Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Ο βρόγχος της ΕΚΤ.




«Όταν εγώ χρησιμοποιώ μια λέξη» είπε ο Χάμπτι  Ντάμπτι σε μάλλον υπεροπτικό τόνο, «η λέξη σημαίνει ό,τι εγώ διαλέγω να σημαίνει- τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο».
«Το ερώτημα είναι», είπε η Αλίκη «αν μπορείς εσύ να κάνεις τις λέξεις να σημαίνουν διαφορετικά πράγματα».
‘Το ερώτημα είναι», είπε ο Χάμπτι Ντάμπτι, «ποιος είναι τ ’αφεντικό- αυτό είν’ όλο»
Λιούις Κάρολ.

Δυστυχώς και παρά τις προσδοκίες της ελληνικής κυβέρνησης, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) δεν αφήνει σχεδόν κανένα περιθώριο ελιγμού στην ελληνική κυβέρνηση στην παρούσα φάση της οικονομικής συγκυρίας. Χωρίς τη βοήθεια της ΕΚΤ που αποτελεί και την κεντρική τράπεζα της χώρας, είναι αδύνατον να κυβερνήσει οποιαδήποτε κυβέρνηση σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Πρόκειται για μια κατάσταση πρωτόγνωρη αν όχι αδιανόητη όπως την χαρακτήρισε ο  νομπελίστας οικονομολόγος Τζόζεφ Στίγκλιτς.
Μάλιστα καθίσταται περισσότερο αδιανόητος ο τρόπος αντιμετώπισης της Ελλάδος από την ΕΚΤ, όταν ταυτόχρονα η ίδια  ασκεί νομισματική πολιτική «ποσοτικής χαλάρωσης» στις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης που επί της ουσίας συνίσταται σε νομισματοποίηση του  δημοσίου χρέους τους.
Επιπλέον με συνεχείς παρεμβάσεις του νέου  μηχανισμού εποπτείας (SSM) επιδιώκει το κλείσιμο όλων των υφιστάμενων δυνατοτήτων του ελληνικού τραπεζικού συστήματος να βοηθήσει στην παρούσα φάση την ελληνική κυβέρνηση.
Όπως προείπα είναι αδύνατον να κυβερνηθεί η χώρα χωρίς την ύπαρξη Κεντρικής Τράπεζας. Η βοήθεια της ΕΚΤ προς το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, υπό αυτές τις προϋποθέσεις αποτελεί μονομερή έως  ατελέσφορη ενέργεια η οποία επιδιώκει μόνο τη διατήρησή του σε κατατονική κατάσταση σε μια καταρρέουσα οικονομία κάτι που βεβαίως έχει συγκεκριμένη κατάληξη. Τούτο διότι δεν είναι δυνατόν να διασώζεται στο διηνεκές το τραπεζικό σύστημα σε μια οικονομία που δεν παράγει τους απαραίτητους αποταμιευτικούς πόρους για την τροφοδοσία του. Αντιθέτως μάλιστα με το πέρασμα του χρόνου οι πόροι αυτοί μειώνονται συνεχώς επιδεινώνοντας το πρόβλημα.
Η παγίδευση της ελληνικής οικονομίας και γενικότερα της Ελλάδος ως χώρας είναι στο σημείο  αυτό απόλυτη. Η απαλλαγή από τον συγκεκριμένο βρόγχο που έχει επιβάλλει η ΕΚΤ, προϋποθέτει , όπως όλοι γνωρίζουμε,  την συμφωνία προγράμματος με τους λεγόμενους «θεσμούς». Είναι γνωστές οι απαιτήσεις των «θεσμών» αναφορικά με την συμφωνία. Από την άλλη μεριά είναι εξίσου γνωστές οι προεκλογικές υποσχέσεις της ελληνικής κυβέρνησης. Η επίτευξη συμφωνίας είναι αδύνατον να συμβεί αν δεν υπάρξει αμοιβαία αναλογική υποχώρηση και των δύο μερών. Σίγουρα θα είναι μια μη βέλτιστη λύση για την ελληνική κυβέρνηση. Ας είναι όμως η δεύτερη βέλτιστη λύση. Διότι υπάρχουν και οι χειρότερες λύσεις τις οποίες ουδείς επιθυμεί. Ούτε η ίδια η κυβέρνηση.