Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

Ανασκόπηση της ελληνικής κατάστασης πριν από τη Σύνοδο Κορυφής της 25 Ιουνίου 2015.




Θεωρώ ότι είναι υψηλές οι πιθανότητες , εντός του μηνός Ιουνίου, ότι θα επέλθει συμφωνία μεταξύ Ελλάδος και Δανειστών.
 Συμφωνία αλλά όχι η πρέπουσα λύση η οποία απαιτείται με βάση την κοινή λογική της πολιτικής , κοινωνικής και πρωτίστως οικονομικής θεώρησης της πραγματικότητας. Συμφωνία η οποία δεν θα επιτρέψει να δημιουργηθεί  μια ακόμη σημαντική αναταραχή στην ευρωζώνη αλλά και στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές.
Η προβλεπόμενη συμφωνία δεν πρόκειται να λύσει τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και συνεπώς δεν πρόκειται να απαλλάξει την ευρωζώνη από δυνητικές αναταραχές και αναστατώσεις.
Τα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας είναι πολλά και δύσκολα. Έγιναν δυσκολότερα με την επιμονή των δανειστών σε ένα ατελέσφορο μονόπλευρο  πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Μάλιστα συνεχίζουν να επιμένουν σε αυτό παρά τα αρνητικά αποτελέσματα που έχουν συσσωρευτεί στην ελληνική οικονομία και κοινωνία.
Επίσης  και από τη συμπεριφορά  όλων των ελληνικών κυβερνήσεων που βρέθηκαν στην εξουσία τη συγκεκριμένη περίοδο, για τον απλό λόγο ότι όλες αντιμετώπισαν το πρόβλημα ρητορικά και με βάση επιφανειακές προσεγγίσεις . Ακόμη  καμία δεν είχε (έχει)  ένα συγκροτημένο πρόγραμμα ,που να περιγράφει   με σαφήνεια και ακρίβεια το τι σκόπευε να κάνει μέσα στο ασφυκτικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί.
Οι μισές αλήθειες αποτελούν τη μόνιμη επωδό της πολιτικής ρητορείας όλων  των ελληνικών κυβερνήσεων .
Οι κυβερνήσεις Γ.Α. Παπανδρέου, Παπαδήμα, Σαμαρά-Βενιζέλου απλά προσαρμόστηκαν στις απαιτήσεις των δανειστών όχι μόνο στην πράξη αλλά και ιδεολογικά.  
Η κυβέρνηση Τσίπρα – Καμένου ταξίδευε για πολύ καιρό στην θάλασσα  της  ιδεοληπτικής πρόσληψης της διεθνούς - ελληνικής πολιτικής και οικονομικής  πραγματικότητας αλλά και της αντίληψης του τι πραγματικά σηματοδοτούν οι κοινωνικές διεργασίες στο εσωτερικό της χώρας.   
Ο αρχικός σχεδιασμός για τα οικονομικά ζητήματα  στηριζόταν αποκλειστικά στην απομείωση του χρέους κάτι που αν επιτυγχανόταν θα επέτρεπε σαφώς μικρότερα πρωτογενή πλεονάσματα και επομένως , ceteris paribus, μικρότερη απορρόφηση από εισοδηματικό κύκλωμα. Επιπλέον όχι μόνο δεν είχε προβλέψει τον τρόπο κάλυψης των χρηματοδοτικών υποχρεώσεων της χώρας , σε περίπτωση μη αποδοχής του σχεδίου του. Μάλιστα υποστηρίζονταν ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται τους  εναπομείναντες πόρους  από το δεύτερο πρόγραμμα (7,5 δις ευρώ). Και ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να δανείζεται για να αποπληρώνει παλαιά δάνεια. Η υπερβολική σιγουριά του υπουργού των οικονομικών για την αποδοχή ή την επιβολή των απόψεών του,  αποτέλεσε ένα από τα βασικά λάθη που δυσκόλεψαν αφάνταστα την ελληνική διαπραγματευτική θέση. Το αν σε θεωρητικό  επίπεδο οι θέσεις του έλληνα υπουργού βρίσκονται σε ορθή κατεύθυνση , δεν αποτελεί επιχείρημα , με δεδομένο τον υπάρχοντα συσχετισμό δυνάμεων και τις επικρατούσες κυρίαρχες αντιλήψεις για την οικονομική πολιτική.
 Η παρατηρούμενη πολιτική προσαρμογή «προς την ζώσα ευρωπαϊκή πραγματικότητα» μέσα από τα προτεινόμενα μέτρα κινδυνεύει να μετατραπεί, σε μια προσπάθεια πειθούς της κοινοβουλευτικής ομάδος αλλά και του εκλογικού σώματος , και σε «ιδεολογική» υποστήριξη και όχι απλά ως ύστατο αναγκαίο κακό προϊόν επιβολής ισχύος. 
Παράλληλα το μακρύ χρονικό διάστημα της διαπραγμάτευσης και ο τρόπος που την χειρίστηκε η ελληνική κυβέρνηση διόγκωσε εν τοις πράγμασι την ανιστόρητη όσο και άκρως επικίνδυνη άποψη περί ρήξης. Η συνεχής επίκληση, ότι η ρήξη αποτελεί όπλο πάνω στο τραπέζι, από τους βασικούς διαπραγματευτές της ελληνικής κυβέρνησης(Βαρουφάκη, Τσακαλώτο), δημιούργησε σε μεγάλο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού την εντύπωση ότι πράγματι υπάρχει εναλλακτικός δρόμος ικανός να αποδεσμεύσει την χώρα από τις μνημονιακές πολιτικές χωρίς κόστος (δύο -τρεις  μήνες δυσκολιών και μετά όλοι θα πάμε στον παράδεισο). Η συγκεκριμένη άποψη αν περάσει στο συλλογικό φαντασιακό μεγάλου τμήματος του πληθυσμού ουσιαστικά μετατρέπεται σε «πραγματικότητα», και είναι  δύσκολα ανατρέψιμη.
 Όλοι γνωρίζουν ότι αν τραβήξεις όπλο πρέπει να είσαι έτοιμος να το χρησιμοποιήσεις ειδικά αν  ο αντίπαλος είναι κατά πολύ ισχυρότερος. Άρα πρέπει να είσαι έτοιμος για μάχη μέχρι τελικής πτώσεως (θανάτωσης ενός εκ των δύο).  Κανείς δεν είναι έτοιμος για κάτι τέτοιο. Άρα η επίκληση ότι θα τα κάνουμε «Κούγκι» δεν έχει νόημα παρά ως υπεραναπλήρωση συνεχώς δημιουργούμενου  ψυχολογικού κενού  μέρους  της εκλογικής πελατείας. Μάλιστα όταν το καλοσκεφτείς αντιλαμβάνεσαι ότι πρόκειται και για άστοχο παράδειγμα.
 Οι άνθρωποι και τα κράτη απεχθάνονται όσο τίποτε άλλο, τον ξαφνικό θάνατο , για αυτό εισέρχονται σε συμβιβασμούς οι οποίοι πάντοτε ανάλογα την ισχύ , έχουν νικητές και ηττημένους.  Η αυτοσυντήρηση και η επιβίωση αποτελούν την ύστατη επιδίωξη των κρατών έτσι ώστε , οι πρόσκαιρα ηττημένοι δημιουργώντας καλύτερες συνθήκες να επιδιώξουν την νίκη στο επόμενο στάδιο ή δε νικητές να διασφαλίσουν την κυριαρχία τους αποτρέποντας τους ηττημένους να βρεθούν σε θέση που θα μπορούσε να την αμφισβητήσει.  Όταν είσαι νεκρός ,δεν υπάρχεις, και επομένως ευκολότερα ο αντίπαλος ασκεί την κυριαρχία του.
Με αυτή την έννοια φαίνεται ότι ο προσωρινός συμβιβασμός είναι προτιμότερος από τον θάνατο, φθάνει να έχεις πάντα στο μυαλό την ιδέα της επέκτασης της αυτοσυντήρησής σου. «Όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει στρατιώτη μου για πόλεμο δεν κάνει» υπογραμμίζει ο ποιητής.  

Εξακολουθώ να υποστηρίζω ότι θα υπάρξει συμφωνία  κάποιας μορφής (ίσως παράταση) στην οποία το ΔΝΤ δεν θα την τορπιλίσει ολοκληρωτικά ,αλλά και δεν θα συμφωνήσει παράλληλα. Με την διαδικασία αυτή θα συνεχιστεί το ελληνικό δράμα και η ευρωπαϊκή αναστάτωση για μια ακόμη περίοδο  σε αναμονή μιας νέας συζήτησης .