Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Ο χρόνος περνάει και χρειάζονται αποφάσεις.




Αν αφήσουμε κατά μέρος την προφανή πολιτική ρητορεία που κυριαρχούσε στο οικονομικό πρόγραμμα του κυβερνώντος κόμματος την περίοδο των πρόσφατων εκλογών, και επικεντρωθούμε στη λογική που το διείπε μπορούμε να πούμε ότι βρισκόταν προς τη σωστή κατεύθυνση. Με την εξής έννοια: η οικονομική πολιτική της ακραίας δημοσιονομικής προσαρμογής που ασκήθηκε τα τελευταία πέντε έτη, δεν μπορούσε να συνεχισθεί . Χρειαζόταν η επίτευξη μιας νέας συμφωνίας με τους εταίρους, που θα είχε τρεις  βασικές συνιστώσες :
 Πρώτη, εξασφάλιση των πόρων για τις χρηματοδοτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας τουλάχιστον για το 2015. Αυτές κατανέμονται ως εξής:
 1.       Το συνολικό ποσό προς το ΔΝΤ (δάνεια από το πρώτο πρόγραμμα 2010) ανέρχεται σε 6.081.938.240 ευρώ.
2.       Το συνολικό ποσό προς την ΕΚΤ (Ομόλογα που δεν εισήλθαν στο PSI του 2012) ανέρχεται σε 6.544.680.000 ευρώ.
3.       Προς την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (Ομόλογα που δεν εισήλθαν στο PSI του 2012) ποσό 25.000.000 ευρώ.
4.       Αναχρηματοδότηση εντόκων γραμματίων ύψους 13,4 δις ευρώ. Εδώ δεν υπάρχει ιδιαίτερο πρόβλημα διότι είναι έντοκα γραμμάτια που διακρατεί το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Επομένως δύνανται να αναχρηματοδοτηθούν.
Η ελληνική κυβέρνηση ουδόλως αντιλήφτηκε ότι αυτό αποτελούσε ίσως το μείζον πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπίσει.  Η κυβέρνηση έχασε χρόνο στην αντιμετώπισή του,  επειδή το αρχικό σχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών ήταν άλλο.  Θεωρούσε ότι θα επιτύγχανε δραστική αναδιάρθρωση του χρέους . Πίστευε  ότι θα απαλλασσόταν από το ύψος των χρεολυσίων αλλά και από το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους . Ως ιδέα ήταν θαυμάσια. Αλλά διαλύθηκε με την πρώτη σταγόνα της βροχής. Με αποτέλεσμα η χώρα να μείνει ακάλυπτη. Επίσης πίστευε ότι η ΕΚΤ θα της επέτρεπε να εκδώσει περισσότερα έντοκα γραμμάτια, κάτι που δεν έγινε αποδεκτό. Επίσης η ελληνική κυβέρνηση θεώρησε  ότι μετά τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου και με το ξεκίνημα των διαπραγματεύσεων στα τεχνικά κλιμάκια η Ελλάδα βρίσκεται σε πρόγραμμα εν εξελίξει , έτσι ώστε να συνεχισθεί απρόσκοπτα η αποδοχή των ελληνικών ομολόγων ως ενέχυρα στην ΕΚΤ για να συνεχισθεί απρόσκοπτα η χρηματοδότηση του funding gap των ελληνικών τραπεζών. Επίσης αυτό δεν έγινε αποδεκτό. Όλα τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα την ανάγκη αποστράγγισης όλων των ρευστών διαθεσίμων των φορέων της ΓΚ προκειμένου να ανταποκριθεί στις διεθνείς και εγχώριες υποχρεώσεις.

Δεύτερη  εξασφάλιση πόρων για τη χρηματοδότηση της μεγεθυντικής διαδικασίας  της οικονομίας [ κατ’ αρχάς ,συνεπώς, μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων και συγχρόνως  επιδίωξη εισροών πόρων από το εξωτερικό (πόρων από  εμπροστοβαρή  εκταμίευση κονδυλίων της ΕΕ, και ιδιωτικών κεφαλαίων )]  έτσι ώστε να αναστροφή η  ύφεση . 
Η μη ύπαρξη συμφωνίας έχει επί της ουσίας αναστείλει την παραπάνω διαδικασία, με αποτέλεσμα να χάνεται το momentum της πραγματικής οικονομίας.
Τρίτη, η συζήτηση για αναδιάρθρωση του χρέους  και η μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του  με βάση τη μείωση των προβλεπομένων  πρωτογενών  πλεονασμάτων .
Μετά την συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου το ζήτημα του χρέους οδηγήθηκε στις ελληνικές καλένδες. Πιθανά η ελληνική κυβέρνηση να το θέσει στη λεγόμενη μεγάλη διαπραγμάτευση τον Ιούνιο.
Το ζητούμενο σε μια διαπραγμάτευση με το σημερινό ευρωπαϊκό κατεστημένο αναπόφευκτα θα κάνεις και, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές, υποχωρήσεις. Αλλά το θέμα  είναι η επιτυχία αυτού που εσύ έχεις ορίσει ως πρωταρχικό , και αυτό είναι η μεγέθυνση της οικονομίας και η μείωση της ανεργίας.  Μια πολιτική με αιχμή την αύξηση της απασχόλησης.
Επομένως το θέμα είναι και ήταν συνολικά η νέα συμφωνία να ευνοεί ή να επιτρέπει την εφαρμογή ενός νέου μείγματος πολιτικής. Που θα προωθεί στην πράξη τη γενική κατεύθυνση της παραγωγικής ανασυγκρότησης, της προσέλκυσης ξένων μακροπρόθεσμων ιδιωτικών κεφαλαίων, της επέκτασης του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, που θα αναχαιτίζει την καταστροφή υπαρχουσών θέσεων εργασίας και θα ευνοεί τη δημιουργία νέων.
Στο πλαίσιο αυτό  η συζήτηση για την κατάσταση του ασφαλιστικού συστήματος ήταν επιβεβλημένη και  από την οποία θα έπρεπε να δειχθεί , από τη μεριά της κυβέρνησης ,  πώς θα χρηματοδοτηθούν οι ανάγκες του βραχυχρονίως (εντός των δημοσιονομικών στόχων) και να παρουσιασθεί η μακροχρόνια βιωσιμότητά του όταν η οικονομία ξεφύγει από την μη κανονική κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα. Η αναλυτική παρουσίαση του ζητήματος των πρόωρων συντάξεων (πόσες είναι πραγματικά , σε ποιους αφορούν , το δημοσιονομικό κόστος τους) προφανώς είναι απαραίτητη. Επίσης το ίδιο θα πρέπει να συμβεί με τις επικουρικές συντάξεις οι οποίες σημειωτέον λειτουργούν με βάση την ανταποδοτικότητα και συνεπώς υπάρχει κριτήριο εξ αντικειμένου το οποίο βεβαίως θα μπορούσε να προσαρμοσθεί αν κάποιος ήθελε να λάβει υπόψη του περασμένα λάθη.
Επίσης η συζήτηση για τις αποκρατικοποιήσεις έχει δείξει ότι η κυβέρνηση έχει υποχωρήσει από τις άκαμπτες αρχικές  θέσεις της και επιθυμεί ένα είδος σύμπραξης σε ορισμένες από αυτές ή και μέρος του τιμήματος να μην οδηγηθεί αυτούσιο στην αποπληρωμή του χρέους αλλά μέρος του να χρηματοδοτήσει το νοσούν ασφαλιστικό σύστημα της χώρας.
Η συζήτηση για τα εργασιακά (συλλογικές διαπραγματεύσεις , ομαδικές απολύσεις , 13 σύνταξη, προσδιορισμός κατώτατου μισθού) επιχειρείται να οδηγηθεί στη συνολική διαπραγμάτευση του Ιουνίου. Η ελληνική κυβέρνηση επιχειρηματολογεί με βάση το ευρωπαϊκό κεκτημένο όσον αφορά την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και νομίζω ότι έχει απόλυτο δίκιο. Το ύψος του κατώτατου μισθού είναι θέμα διαπραγμάτευσης μεταξύ των εταίρων και όχι καθορισμού από την κυβέρνηση. Τις ομαδικές απολύσεις δεν μπορεί να τις δεκτή διότι αποτελούν απλό ιδεολόγημα στη σημερινή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας ή αίτημα ακραίων κύκλων οικονομικών συμφερόντων. Δύσκολα θα γίνει αποδεκτή η πρόταση για την 13η σύνταξη στους έχοντες σύνταξη μέχρι 700 ευρώ  εκτός αν υπάρξουν οι απαραίτητοι πόροι.
 Ο πρωθυπουργός της χώρας πρέπει να έχει αντιληφθεί το αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται η  χώρα. Για το λόγο αυτό έχει αναλάβει σειρά πρωτοβουλιών οι οποίες θα πρέπει να γίνουν δραστικότερες και άμεσες. Η σκληρότητα και η άκαμπτη στάση των δανειστών ήταν εκ των προτέρων δεδομένη. Άρα ήταν μέρος των δεδομένων και της πραγματικότητας. Θα πρέπει να αρχίσει «να μιλάει τη γλώσσα τους»  έχοντας ως στόχο τη διάσωση της πατρίδας. Τα  παραδείγματα  τέτοιας συμπεριφοράς είναι αρκετά στην ιστορία μας.