Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

Ημερολόγιο εξελίξεων στην Αργεντινή μέχρι την αθέτηση πληρωμών.




Όσα έλαβαν χώρα το 2001 στην Αργεντινή , οδηγώντας την χώρα σε αθέτηση πληρωμών, μπορούν να γίνουν περισσότερο κατανοητά αν γίνουν ορισμένες βασικές αναφορές στο τι προηγήθηκε στο άμεσο ιστορικό παρελθόν της χώρας. Τούτες οι αναφορές ακολουθούν στη συνέχεια.
1977-1983
Μια στρατιωτική χούντα «αναλαμβάνει» τον ονομαζόμενο «βρώμικο πόλεμο» εναντίον της αριστεράς. Τα ανθρώπινα δικαιώματα υπέστησαν βαρύ πλήγμα, σχεδόν καταργούνται, και χιλιάδες άνθρωποι καταργούνται. Ο δανεισμός του κράτους αυξάνεται σημαντικά και «ανοίγει» την οικονομία στο διεθνή ανταγωνισμό. Οι πολιτικές αυτές αποδεικνύονται καταστροφικές : πολλά εργοστάσια κλείνουν και η οικονομική κρίση διευρύνεται. Η απώλεια των νησιών  Falklands μετά τον πόλεμο με τη Βρετανία και η αυξανόμενη διαφθορά διευρύνει τη έλλειψη εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση. Χιλιάδες νέοι εγκαταλείπουν την χώρα και κατευθύνονται προς την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Επίσης εγκαταλείπουν την χώρα επιστήμονες, καθηγητές και διανοούμενοι στερώντας από την χώρα σημαντικό «διανοητικό κεφάλαιο». Αρκετές χιλιάδες που δεν πρόλαβαν να εγκαταλείψουν τη χώρα εξαφανίζονται.
Ο Βρώμικος Πόλεμος (Guerra Sucia) ήταν η ονομασία που χρησιμοποιήθηκε από την  κυβέρνηση  της Αργεντινής προκειμένου να περιγραφεί μια περίοδος κρατικής τρομοκρατίας εναντίον των πολιτικά διαφωνούντων, με τις στρατιωτικές δυνάμεις και τις δυνάμεις ασφαλείας να διεξάγουν συνεχείς επιχειρήσεις εναντίον αριστερών αντάρτικων ομάδων, πολιτικά διαφωνούντων και κάθε έναν που πίστευε στο σοσιαλισμό. Τα θύματα της βίας εκτιμούνται από 15.000 – 30.000 αριστερούς ακτιβιστές κάθε είδους και πολιτικής κατεύθυνσης. Περίπου 10.000 των «εξαφανισμένων» πιστεύεται ότι ανήκαν στους αντάρτες του Montoneros (Movimento Peronista MontoneroMPM)  και στο μαρξιστικό Peoples Revolutionary Army (ERP). Το αντάρτικο ήταν υπεύθυνο τουλάχιστον για το θάνατο 6.000 ατόμων μεταξύ στρατιωτών, αστυνομικών και απλών πολιτών.  
Το 1976 η εποχή της υποκατάστασης εισαγωγών τελείωσε, η κυβέρνηση μείωσε τα διάφορα εμπόδια για τις εισαγωγές, διευκόλυνε την πρόσβαση στο δανεισμό από το εξωτερικό, και υποστήριξε το εγχώριο νόμισμα εναντίων των ξένων νομισμάτων. Άρχισαν να εμφανίζονται τα δομικά προβλήματα της μεταποίησης.
Μετά από μια σχετική σταθερότητα τα έτη 1976-78 το δημοσιονομικό  έλλειμμα άρχισε να αυξάνεται και πάλι και το εξωτερικό χρέος τριπλασιάστηκε. Η αύξηση του εξωτερικού χρέους επιβάρυνε σημαντικά, όπως γίνεται κατανοητό, την οικονομική δραστηριότητα αλλά και τις κοινωνικές αναταραχές. Από το 1979 ο ρυθμός υποτίμησης του νομίσματος καθορίζονταν από ένα σύστημα διολίσθησης με προκαθορισμένους δείχτες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του πληθωρισμού κάτω από 100% , το 1980. Αλλά , δεδομένου ότι , ο ρυθμός διολίσθησης ήταν μικρότερος από τον πληθωρισμό επήλθε, βαθμηδόν, υπερτίμηση του νομίσματος γεγονός που οδήγησε σε φυγή κεφαλαίων και σε κατάρρευση του τραπεζικού συστήματος. Παράλληλα οι αυξημένες δημόσιες δαπάνες, οι υψηλοί μισθοί προκάλεσαν χρονικό πληθωρισμό. Πολλές προσπάθειες έγιναν προκειμένου να τιθασευτεί ο πληθωρισμός χωρίς μεγάλη επιτυχία. Ο πόλεμος για τα νησιά Φώκλαντ χειροτέρευσε άρδην την κατάσταση, αυξάνοντας το δημοσιονομικό έλλειμμα και το εξωτερικό χρέος.
1984-1989:
Το Δεκέμβριο 1983 Raul Alfonsin εκλέχθηκε Πρόεδρος της Αργεντινής, θέτοντας τέρμα στο δικτατορικό καθεστώς των στρατηγών. Η χώρα επανέρχεται στους συνταγματικούς κανόνες υπό τον πρόεδρο Raúl Alfonsin, ο οποίος όμως αποτυγχάνει να σταθεροποιήσει την οικονομία. Πάντως, καταφέρνει να επαναδιαπραγματευθεί το σημαντικό εξωτερικό χρέος της χώρας , επιτυγχάνοντας ένα moratorium στα χρεολύσια και στην αναχρηματοδότηση των τόκων.  Ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για ένα νέο πρόγραμμα με το ΔΝΤ, χωρίς κατάληξη. Είχε προηγηθεί μια πρώτη προσπάθεια τον Αύγουστο του 1982, μετά την αδυναμία του Μεξικού να εξυπηρετήσει το εξωτερικό του χρέος, η οποία επίσης κατέληξε σε αποτυχία. Υπήρχαν τότε, προβλήματα στο δημοσιονομικό ισοζύγιο , στο πληθωρισμό καθώς και εξωτερικό ισοζύγιο. Το πεσο γρήγορα έχασε την αξία του λόγω του πληθωρισμού και υιοθετήθηκε το νέο πεσο ισοδύναμο με 10.000 παλαιά πεσο. Το Μάρτιο του 1984 Βραζιλία, Κολομβία, Μεξικό και Βενεζουέλα δάνεισαν 300 εκατομμύρια δολάρια για τρεις μήνες κατά τη διάρκεια των νέων  διαπραγματεύσεων με το ΔΝΤ που κατέληξαν σε συμφωνία το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Το ίδιο ποσό δάνεισαν και οι ΗΠΑ.
Το 1985 το νόμισμα άλλαξε όνομα για μια ακόμη φορά, και το Austral αντικατέστησε το νέο πεσο. Η ισοτιμία ήταν 1 Austral = 1000 νέο πεσο. Το 1986 η Αργεντινή δεν μπόρεσε να καταβάλει τις δανειακές υποχρεώσεις της και τις επαναρίθμησε με τις πιστώτριες τράπεζες. Κατά τη διάρκεια του 1986 και 1987 απέτυχε ο νομισματικός σχεδιασμός του νέου νομίσματος  Austral λόγω της ακολουθούμενης δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής σε αντίθεση με το πρόγραμμα του ΔΝΤ. Μια νέα συμφωνία με το ΔΝΤ επιτεύχθηκε τον Ιούλιο του 1987 η οποία  επίσης κατέρρευσε το Μάρτη του 1988. Στη συνέχεια η κυβέρνηση προχώρησε στην εκπόνηση ενός νέου σχεδίου, Plan Primavera, τον Αύγουστο 1988 όμως το ΔΝΤ αρνήθηκε να συμφωνήσει σε αυτό και αποχώρησε. Έξι μήνες μετά την εισαγωγή του  Plan Primavera αυτό κατέρρευσε και η Αργεντινή εισήλθε στον κύκλο του υπερπληθωρισμού και των εξεγέρσεων. Η αυξημένη πτώχεια και ο επιμένων πληθωρισμός χαμηλώνουν τα επίπεδα της διαβίωσης. Η κατανομή του εισοδήματος γίνεται όλο και πιο άνιση. Το εισοδηματικό μερίδιο  του πλουσιότερου  10% του πληθυσμού αυξήθηκε περίπου 60%, ενώ το αντίστοιχο του φτωχότερου μειώνεται κατά  30%. Οι εξεγέρσεις είναι συχνές, καθώς αυξάνει το ποσοστό της  φτώχειας και ο πληθωρισμός.
Μεταξύ 1975 και 1990 , το κατά κεφαλή εισόδημα μειώθηκε περισσότερο από 20,0%, εξαφανίζοντας τα επιτεύγματα τριών δεκαετιών οικονομικής μεγέθυνσης. Ο μεταποιητικός τομέας που μεγεθυνόταν συνεχώς μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, άρχισε μια πορεία συνεχούς μείωσης. Η σημαντική εξάρτηση πολλών επιχειρήσεων από την κρατική παρέμβαση, από τη στιγμή που επιλέχθηκε  το «άνοιγμα» της οικονομίας στο διεθνή ανταγωνισμό, μειώθηκε δραστικά  με αποτέλεσμα   τη πτώση του παραγόμενου προϊόντος. Ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε επικίνδυνα , φθάνοντας κατά μέσο όρο στο 300% ανά έτος την περίοδο 1975-1991.

1990-1999.
1990-1994:  Ο πρόεδρος Menem «σπρώχνει» την οικονομική μεγέθυνση διαμέσου αμφιλεγόμενων μέτρων όπως η εκτενής αποκανονικοποίηση και ιδιωτικοποίηση των κοινωνικών υπηρεσιών, μεταφορών, και υποδομών. Κεντρική μεταρρύθμιση ο Νόμος Μετατρεψιμότητας (Convertibility Law), σύμφωνα με τον οποίο η ισοτιμία του πέσο κλειδώθηκε 1/1 με το δολάριο. Αύξηση της διαφθοράς και πολιτικές διαμάχες αυξάνουν την πολιτική αβεβαιότητα. Η αυξημένη πτώχεια και η πτώση των μισθών αποδυναμώνουν τις μακροοικονομικές επιτυχίες.
1995-1999: Κατά τη διάρκεια της δεύτερης προεδρικής θητείας του Menem, το πρόγραμμα λιτότητας που εφαρμόζει , μέρα με τη μέρα,  γίνεται όλο και πιο αντιδημοφιλές καθώς και συνολικά  η πολιτική του. Μια σειρά από  εγχώρια οικονομικά  shocks, και ένα εξωτερικό, η υποτίμηση του βραζιλιάνικου νομίσματος, θέτει την οικονομία σε ύφεση.
Αναλυτικότερα:
Τον Μάιο του 1989, ο περονιστής Carlos Menem εκλέχθηκε πρόεδρος. Αμέσως ανακοίνωσε ένα νέο οικονομικό πρόγραμμα shock βασισμένο σε μεγάλη δημοσιονομική προσαρμογή δεδομένου ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα είχε ανέλθει στο 16,0% του ΑΕΠ. Το Νοέμβριο του 1989 συμφωνήθηκε ένα νέο πρόγραμμα με το ΔΝΤ, αλλά και αυτό δεν ολοκληρώθηκε. Ακολούθησε μια νέα περίοδος υπέρ-πληθωρισμού που έφθασε στο 12.000% το έτος.
Μετά την κατάρρευση των δημοσίων επιχειρήσεων στο τέλος της δεκαετίας του 1980, οι ιδιωτικοποιήσεις έγιναν δημοφιλείς. Ο Κάρλος Μένεμ ιδιωτικοποίησε το σύνολο των κρατικών επιχειρήσεων, εκτός από δύο τράπεζες. Στις υπηρεσίες υπήρξε αδιαμφισβήτητη καλυτέρευση. Η παραγωγικότητα αυξήθηκε καθώς οι επενδύσεις εκσυγχρόνισαν τις αγροτικές επιχειρήσεις, τα εργοστάσια και τα λιμάνια. Πάντως σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις υπήρξε μεγάλος αριθμός απολύσεων εργαζομένων αυξάνοντας την ανεργία και την κοινωνική δυσαρέσκεια. Η κατάληξη ήταν οι ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις να καταλήξουν σε ιδιωτικά μονοπώλια. Η τιμολογιακή τους πολιτική, μακροχρόνια, ακολουθούσε τον πληθωρισμό των ΗΠΑ, ακόμη και όταν οι τιμές στην Αργεντινή έπεφταν. Παράλληλα η διαφθορά , λόγω των ιδιωτικοποιήσεων αυξήθηκε σημαντικά.
Το 1991, ο υπουργός οικονομικών Domingo Cavallo, επιχείρησε να αντιστρέψει την άσχημη κατάσταση της ελληνικής οικονομίας διαμέσου μεταρρυθμίσεων «ελεύθερης αγοράς» όπως το ελεύθερο εμπόριο. Την 1η Ιανουαρίου 1992 μια νέα νομισματική μεταρρύθμιση έλαβε χώρα, ένα πέσο  τέθηκε ίσο με 10.000 australs. Συγχρόνως η ισοτιμία του πέσο με το αμερικανικό δολάριο κλείδωσε στο 1 προς 1, γεγονός που αποτελούσε το βασικό πυλώνα του συνολικού σχεδιασμού. Παράλληλα η προσφορά χρήματος διατηρήθηκε στα επίπεδα του διαθέσιμου συναλλάγματος. Από τη στιγμή που αποφεύχθηκε η υποτίμηση του νομίσματος άρχισαν να επανέρχονται ροές κεφαλαίων από το εξωτερικό. Στην αρχή το ΑΕΠ αυξήθηκε και σταθεροποιήθηκε το ποσοστό της ανεργίας. Όμως τα ο δεύτερο εξάμηνο του 1994 το ΑΕΠ άρχισε να μειώνεται και το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε από 10% στο 12,2%.  




Πάντως η οικονομία βρισκόταν σε «μαλακή» ύφεση αυτή την περίοδο. Οι συνθήκες χειροτέρεψαν ουσιαστικά μετά την υποτίμηση του μεξικανικού πέσο το Δεκέμβριο του 1994. Ο ρυθμός μεγέθυνσης της οικονομίας μειώθηκε κατά 4% και μια δωδεκάδα τραπεζικά ιδρύματα κατέρρευσαν. Με τον οικονομικό ενεργό πληθυσμό να επεκτείνεται και την απασχόληση να μειώνεται έντονα σε συνάρτηση με την εγχώρια ζήτηση, η ανεργία αυξήθηκε πάνω από 6% σε έξι μήνες. Η απάντηση της κυβέρνησης ήταν: σκλήρυνση του κανονισμού λειτουργίας των τραπεζών και αύξηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων, μαζί με αύξηση των ιδιωτικοποιήσεων, των τραπεζικών ιδρυμάτων, ειδικά από ξένο κεφάλαιο. Η οικονομία άρχισε να ανακάμπτει, και μεταξύ 1996-1998, τόσο το ΑΕΠ όσο και η απασχόληση άρχισαν να αυξάνονται αρκετά γρήγορα και η ανεργία να μειώνεται. Στις αρχές του 1999, το βραζιλιάνικο νόμισμα  υποτιμήθηκε δραστικά. Οι επιδράσεις στην οικονομία της Αργεντινής ήταν πολύ αρνητικές δεδομένου ότι η Βραζιλία ήταν ένας από τους κύριους εμπορικούς εταίρους της. Το 1999 το ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε κατά 4,0%.
Παρότι οι εξαγωγές της χώρας αυξήθηκαν από 12 δις δολάρια το 1991 σε 27 δις δολάρια το 2001, το εμπορικό έλλειμμα της χώρας , την ίδια περίοδο, αυξήθηκε σημαντικά στα 22 δις δολάρια. Βασική αιτία θεωρήθηκε, και σωστά, η αδυναμία υποτίμησης του νομίσματος λόγω της σύνδεσής του με το δολάριο. Η ύφεση δημιούργησε αντιπληθωρισμό  με αποτέλεσμα την πτώση των μισθών και αύξηση του ποσοστού ανεργίας. Τα επιτόκια παρέμειναν υψηλά. Οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν ως ποσοστό του ΑΕΠ από 27% το 1995 σε 30% το 2000, κυρίως λόγω της μείωσης τους ΑΕΠ, αλλά και αύξησης των χρηματοδοτικών εξόδων για την εξυπηρέτηση του αυξανόμενου δημοσίου χρέους.







 Οι μεταρρυθμίσεις, νεοφιλελεύθερου χαρακτήρα, προκάλεσαν μεγάλα προβλήματα στις πιο φτωχές επαρχίες των οποίων τα έσοδα και η απασχόληση των κατοίκων τους εξαρτιόταν από τις κρατικές επιχειρήσεις (εταιρείες πετρελαίου, σιδηροδρόμων κτλ) ή από επιχειρήσεις που δεν ήταν σε θέση να ακολουθήσουν το άνοιγμα του ανταγωνισμού που εφάρμοζε η κυβέρνηση. Η αδυναμία καταβολής των μισθών των εργαζομένων στις επαρχίες οδήγησε σε διαμαρτυρίες και εξεγέρσεις των κατοίκων τους. 
Επίσης η κυβέρνηση του  είχε εμπλακεί σε μια φιλόδοξη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος , επιχειρούσε να το μετατρέψει από δημόσιο αναδιανεμητικό σε ιδιωτικό κεφαλαιοποιητικό. Το κόστος μετάβασης έφθασε το 3% του ΑΕΠ το 2000, καθώς όπως εξελίχθηκαν τα γεγονότα, έπρεπε να καταβάλει συντάξεις αλλά να μην εισπράττει εισφορές. 
 Ακόμη , η κυβέρνηση του Κάρλος Μένεμ δεν κατάφερε να εξυγιάνει τη δημοσιονομική κατάσταση της Αργεντινής. Μεγάλο τμήμα των δαπανών χρησιμοποιείτο με αναποτελεσματικό τρόπο ενώ υπήρχε και μεγάλη διαφθορά. Το φορολογικό σύστημα της χώρας ήταν επίσης αναποτελεσματικό και η φοροδιαφυγή υψηλή. Για παράδειγμα , ενώ η Βραζιλία συνέλλεγε φόρους ύψους περίπου 30% του ΑΕΠ, η Αργεντινή αντίστοιχα συνέλεγε μόλις φόρους που αναλογούσαν στο 21% του ΑΕΠ. Σύμφωνα με το φορολογικό σύστημα που είχε εγκαθιδρυθεί από το 1853, το κράτος ήταν υπεύθυνο για τη συλλογή των φόρων , ενώ οι επαρχίες ελάμβαναν αυτόματα ένα  προκαθορισμένο ποσοστό ,γεγονός που δεν δημιουργούσε αποδοτικό περιβάλλον για τις δαπάνες.
Ο υποψήφιος της αντιπολίτευσης Fernando de la Rúa κερδίζει τις προεδρικές εκλογές, το 1999, υποσχόμενος επανεκκίνηση της οικονομικής μεγέθυνσης και μείωση της διαφθοράς, της ανεργίας και του εγκλήματος. Αποτυγχάνει να  τηρήσει τις υποσχέσεις του. Η πολιτική κατάσταση όταν ο De la Rúa ήρθε στην προεδρία ήταν ιδιαιτέρως εύθραυστη. Τον υποστήριξε η Alliance for Work, Justice and Education , μια συμμαχία αποτελούμενη από την Unión Cívica Radical,(UCR) και τη Frente por un País Solidario (FREPASO). Πάντως η Συμμαχία απέτυχε να επιτύχει την πλειοψηφία στη Γερουσία και στη Βουλή των Αντιπροσώπων και έχασε  στις επαρχιακές εκλογές (τις κέρδισαν οι περονιστές) σημαντικές επαρχίες της χώρας όπως Μπουένος Άιρες, Κόρδοβα,  και Σάντα Φε.
 Η οικονομία βρισκόταν κυριολεκτικά αντιμέτωπη με την καταστροφή. Οι εξεγέρσεις ήταν καθημερινές. Στις εξεγέρσεις που πραγματοποιούνται την περίοδο της προεδρίας του de la Rúa, πρωταγωνιστούν τα στρώματα της μεσαίας τάξης τα οποία είναι αυτά που κυρίως πλήττονται από την ασκούμενη οικονομική πολιτική.   
Το Μάρτιο του 2001 παραιτείται ο υπουργός οικονομικών Jose Luis Machinea .Τον διαδέχεται ο υπουργός άμυνας  Ricardo Lopez Murphy ο οποίος επίσης παραιτείται μετά από δύο εβδομάδες. Τοποθετείται υπουργός οικονομικών ο Domingo Cavallo  ο οποίος ήταν ο εμπνευστής του οικονομικού προγράμματος του προηγούμενου προέδρου Μένεμ και διετέλεσε υπουργός την περίοδο 1991-1996.   Ο Cavallo επιβάλλει νέους νόμους και έρχεται σε συμφωνία με μέρος του επιχειρηματικού κατεστημένου της χώρας.
Αντιμέτωπος με αυτή την κατάσταση παραιτείται την 21.12.2001. Αναλαμβάνει ο Rodriguez Saa ο οποίος κηρύσσει αδυναμία πληρωμών της χώρας στο μεγαλύτερο μέρος του εξωτερικού χρέους την τελευταία εβδομάδα του 2001.
Ο περονιστής  Eduardo Duhalde ορίζεται νέος πρόεδρος της χώρας. Ο Duhalde διατηρήθηκε στην προεδρία μέχρι τον Απρίλιο του 2003 που προκηρύχθηκαν εκλογές.