Σιγά –σιγά  ξεκινώντας από την «περιφέρεια» της χώρας  οι φιγούρες  αυτές αρχίζουν να διαγράφονται όλο και πιο καθαρά. Ήδη τα υπάρχοντα, αρκετά, γεγονότα είναι ικανά να μας οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα. Η λεγόμενη διαπλοκή που ως φαινόμενο χαρακτήρισε τη μεταπολίτευση , αν οι νέες εξελίξεις αφεθούν ανενόχλητες , θα φαντάζει αθώο πταίσμα.   
Η γεωπολιτική θέση της Ελλάδος, η  κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειος, οι προσφυγικές ροές , η κατάσταση της ευρωζώνης αλλά και στην ΕΕ ευρύτερα , οι αναμενόμενες εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία αλλά και το γενικότερο γεωπολιτικό παίγνιο δεν αφήνουν πολλές ελπίδες για  διεξόδους  οι οποίες θα έχουν θετικές επιδράσεις  στην χώρα.









[1] Εκτός των πολυάριθμων άρθρων μου που υπάρχουν όλα στην ιστοσελίδα μου,www kostasmelas.gr, παραπέμπω στα τελευταία βιβλία μου : Αργεντινή – Ελλάδα, Πατάκη 2015, Μικρά μαθήματα για την ελληνική οικονομία, Πατάκη 2013, Η Σαστισμένη Ευρώπη, Εξάντας 2009.  

[2] Νομίζω ότι όλοι πλέον συμφωνούν ότι η λύση που επιβλήθηκε στην Ελλάδα εξυπηρετούσε πρωτίστως πολιτικά και γεωπολιτικά συμφέροντα. Την άποψη αυτή παραδέχεται και ο μέχρι πρόσφατα επικεφαλής του ΔΝΤ, Olivier Blanchard (Greece: Past Critiques and the Path Forward, http://blog-imfdirect.imf.org/2015/07/09/greece-past-critiques-and-the-path-forward/

[3] Κ. Μελάς, Οι δύο κυρίαρχοι  αρνητικοί υπερκαθορισμοί της ελληνικής οικονομίας,  http://www.kostasmelas.gr/2014/12/blog-post_22.html