Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Δημόσιο χρέος, ο βασικός υπερκείμενος αρνητικός προσδιορισμός της ελληνικής οικονομίας.




Είναι πλέον κοινός τόπος , όλων των εμπλεκόμενων πολιτικών ή θεσμικών παραγόντων αλλά και του συνόλου των οικονομικών αναλυτών , ότι  ο υπερκείμενος περιοριστικός καθορισμός της ελληνικής οικονομίας δεν είναι άλλος, από τον μέχρι σήμερα επιλεχθέντα από τους δανειστές, τρόπο διαχείρισης του ελληνικού δημοσίου χρέους. Μάλιστα το ΔΝΤ σε πρόσφατη ανάλυσή του (Greece: An Update of IMF Staffs Preliminary Public Debt Sustainability Analysis, July 14, 2015) έθεσε με τον πιο αποφασιστικό και απλό τρόπο την ανάγκη απομείωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους.  «Η δραματική χειροτέρευση αναφορικά με τη βιωσιμότητα του χρέους  υποδεικνύει την άμεση ανάγκη ελάφρυνσής του σε βαθμό μεγαλύτερο από αυτόν που έχει έως τώρα υποδειχθεί»  αναφέρει το ΔΝΤ σε εμπιστευτική έκθεσή του. Το Ελληνικό δημόσιο χρέος θα αγγίξει το 200% του ΑΕΠ στη διάρκεια των επόμενων δύο χρόνων, έναντι 177% του ΑΕΠ, όπως αναφερόταν σε προγενέστερη έκθεσηin a, μόλις πριν από 2 εβδομάδες.
Προκύπτει επομένως εμφανώς και με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι χωρίς την χαλάρωση του συγκεκριμένου υπερκείμενου καθορισμού  είναι σχεδόν αδύνατον να τεθεί σε τροχιά υγιούς μεγέθυνσης η ελληνική οικονομία.
Το πρόβλημα του ελληνικού δημοσίου χρέους παρουσιάζει, εκτός  από τη γενική του εικόνα, ιδιαιτερότητες που χρειάζεται να αναδειχθούν και να ληφθούν υπόψη σε οποιαδήποτε προσπάθεια απομείωσή του.
Συγκεκριμένα:
Α.
 Οι διεθνείς υποχρεώσεις της Ελλάδος την περίοδο 2015-2020 (Πίνακας1). Αν εξαιρέσουμε τα διακρατικά δάνεια, όλες οι  υπόλοιπες είναι υποχρεώσεις που ήταν  δύσκολο , έως αδύνατον, να  υποστούν μια αναδιάρθρωση (ποσοτική ή χρονική), λόγω ότι οφείλονται σε επίσημους φορείς (ΕΚΤ, ΔΝΤ) ή σε ομολογιούχους που δεν είχαν εισέλθει στο PSI (2012).

Πίνακας 1.

ΕΚΤ

ΔΝΤ

ΙΔΙΩΤΕΣ
ΔΙΑΚΡΑΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ
2015
6.644.680

7.877.566




2016
2.320.670

3.243.679




2017
5.269.706

7.349.686

1.500.000


2018
1.860.380

1.805.915




2019
5.782.146

1.961.985

3.000.000


2020
1.366.350

2.118.056


706.250

Σύνολο
23.243.930

17.742.171

4.500.000
706.250



Η συμφωνία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ  με τους δανειστές κατάφερε, εν τοις πράγμασι , να επιτύχει μια αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους  τουλάχιστον μέχρι το 2018, διότι υποκατάστησε  τις υπάρχουσες υποχρεώσεις με νέες υποχρεώσεις αλλά με πολύ μικρότερο κόστος δανεισμού (επιτόκιο) και με πολύ μεγαλύτερη χρονική διάρκεια αποπληρωμής (σίγουρα  διάρκεια 30 ετών και ίσως μεγαλύτερη, με προσεχή απόφαση των δανειστών). Υπενθυμίζω ότι την περίοδο 2015-2020 οι τόκοι που πρέπει να καταβάλλει το ελληνικό δημόσιο περίπου 37 δις ευρώ. Σύμφωνα με  υπολογισμούς  το ύψος των τόκων με την νέα ρύθμιση μπορεί να κατέλθει και στο μισό.
 Επομένως  θα προκύψουν δύο θετικά  αποτελέσματα: ένα σίγουρο ,σημαντική μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, και ένα  δυνητικό, αν προκύψει η δυνατότητα δανεισμού από τις αγορές αυτός θα οδηγηθεί σε αναπτυξιακές διαδικασίες.
 Β.
Η  δεύτερη ιδιαιτερότητα αφορά στην περίοδο 2021- 2030 και κυρίως την πρώτη πενταετία αυτής της περιόδου , που η καταβολή τόκων αλλά και χρεολυσίων γίνεται αφάνταστα υψηλή, επειδή λήγει η περίοδος χάρητος των διακρατικών δανείων αλλά και των δανείων του EFSF. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ), η κατάσταση με τους τόκους και τα χρεολύσια του δημοσίου χρέους, όπως αυτά εκτιμώνται ως το έτος 2030. Ο σχετικός Πίνακας 2 έχει ως εξής (σε δισ. ευρώ):

Πίνακας 2
Έτος
Χρεολύσια
Τόκοι
2021
7,169

10,956
2022
8,873

24,489
2023
11,186

17,551
2024
10,864

13,641
2025
8,795

9,03
2026
8,569

8,642
2007
8,453

8,215
2028
8,06

7,779
2029
7,308

7,29
2030
7,329

6,853


Παρατηρούμε ότι υπάρχει μια σημαντικότατη αύξηση των τόκων την τετραετία 2021-2024.  Αυτό οφείλεται στο ότι, με βάση της συμφωνία του 2012, οι δανειστές (κυβερνήσεις των χωρών της Ευρωζώνης) πρόβλεψαν μία “περίοδο χάριτος” δέκα ετών στην καταβολή των τόκων, κάτι που βεβαίως έγινε επειδή ήταν παντελώς αδύνατο για την Ελλάδα να καταβάλει τους τόκους αυτούς κατά την παρούσα φάση. Βεβαίως, με την “περίοδο χάριτος” δε σημαίνει ότι η χώρα απαλλάσσεται από τους τόκους. Οι τόκοι υπολογίζονται και θα γίνουν απαιτητοί στο σύνολό τους, μεταξύ των ετών 2021 και 2024 (δηλαδή, δέκα χρόνια μετά την εκταμίευση των δανείων). Πόσοι είναι αυτοί οι τόκοι;
Την περίοδο 2021-2024 υπολογίζονται περίπου σε 66,637 δις. ευρώ. Και μάλιστα, αυτή είναι η πλέον ευνοϊκή εκδοχή. Καθώς το επιτόκιο είναι συνάρτηση του επιτοκίου euribor, σημαίνει ότι αυτό δεν είναι σταθερό και ότι μεταβάλλεται καθημερινά. Εκτιμάται δε ότι, ο ΟΔΔΗΧ υπολόγισε τους τόκους με βάση το σημερινό επιτόκιο euribor, το οποίο βρίσκεται περίπου στο 0,30%, επίπεδο που είναι ένα από τα πιο χαμηλά στην ιστορία του (κατά την τελευταία 4ετία, το 3μηνο euribor διακυμάνθηκε από 0,19% έως 1,80%).

Σύμφωνα με όλες τις υπάρχουσες πληροφορίες οι δανειστές , μετά και από επίμονες προσπάθειες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, αλλά και πλέον για λόγους που, εξ αντικειμένου, γίνονται παραδεκτοί, φαίνεται ότι έχουν αποφασίσει να προχωρήσουν σε δραστική απομείωση του ελληνικού δημοσίου χρέους.
Βεβαίως αρνούνται πεισματικά την ονομαστική απομείωση του χρέους επικαλούμενοι τις υπάρχουσες συνθήκες της ΕΕ που σύμφωνα με μεγάλο αριθμό οικονομικών αναλυτών αλλά και του ίδιου του ΔΝΤ, θα αποτελούσε την πλέον τελέσφορη ενέργεια. Όμως φαίνεται ότι είναι πρόθυμοι να προχωρήσουν σε μεγαλύτερη επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής (μάλλον θα προτείνουν από 30 έτη να πάει στα 50 έτη) σε συνδυασμό με χαμηλά επιτόκια που αντανακλούν το κόστος δανεισμού του οργανισμού. Βεβαίως το τελευταίο αποτελεί και έναν αστάθμητο παράγοντα δεδομένου ότι κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει το πώς θα εξελιχθούν τα επιτόκια σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Προκύπτει συνεπώς το εύλογο αίτημα, θα έλεγα, από τη μεριά της Ελλάδος και των εκπροσώπων της , για ένα σταθερό επιτόκιο αποπληρωμής , το οποίο όμως θα πρέπει να είναι αρκούντως χαμηλό , ώστε να συμβάλλει στην απομείωση του δημοσίου χρέους σε συνδυασμό και με τον μελλοντικό πληθωρισμό.
Η προσπάθεια που έχει καταβάλλει η τελευταία ελληνική κυβέρνηση για την αντιμετώπιση του δημοσίου χρέους θα πρέπει να συνεχισθεί και από την επόμενη διότι όπως έχουμε αναφέρει χωρίς την απομείωσή του οι εξελίξεις στην ελληνική οικονομία θα είναι πολύ δύσκολες έως δραματικές.