Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2015

Η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης δεν εξαλείφει τις ανισορροπίες της διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης.





Τον Ιούλιο 2015, η Κεντρική Τράπεζα της Ιταλίας (Banca dItalia) δημοσίευσε τη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται για την κατασκευή του δείκτη ανταγωνιστικότητας ως προς τη τιμή[1] και την εφάρμοσε στις τέσσερις μεγαλύτερες οικονομίες της ευρωζώνης (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία).
Σύμφωνα με τα στοιχεία η εξέλιξη του δείκτη[2] ανταγωνιστικότητας ως προς την τιμή ,από το 2009 , παρουσιάζεται στη Γραφική παράσταση 1.
Γραφική παράσταση 1.






Πηγή: Francesco Saraceno:  Squilibri nell’eurozona: non è un problema di competitività di prezzo


Από την Γραφική παράσταση 1, προκύπτει ότι επήλθε  μεν  βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ισπανικής οικονομίας αλλά σε πολύ μικρότερο βαθμό από τις άλλες τρεις μεγάλες οικονομίες της ευρωζώνης. Συνεπώς προκύπτει ως πρώτη ανάγνωση, ότι η κυρίαρχη αφήγηση της ευρωζώνης, δηλαδή ότι η Ισπανία ακολουθώντας τη γνωστή συνταγή της λιτότητας, της δημοσιονομικής προσαρμογής και της εσωτερικής υποτίμησης, κατάφερε να θέσει σε τάξη τις εξωτερικές της συναλλαγές δεν μπορεί να υποστηριχτεί. Ο λόγος είναι ότι η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας ως προς την τιμή της ισπανικής οικονομίας θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί ως προς το εσωτερικό της ευρωζώνης , έτσι ώστε τα δεδομένα να βρίσκονται σε αγαστή συνάφεια με την εσωτερική υποτίμηση, κάτι που δεν απορρέει από τα δεδομένα.  
Γραφική παράσταση 2.




Πηγή: Francesco Saraceno:  Squilibri nell’eurozona: non è un problema di competitività di prezzo

Η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ισπανικής οικονομίας δεν μπορεί να αποδοθεί στην εσωτερική υποτίμηση που ακολουθήθηκε και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας ως προς την τιμή. Αυτό γίνεται περισσότερο καθαρό από την Γραφική Παράσταση 2 , όπου οι άλλες τρεις οικονομίες βελτίωσαν πολύ περισσότερο από την ενταγμένη σε πρόγραμμα εσωτερικής υποτίμησης ισπανική οικονομία.

Συνεπώς φαίνεται ότι το πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας της ισπανικής οικονομίας (αλλά και της ελληνικής ακόμη περισσότερο ή και της πορτογαλικής) είναι πρόβλημα διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας, γεγονός που απαιτεί άλλου είδους παρεμβάσεις στο μακροοικονομικό επίπεδο (πχ. βελτίωση των υποδομών , άρα δημόσιες επενδύσεις) και στο μικροοικονομικό επίπεδο (βελτίωση των συνιστωσών του με μη εργασιακού κόστους και όχι συνεχείς  μειώσεις του μισθού) και στο επίπεδο των θεσμών (βελτίωση της αποτελεσματικότητας της λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού). Όλες , όμως αυτές οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις , θα πρέπει να λάβουν χώρο για να έχουν πιθανότητες επιτυχίας σε εντελώς διαφορετικό μακροοικονομικό περιβάλλον από αυτό της συνεχούς και μονόπλευρης λιτότητας το οποίο εφαρμόζεται σήμερα στην Ευρωζώνη.  



[1] A.Fellettigh, C. Giordano, G.Oddo, V. Romano : Reassessing price-competitiveness indicators of the four largest euro-area countries and of their main trading partners, Banca  d ’Italia, Occasional Papers,N.280, July 2015.Roman
[2] Η μείωση του δείκτη δείχνει αύξηση της παραγωγικότητας και το αντίστροφο.

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2015

Τα όρια της νομισματικής πολιτικής.




Υπάρχει μια προσπάθεια, κυρίως από τη μεριά της νέο-κευνσιανής σκέψης (Paul Krugman, Joseph Stiglitz ) , να επανέλθει στο προσκήνιο το παλιό υπόδειγμα IS-LM.  Σύμφωνα με το γνωστό αυτό υπόδειγμα, η νομισματική πολιτική επιτρέπει , διαμέσου της μείωσης του επιτοκίου, να δώσει κίνητρο και να μπορέσει να επανέλθει σε επίπεδο πλήρους απασχόλησης. Υπάρχει όμως ένα όριο στη συγκεκριμένη προσπάθεια (το λεγόμενο Zero Lower Bound”), δεδομένου ότι τα ονομαστικά επιτόκια δεν μπορούν να μειωθούν κάτω από το μηδέν (γνωστή και ως κριτική του Keynes στην νεοκλασική προσέγγιση). Αν λοιπόν το επιτόκιο που απαιτείται για να επανέλθει σε κατάσταση πλήρους απασχόλησης είναι αρνητικό, η νομισματική πολιτική απλά είναι ανίκανη να το επιτύχει. Συνεπώς, σε αυτή την περίπτωση, απαιτείται η άσκηση επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής (αύξηση της δημόσιας δαπάνης ή μείωση των φόρων).   





Την τελευταία περίοδο, όμως, τα αρνητικά επιτόκια βρίσκονται στον ορίζοντα. Αυτή η κατάσταση οφείλεται από τις δράσεις των κεντρικών τραπεζών οι οποίες , μέσω πράξεων ανοικτής αγοράς, αγοράζουν ομολογίες (κυρίως κρατικές) σπρώχνοντας τις αποδόσεις τους σχεδόν στο μηδέν. Επίσης επιβάλλουν αρνητικά επιτόκια στις υπερβάλλουσες καταθέσεις των εμπορικών τραπεζών.
Σύμφωνα με τον Joseph Stiglitz, ακόμη και στην περίπτωση που τα επιτόκια καταρρεύσουν σε  αρνητικά επίπεδα δεν σημαίνει ότι θα υπάρξουν θετικές επιδράσεις στην οικονομία. Ο Stiglitz αναφέρει ως παράδειγμα την περίπτωση των ΗΠΑ όπου το πραγματικό επιτόκιο ήταν αρνητικό (με ευθύνη του πληθωρισμού)  για πολύ καιρό αλλά αυτό δεν μεταφράστηκε σε μεγάλη ώθηση στην πραγματική οικονομία. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και στην περίπτωση που τα πραγματικά επιτόκια γίνουν αρνητικά αλλά με ευθύνη των ονομαστικών επιτοκίων. 



Αυτό συμβαίνει επειδή η ζήτηση εξαρτάται λίγο από το επιτόκιο. Η λύση του προβλήματος πρέπει να αναζητηθεί στο εισόδημα των εργαζομένων/καταναλωτών.
Βεβαίως υπάρχουν και οι υποστηριχτές της αποτελεσματικότητας της νομισματικής πολιτικής και δείχνουν τα αποτελέσματα της μεγέθυνσης της αμερικανικής οικονομίας. Υπάρχει όμως η περίπτωση της Ιαπωνίας , όπου η σημαντικά επεκτατική  νομισματική πολιτική δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια σταθερή τάση μεγέθυνσης. Στη ΜΒ επίσης δεν έχει δημιουργηθεί μια σταθερή τάση μεγέθυνση , εκτός από την περίοδο που η κυβέρνηση δημιούργησε μια φούσκα στην αγορά ακινήτων. Συνεπώς υπάρχουν όρια στην άσκηση νομισματικής πολιτικής , όπως ακριβώς υποστήριζε ο Keynes, και στις περιπτώσεις αυτές η άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής είναι αναγκαία.

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Η Πορτογαλική Οικονομία






Η Πορτογαλία είχε μπει σε πρόγραμμα διάσωσης ένα χρόνο μετά την Ελλάδα, τον Απρίλιο 2011. Δανειοδοτήθηκε με 78 δισ. ευρώ - το ένα τρίτο όσων δόθηκαν στην Ελλάδα. Μια τριετία αργότερα, κατάφερε να βγει στις αγορές. Αυτό θεωρείται ως επιτυχία του προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής. Μάλιστα προτάσσεται και ως επιχείρημα ως προς την ορθότητα αυτών του είδους προγραμμάτων. Σκοπός αυτού του άρθρου είναι μόνο να δείξει ότι οι αρχικές συνθήκες  εκκίνησης της εφαρμογής του προγράμματος ήταν διαφορετικές  από τις υπόλοιπες χώρες που μπήκαν σε παρόμοια προγράμματα, όπως η Ελλάδα.





ΑΕΠ.
Η οικονομία της Πορτογαλίας υπέφερε από χαμηλή μεγέθυνση του ΑΕΠ και της παραγωγικότητας για περισσότερο από μια δεκαετία πριν εισέλθει στη μνημονιακή περίοδο. Την περίοδο πριν την χρηματοοικονομική κρίση (2001-2008) ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ ήταν περίπου 1,0%. Την περίοδο 2001-2010 η μεγέθυνση της πορτογαλικής οικονομίας ήταν η δεύτερη χαμηλότερη μεταξύ των 27 χωρών μελών της ΕΕ. Οι εξελίξεις αυτές βρίσκονται στον αντίποδα των εξελίξεων της δεκαετίας 1991-2000 , όταν ο μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ ήταν περίπου 3,0%.




Πίνακας 1. Πορτογαλία.

ΑΕΠ
Ρυθμός μεγέθυνσης
2007
2,4
2008
0
2009
-2,6
2010
1,3
2011
-1,8
2012
-3,3
2013
-1,4
2014
1
2015
1,6










Κατά τη διάρκεια εφαρμογής του προγράμματος το ΑΕΠ της Πορτογαλίας μειώθηκε κατά -6,5%. Σημαντικό ποσοστό για την οικονομία της χώρας , αλλά συγκριτικά πολύ μικρό σε σχέση με το -25,0% του ελληνικού ΑΕΠ. Θεωρώ ότι στο σημείο αυτό εντοπίζεται η κύρια διαφορά μεταξύ των οικονομιών της Πορτογαλίας και της Ελλάδος. Υπό μιαν έννοια  η διαφορά  στους ρυθμούς μεγέθυνσης  του ΑΕΠ που παρατηρήθηκε στις δύο χώρες  την περίοδο της ανόδου, και  κυρίως ο τρόπος που αυτός επιτεύχθηκε, είναι ο βασικός λόγος που  είχαμε και τα διαφορετικά αποτελέσματα κατά τη διάρκεια ενός προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής που διέπετε από την ίδια λογική.
Εξηγούμε: την περίοδο 2001 – 2008   ο μέσος ετήσιος  ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ στην Ελλάδα ήταν 3,625% έναντι περίπου 1,0% την ίδια περίοδο, του πορτογαλικού ΑΕΠ. Το κρίσιμο ερώτημα είναι το ακόλουθο: ποιοι είναι οι παράγοντες που συνέβαλαν στη μεγέθυνση του ΑΕΠ της Ελλάδος και οι οποίοι διαφοροποιούνται  σε σχέση με τους αντίστοιχους της Πορτογαλίας;
 Νομίζω ότι ο πρώτος παράγοντας είναι τα δημοσιονομικά ελλείμματα : την περίοδο 2001-2008, τα δημοσιονομικά ελλείμματα (ετήσιος μέσος όρος) στην ελληνική οικονομία (6,275% του ΑΕΠ) είναι σχεδόν διπλάσια από τα αντίστοιχα της πορτογαλικής οικονομίας (3,68% του ΑΕΠ).
 Ο δεύτερος παράγοντας αφορά στα εξωτερικά ελλείμματα: το μέσο ετήσιο έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδος την περίοδο 2001-2008, ήταν 9,3% του ΑΕΠ ενώ της Πορτογαλίας αντίστοιχα 7,7%  του ΑΕΠ.
Οι παραπάνω εξελίξεις αντανακλώνται στα μεγέθη του λόγου ΔΧ/ΑΕΠ την περίοδο 2001-2008 : στην Ελλάδα ο συγκεκριμένος λόγος (μέσος ετήσιος) υπολογίζεται σε 104,75% , ενώ αντίστοιχα στην Πορτογαλία υπολογίζεται σε 61,3% του ΑΕΠ.

Βασικά μεγέθη.
Στους  Πίνακες  2 , 3 ,4 παρουσιάζεται η εξέλιξη των βασικών μεγεθών της πορτογαλικής οικονομίας την περίοδο 2007-2015. Οι χειροτέρευση όλων των βασικών μακροοικονομικών  δεικτών ,εκτός από το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, είναι εμφανής. Βεβαίως αυτή η σχετικά θετική εξέλιξη , είναι συνέπεια της αρνητικής εξέλιξης της εγχώριας οικονομίας όπως όλα τα στοιχεία δείχνουν : αύξηση της ανεργίας, αύξηση του λόγου ΔΧ/ΑΕΠ, μείωση μισθών κτλ.


                                           Πίνακας 2.









Βασικά μεγέθη  Πορτογαλικής οικονομίας.



2007
2010
2011
2012
2013
2014
2015
% Ανεργίας
8,1
12
12,9
15,9
16,4
14,2
13,4
 Έλλειμμα Γεν.Κυβ.
-2,6
-9,8
-4,3
-6,4
-4,9
-4,6
-3,1
Εμπ.Ισοζ.
-9,9
-10
-7,7
-4,7
-4
4,1
-3,4
Ισ.Τρεχ.Συν.
-10
-9,8
-7,2
-1,9
-0,3
-0,2
1,2
ΔΧ/ΑΕΠ
63,6
83
108,2
124,1
128
130,2
124,4