Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Δημόσιο χρέος, ο βασικός υπερκείμενος αρνητικός προσδιορισμός της ελληνικής οικονομίας.




Είναι πλέον κοινός τόπος , όλων των εμπλεκόμενων πολιτικών ή θεσμικών παραγόντων αλλά και του συνόλου των οικονομικών αναλυτών , ότι  ο υπερκείμενος περιοριστικός καθορισμός της ελληνικής οικονομίας δεν είναι άλλος, από τον μέχρι σήμερα επιλεχθέντα από τους δανειστές, τρόπο διαχείρισης του ελληνικού δημοσίου χρέους. Μάλιστα το ΔΝΤ σε πρόσφατη ανάλυσή του (Greece: An Update of IMF Staffs Preliminary Public Debt Sustainability Analysis, July 14, 2015) έθεσε με τον πιο αποφασιστικό και απλό τρόπο την ανάγκη απομείωσης του ελληνικού δημοσίου χρέους.  «Η δραματική χειροτέρευση αναφορικά με τη βιωσιμότητα του χρέους  υποδεικνύει την άμεση ανάγκη ελάφρυνσής του σε βαθμό μεγαλύτερο από αυτόν που έχει έως τώρα υποδειχθεί»  αναφέρει το ΔΝΤ σε εμπιστευτική έκθεσή του. Το Ελληνικό δημόσιο χρέος θα αγγίξει το 200% του ΑΕΠ στη διάρκεια των επόμενων δύο χρόνων, έναντι 177% του ΑΕΠ, όπως αναφερόταν σε προγενέστερη έκθεσηin a, μόλις πριν από 2 εβδομάδες.
Προκύπτει επομένως εμφανώς και με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο ότι χωρίς την χαλάρωση του συγκεκριμένου υπερκείμενου καθορισμού  είναι σχεδόν αδύνατον να τεθεί σε τροχιά υγιούς μεγέθυνσης η ελληνική οικονομία.
Το πρόβλημα του ελληνικού δημοσίου χρέους παρουσιάζει, εκτός  από τη γενική του εικόνα, ιδιαιτερότητες που χρειάζεται να αναδειχθούν και να ληφθούν υπόψη σε οποιαδήποτε προσπάθεια απομείωσή του.
Συγκεκριμένα:
Α.
 Οι διεθνείς υποχρεώσεις της Ελλάδος την περίοδο 2015-2020 (Πίνακας1). Αν εξαιρέσουμε τα διακρατικά δάνεια, όλες οι  υπόλοιπες είναι υποχρεώσεις που ήταν  δύσκολο , έως αδύνατον, να  υποστούν μια αναδιάρθρωση (ποσοτική ή χρονική), λόγω ότι οφείλονται σε επίσημους φορείς (ΕΚΤ, ΔΝΤ) ή σε ομολογιούχους που δεν είχαν εισέλθει στο PSI (2012).

Πίνακας 1.

ΕΚΤ

ΔΝΤ

ΙΔΙΩΤΕΣ
ΔΙΑΚΡΑΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ
2015
6.644.680

7.877.566




2016
2.320.670

3.243.679




2017
5.269.706

7.349.686

1.500.000


2018
1.860.380

1.805.915




2019
5.782.146

1.961.985

3.000.000


2020
1.366.350

2.118.056


706.250

Σύνολο
23.243.930

17.742.171

4.500.000
706.250



Η συμφωνία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ  με τους δανειστές κατάφερε, εν τοις πράγμασι , να επιτύχει μια αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους  τουλάχιστον μέχρι το 2018, διότι υποκατάστησε  τις υπάρχουσες υποχρεώσεις με νέες υποχρεώσεις αλλά με πολύ μικρότερο κόστος δανεισμού (επιτόκιο) και με πολύ μεγαλύτερη χρονική διάρκεια αποπληρωμής (σίγουρα  διάρκεια 30 ετών και ίσως μεγαλύτερη, με προσεχή απόφαση των δανειστών). Υπενθυμίζω ότι την περίοδο 2015-2020 οι τόκοι που πρέπει να καταβάλλει το ελληνικό δημόσιο περίπου 37 δις ευρώ. Σύμφωνα με  υπολογισμούς  το ύψος των τόκων με την νέα ρύθμιση μπορεί να κατέλθει και στο μισό.
 Επομένως  θα προκύψουν δύο θετικά  αποτελέσματα: ένα σίγουρο ,σημαντική μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, και ένα  δυνητικό, αν προκύψει η δυνατότητα δανεισμού από τις αγορές αυτός θα οδηγηθεί σε αναπτυξιακές διαδικασίες.
 Β.
Η  δεύτερη ιδιαιτερότητα αφορά στην περίοδο 2021- 2030 και κυρίως την πρώτη πενταετία αυτής της περιόδου , που η καταβολή τόκων αλλά και χρεολυσίων γίνεται αφάνταστα υψηλή, επειδή λήγει η περίοδος χάρητος των διακρατικών δανείων αλλά και των δανείων του EFSF. Σύμφωνα με τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ), η κατάσταση με τους τόκους και τα χρεολύσια του δημοσίου χρέους, όπως αυτά εκτιμώνται ως το έτος 2030. Ο σχετικός Πίνακας 2 έχει ως εξής (σε δισ. ευρώ):

Πίνακας 2
Έτος
Χρεολύσια
Τόκοι
2021
7,169

10,956
2022
8,873

24,489
2023
11,186

17,551
2024
10,864

13,641
2025
8,795

9,03
2026
8,569

8,642
2007
8,453

8,215
2028
8,06

7,779
2029
7,308

7,29
2030
7,329

6,853


Παρατηρούμε ότι υπάρχει μια σημαντικότατη αύξηση των τόκων την τετραετία 2021-2024.  Αυτό οφείλεται στο ότι, με βάση της συμφωνία του 2012, οι δανειστές (κυβερνήσεις των χωρών της Ευρωζώνης) πρόβλεψαν μία “περίοδο χάριτος” δέκα ετών στην καταβολή των τόκων, κάτι που βεβαίως έγινε επειδή ήταν παντελώς αδύνατο για την Ελλάδα να καταβάλει τους τόκους αυτούς κατά την παρούσα φάση. Βεβαίως, με την “περίοδο χάριτος” δε σημαίνει ότι η χώρα απαλλάσσεται από τους τόκους. Οι τόκοι υπολογίζονται και θα γίνουν απαιτητοί στο σύνολό τους, μεταξύ των ετών 2021 και 2024 (δηλαδή, δέκα χρόνια μετά την εκταμίευση των δανείων). Πόσοι είναι αυτοί οι τόκοι;
Την περίοδο 2021-2024 υπολογίζονται περίπου σε 66,637 δις. ευρώ. Και μάλιστα, αυτή είναι η πλέον ευνοϊκή εκδοχή. Καθώς το επιτόκιο είναι συνάρτηση του επιτοκίου euribor, σημαίνει ότι αυτό δεν είναι σταθερό και ότι μεταβάλλεται καθημερινά. Εκτιμάται δε ότι, ο ΟΔΔΗΧ υπολόγισε τους τόκους με βάση το σημερινό επιτόκιο euribor, το οποίο βρίσκεται περίπου στο 0,30%, επίπεδο που είναι ένα από τα πιο χαμηλά στην ιστορία του (κατά την τελευταία 4ετία, το 3μηνο euribor διακυμάνθηκε από 0,19% έως 1,80%).

Σύμφωνα με όλες τις υπάρχουσες πληροφορίες οι δανειστές , μετά και από επίμονες προσπάθειες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ- ΑΝΕΛ, αλλά και πλέον για λόγους που, εξ αντικειμένου, γίνονται παραδεκτοί, φαίνεται ότι έχουν αποφασίσει να προχωρήσουν σε δραστική απομείωση του ελληνικού δημοσίου χρέους.
Βεβαίως αρνούνται πεισματικά την ονομαστική απομείωση του χρέους επικαλούμενοι τις υπάρχουσες συνθήκες της ΕΕ που σύμφωνα με μεγάλο αριθμό οικονομικών αναλυτών αλλά και του ίδιου του ΔΝΤ, θα αποτελούσε την πλέον τελέσφορη ενέργεια. Όμως φαίνεται ότι είναι πρόθυμοι να προχωρήσουν σε μεγαλύτερη επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής (μάλλον θα προτείνουν από 30 έτη να πάει στα 50 έτη) σε συνδυασμό με χαμηλά επιτόκια που αντανακλούν το κόστος δανεισμού του οργανισμού. Βεβαίως το τελευταίο αποτελεί και έναν αστάθμητο παράγοντα δεδομένου ότι κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει το πώς θα εξελιχθούν τα επιτόκια σε τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Προκύπτει συνεπώς το εύλογο αίτημα, θα έλεγα, από τη μεριά της Ελλάδος και των εκπροσώπων της , για ένα σταθερό επιτόκιο αποπληρωμής , το οποίο όμως θα πρέπει να είναι αρκούντως χαμηλό , ώστε να συμβάλλει στην απομείωση του δημοσίου χρέους σε συνδυασμό και με τον μελλοντικό πληθωρισμό.
Η προσπάθεια που έχει καταβάλλει η τελευταία ελληνική κυβέρνηση για την αντιμετώπιση του δημοσίου χρέους θα πρέπει να συνεχισθεί και από την επόμενη διότι όπως έχουμε αναφέρει χωρίς την απομείωσή του οι εξελίξεις στην ελληνική οικονομία θα είναι πολύ δύσκολες έως δραματικές.

   
 

 








Πέμπτη, 27 Αυγούστου 2015

Πάλι για το κινέζικο πρόβλημα.




Τα τελευταία επτά χρόνια έχει παρατηρηθεί μια σημαντική επέκταση χρέους στις αναδυόμενες οικονομίες. Σε πολλές αναδυόμενες οικονομίες την περίοδο αυτή άρχισε να εμφανίζεται, σιγά- σιγά, αυτό που ονομάζεται «πιστωτική φούσκα».
Η Κίνα αποτελεί μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση. Τέσσερεις κινέζικες τράπεζες βρίσκονται μεταξύ των πέντε μεγαλυτέρων του κόσμου , με βάση τα στοιχεία των ισολογισμών (τέλος 2014). Συγκεκριμένα,  Industrial & Commercial Bank of China, China Construction Bank, Agricultural Bank of China and Bank of China  κατέχουν στοιχεία ενεργητικού 87.59 TN yuan, or $13.7 TN. Ο ρυθμός μεγέθυνσης των στοιχείων του ενεργητικού έφθασε το 64% τα τελευταία τέσσερα έτη ενώ ο ρυθμός αύξησης των δανείων αντίστοιχα στο 80,0%.
Σύμφωνα με τις υπάρχουσες εκτιμήσεις τα στοιχεία του ενεργητικού του συνολικού κινέζικου τραπεζικού συστήματος, στο τέλος του 2014, ανέρχονται σε  $172 TN yuan ή περίπου σε  $27 TN (με σημερινές τιμές  συναλλαγματικών ισοτιμιών).  Από το 2008, τα στοιχεία ενεργητικού του κινεζικού τραπεζικού συστήματος, έχει αυξηθεί κατά 175,0%. Επίσης , εκτιμήσεις δείχνουν ότι τα στοιχεία του ενεργητικού του κινέζικου “shadow banking” πλησιάζουν τα $5.0 TN.
Παρότι δεν έχουν δει το φως της δημοσιότητας  στοιχεία για την ποιότητα των στοιχείων του ενεργητικού του τραπεζικού συστήματος  των αναδυομένων χωρών, όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν στην ύπαρξη μεγάλου ποσοστού στοιχείων «χαμηλής διαβάθμισης» , γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά την κατάστασή τους.
Παράλληλα υπάρχει και το δημόσιο χρέος της Κίνας , το οποίο σύμφωνα με τις πιο προσεκτικές εκτιμήσεις ανέρχεται περίπου σε 28 τρις δολάρια ή στο 282% του ΑΕΠ. Βεβαίως η Κίνα έχει συσσωρεύσει υψηλά συναλλαγματικά αποθέματα τα οποία της παρέχουν σχετική εξασφάλιση, αλλά παρόλα αυτά κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει τις μελλοντικές εξελίξεις.
Παρόλα αυτά στην παρούσα συγκυρία, η μόνη δυνατή βραχυχρόνια παρέμβαση  ανήκει στη νομισματική πολιτική. Έτσι ,πολύ σωστά , η ΚΤ της Κίνας, προχώρησε σε συνδυασμό μέτρων : αύξησε σημαντικά τη ρευστότητα προς το τραπεζικό σύστημα, μείωσε το κόστος δανεισμού, μείωσε τις υποχρεωτικές δεσμεύσεις του τραπεζικού συστήματος και προχώρησε σε νέα υποτίμηση του γουάν.
Όμως χωρίς προσαρμογή της δημοσιονομικής πολιτικής και των επενδύσεων προς μη κορεσμένους οικονομικούς τομείς (δηλαδή πρώτα και κύρια μακριά από το real estate) με στόχο την αύξηση της εγχώριας ζήτησης αλλά με εντελώς διαφορετικό μίγμα από αυτό που έχει ακολουθηθεί μέχρι σήμερα δεν θεωρώ ότι μεσομακροπρόθεσμα θα μπορέσει η οικονομία της Κίνας να βρεθεί σε αναπτυξιακή ισορροπία.

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Το κινέζικο πρόβλημα.




Η αιφνιδιαστική κίνηση του Πεκίνου να υποτιμήσει το γουάν στα χαμηλότερα επίπεδα των τελευταίων 20 χρόνων προκαλεί διακυμάνσεις στις αναδυόμενες αγορές και στα νομίσματα που στηρίζονται σε εμπορεύματα, ενώ η ανατίμηση του δολαρίου ίσως προσφέρει στην Τζάνετ Γέλεν, πρόεδρο της Fed, λόγους να καθυστερήσει την αύξηση των επιτοκίων που αναμένεται τον επόμενο μήνα, την ώρα που ευρωζώνη και Ιαπωνία, που βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια  νομισματικής χαλάρωσης, επιθυμούν υποτίμηση των νομισμάτων τους σε μια προσπάθεια να τονώσουν τους εξαγωγείς που έχουν μεγάλες εμπορικές σχέσεις με την Κίνα.

Για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα οι εξελίξεις στη διεθνή σκηνή, ίσως δυσχεράνουν τα σχέδιά της για τόνωση της οικονομίας της Ευρωζώνης. Τις προσεχείς εβδομάδες θα αντιμετωπίσουν έναν κόσμο, στον οποίο η Κίνα έχει υποτιμήσει το γουάν, το πετρέλαιο έχει κατακρημνισθεί κάτω από τα 40 δολάρια το βαρέλι και οι επενδυτές, που είχαν τοποθετήσει κεφάλαια στις αναδυόμενες αγορές, έχουν υποστεί πλήγματα.
 αντι-πληθωριστικές πιέσεις από την Κίνα, η κατάσταση των αναδυόμενων αγορών, καθώς και η πτώση στις τιμές των εμπορευμάτων καθιστούν δυσκολότερο για την ΕΚΤ να επιτύχει τον στόχο της για τον πληθωρισμό. Τα πράγματα από τα τέλη Ιουλίου και μετά επιδεινώθηκαν. Η κάμψη στις τιμές του «μαύρου» χρυσού και οι φθηνότερες εισαγωγές προϊόντων στην Ευρώπη από χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας μετά την υποτίμηση του γουάν και άλλων νομισμάτων της περιφέρειας ίσως επιτείνει το πρόβλημα.
Οι προσδοκίες της αγοράς για το ΔΤΚ κυμαίνονται περίπου στο 1,6% τον Αύγουστο, σχεδόν δηλαδή στα ίδια χαμηλά επίπεδα του Μαρτίου, οπότε και ενεργοποιήθηκε το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης. Το γεγονός αυτό αυξάνει τις πιέσεις προς την ΕΚΤ να θέσει υπό συζήτηση την επέκταση ή παράταση του προγράμματος ποσοτικής χαλάρωσης πέραν του καλοκαιριού του 2016.
Η παρατηρούμενη ενδυνάμωση του δολαρίου προκαλεί προβλήματα στα νομίσματα των αναδυομένων αγορών και στις χώρες εξαγωγείς εμπορευμάτων. Συγκεκριμένα τα νομίσματα αυτά διολισθαίνουν προκαλώντας φυγή ξένων κεφαλαίων δημιουργώντας προβλήματα τόσο στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών όσο και στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα. Το μεξικανικό πέσο, το κολομβιανό πέσο, το χιλιανό πέσο, το ρωσικό πέσο, η τουρκική λίρα , το καζακστανικό τέντζε υποτιμήθηκαν από 2,0% έως και 25%.
Το «σκάσιμο» της χρηματιστηριακής φούσκας της κινέζικης οικονομίας ( -37% από τα μέσα του Ιουνίου 2015) , κάτι το αναμενόμενο για αρκετούς αναλυτές, είχε ως αιτία τη μείωση των κινέζικων εξαγωγών και ως αποτέλεσμα την φυγή κεφαλαίων από την Κίνα αλλά και την σχετική προσαρμογή των μεγάλων χρηματιστηριακών αγορών των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Θα πρέπει να σημειώσουμε πάντως ότι το χρηματιστήριο της Κίνας εξακολουθεί να είναι «περιφερειακό» και να μην επιφέρει  σημαντικές αρνητικές επιδόσεις στα χρηματιστήρια του «κέντρου».
 Υπάρχουν δύο λόγοι που εξηγούν την κίνηση της Κίνας.

Ο πρώτος είναι ότι εδώ και καιρό επιδιώκει την απελευθέρωση της πολιτικής συναλλαγματικής ισοτιμίας της με στόχο τη διεύρυνση της χρήσης του γουάν στις παγκόσμιες χρηματοοικονομικές συναλλαγές με τους εμπορικούς εταίρους της.
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα η Κίνα θέλει την ένταξη του γουάν στην ομάδα των κύριων αποθεματικών νομισμάτων. Η πολιτική αυτή θα βοηθήσει την Κίνα, θεωρητικά τουλάχιστον, στην εισροή  παγκοσμίων πλεονασμάτων ώστε να χρηματοδοτήσει το χρέος της και να εξαγάγει ένα μέρος των αποπληθωριστικών πιέσεων.
Στη συνέχεια οι διαδοχικές εξελίξεις θα εξαρτηθούν από τον βαθμό διακύμανσης που θα επιτραπεί στο γουάν. Κάτι τέτοιο θα προκαλούσε ένα κύμα αποπληθωρισμού προς τον υπόλοιπο κόσμο, με σαφείς συνέπειες στην πολιτική των κεντρικών τραπεζών παγκοσμίως. Για τον ίδιο κάποιοι θεωρούν ότι η κίνηση δημιουργίας τουλάχιστον του θεωρητικού πλαισίου για μια ελεύθερα κυμαινόμενη συναλλαγματική ισοτιμία αποτελεί ένα θετικό βήμα στην προσπάθεια της Κίνας να μεταμορφωθεί σε ένα πλήρως λειτουργικό μέλος της διεθνούς οικονομικής κοινότητας. Άλλοι πάλι θα ανταπαντήσουν ότι η συγκεκριμένη κίνηση ενδέχεται να επιφέρει καταστροφικές συνέπειες και να οδηγήσει στο επόμενο και πιο σκληρό στάδιο των παγκόσμιων νομισματικών πολέμων.
Ο δεύτερος,  λιγότερο θετικός λόγος είναι ότι η οικονομία της χώρας βρίσκεται ξεκάθαρα σε κάμψη και έπειτα από μια περίοδο συνεχόμενης ενίσχυσης του νομίσματος (το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Κίνας αυξήθηκε από το 1994 ως σήμερα κατά 133% περισσότερο από τους βασικούς εμπορικούς  εταίρους της, εν τούτοις  η αντίστοιχη αύξηση της ισοτιμίας του νομίσματός της ήταν μόλις 64%) η Κίνα διεκδικεί πλέον μια συμμετοχή στους παγκόσμιους νομισματικούς πολέμους, στο πλαίσιο των οποίων έλαβε χώρα μια ολόκληρη σειρά υποτιμήσεων σε διάφορα νομίσματα από την έναρξη της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Πόσο θα πρέπει, πραγματικά, να μας απασχολούν οι πρόσφατες εξελίξεις στην οικονομία της Κίνας;
Πρόκειται για μια αναμενόμενη προσγείωση της χρηματιστηριακής φούσκας της κινέζικης οικονομίας , με τις απαραίτητες συγκυριακές αρνητικές συνέπειες στο νομισματικό – χρηματιστηριακό επίπεδο ή πρέπει να σκεφτούμε ότι η μεγέθυνση του συνόλου των θεμελιωδών των αναδυομένων οικονομιών έχει τελειώσει, με σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία;
Για να απαντήσουμε στα παραπάνω ερωτήματα θα πρέπει να αναζητήσουμε τις αιτίες και να προσπαθήσουμε να αποφύγουμε τις μπερδέψουμε με τα συμπτώματα. 
 Σε μια δύσκολη στιγμή για την παγκόσμια οικονομία που ακόμη δεν έχει συνέλθει από την πρόσφατη παγκόσμια οικονομική κρίση, με χαμηλά επίπεδα συνολικής ζήτησης (χαμηλές επενδύσεις και υπόλοιπες δαπάνες) σε πολλές χώρες η παρουσιαζόμενη στασιμότητα στις εξαγωγές της Κίνας αλλά και της Γερμανίας δεν μπορούν να θεωρηθούν ως έκπληξη.
Η παγκόσμια πτώση των τιμών των πρώτων υλών προκάλεσε αντιπληθωριστικές πιέσεις εξαναγκάζοντας την Κίνα να προχωρήσει σε υποτίμηση του γουάν.  Αυτή η ενέργεια αποτελεί απλή απάντηση σε μια υπερτίμηση του νομίσματος (όπως θεωρείται από ορθόδοξους αναλυτές) ή μια στρατηγική απόφαση για να διευκολύνει τις εξαγωγές της σε μια κατάσταση αντιπληθωρισμού και μείωσης της ζήτησης;

Η απάντηση θα προέλθει από την προσεκτική μελέτη των δεδομένων. Τα τελευταία δέκα έτη (2004-2014) η μεγέθυνση του κινέζικου ΑΕΠ προήλθε σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50,0% , από τις επενδύσεις (κυμαίνονται στο 46,0% του ΑΕΠ, το 2013) και όχι από τις εξαγωγές όπως συνήθως αναφέρεται. Συγκεκριμένα την περίοδο 1995-2010 οι εξαγωγές αυξάνονταν κατά 17,0% και οι εισαγωγές κατά 14,8%. Αντίστοιχα την περίοδο 2011-2014 οι εξαγωγές αυξάνονταν κατά 7,525% ενώ οι εισαγωγές κατά 8,425%.
Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία το πρώτο εξάμηνο του 2015 οι ΑΕΠΚ έχουν μειωθεί σε επίπεδο του 2000. Αυτό οφείλεται στη σημαντική μείωση των επενδύσεων στον τομέα της στέγασης που προκαλεί μειώσεις και στους συνδεδεμένους με αυτόν τομείς.
Η απάντηση της κυβέρνησης του Πεκίνου θα έπρεπε να είναι μια δημόσια επενδυτική δραστηριότητα , όχι στους παραδοσιακούς κλάδους που είναι υπερκορεσμένοι αλλά στους κλάδους παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων , υπηρεσιών, στον τουρισμό, στην υγεία στην εκπαίδευση, στην πράσινη οικονομία και στην τεχνολογία. Αυτό θα συνιστούσε μια πραγματική «διαρθρωτική μεταρρύθμιση» και θα οδηγούσε την κινεζική οικονομία σε μακροχρόνια αναπτυξιακή ισορροπία.