Πέμπτη, 30 Απριλίου 2015

Περί της γεωπολιτικής ισχύος της χώρας.



 Αυτός που επιθυμεί να πολεμήσει πρέπι πρώτα να υπολογίζει το κόστος.
Sun Zu

Οι ευρύτεροι χώροι, μέσα στους οποίους εκδιπλώνει ένα  εθνικό κράτος την πρωτογενή του ενέργεια με ποικίλους (πολιτικούς, οικονομικούς, πολιτισμικούς, στρατιωτικούς, γεωγραφικούς, αλλά  και της διεθνούς θέσης της χώρας,  κτλ) τρόπους , αλλά πάντα σε συνάφεια με υπέρτερους πολιτικούς σκοπούς, συνιστούν το γεωπολιτικό του δυναμικό .
Οι χώροι  εκδίπλωσης του γεωπολιτικού δυναμικού όπως είναι κατανοητό , συναρτώνται με το βεληνεκές της πρωτογενούς ενέργειας του κρατικού μορφώματος  το οποίο παράγεται από το βέλτιστο συνδυασμό όλων όσα παραπάνω αναφέρθησαν.  Συναρτώνται επίσης με τις κινήσεις εχθρικών και φίλιων  δυνάμεων, οπότε ένας χώρος , ο οποίος καθ’ εαυτόν ελάχιστα ενδιέφερε τη μια πλευρά, έρχεται στο επίκεντρο της προσοχής της επειδή σ’ αυτόν διεισδύει ήδη η αντίπαλη.  Η γεωγραφική θέση από μόνη της είναι ένα κέλυφος  άδειο , το οποίο χρειάζεται να «γεμισθεί» από όλα τα παραπάνω στοιχεία. Τότε μόνο αποκτά οντότητα και λαμβάνει ενεργό ρόλο στην ενδυνάμωση της γεωπολιτικής ισχύος.
Μια συζήτηση αυτού του είδους  έχει επομένως ως αντικείμενο μελέτης το βασικό ζήτημα που αφορά στο ποια είναι η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου , δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση της  Ελλάδος  , το οποίο αφορά στη συζήτηση. Ως στόχο η συζήτηση θα έχει την απεικόνιση των  αδυναμιών και πλεονεκτημάτων άρα των πραγματικών δυνατοτήτων του υποκειμένου για άσκηση εθνικής πολιτικής.  
Επομένως  για να καταλήξουμε σε συμπέρασμα για τη γεωπολιτική της Ελλάδος θα πρέπει  να μελετηθούν επισταμένα όλοι οι παραπάνω  απαιτούμενοι παράγοντες.
 Συγκεκριμένα θα πρέπει να μελετηθούν  αν στην Ελλάδα υπάρχουν : 
-          Εθνική και θρησκευτική ομοιογένεια, πολιτική σταθερότητα, ισχυρό κοινωνικό ιστό και κοινωνική συνοχή.
-           Ισχυρή οικονομία, η οποία στην παρούσα περίοδο, μπορεί να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της χώρας και να πείθει για αυτό. Επίσης να συμμετέχει δυναμικά σχεδόν σε όλα τα διεθνή δίκτυα οικονομίας και ενεργείας.
-           Έχει ισχυρές Ένοπλες Δυνάμεις ικανές να αποτρέψουν κάθε επιβουλέα, αλλά και να υπερασπίσουν εάν χρειασθεί, τον εναέριο, θαλάσσιο και χερσαίο χώρο της αφ’ ενός και αφ’ ετέρου έτοιμες, σε κάθε στιγμή, να εκπληρώσουν τις συμμαχικές υποχρεώσεις τους, που απορρέουν από τη συμμετοχή της ΝΑΤΟ, την ΕΕ και λοιπούς οργανισμούς .
-           Εξακολουθεί να συμμετέχει  ενεργά σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς, όπως το ΝΑΤΟ, η ΕΕ, ο ΟΑΣΕ, ο ΟΗΕ, η Παρευξείνεια Ένωση κ.α., κάτι που ισχυροποιεί σημαντικά τη διεθνή θέση της χώρας  και επαυξάνει σημαντικά την γεωπολιτική και την  γεωστρατηγική  αξία της . Δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι η χώρα μας μέχρι πρόσφατα ήταν η μοναδική βαλκανική χώρα που συμμετείχε στο σύνολο των οργανισμών αυτών, κυρίως ΝΑΤΟ και ΕΕ, σε μια περιοχή που χαρακτηρίζεται από αστάθεια και ταράσσεται από ενδο-εξωγενείς διενέξεις, όλα δε οι βαλκανικές χώρες είχαν και εξακολουθούν να έχουν ως κύριο στρατηγικό στόχο να ενταχθούν στο ευρωατλαντικό και ευρωπαϊκό Status.

Η εξαιρετική δυσκολία του σύγχρονου  προβλήματος «της ελληνικής κατάστασης» απαιτεί σφαιρικότητα και συλλογικότητα της προσπάθειας για την επίλυσή του, δηλαδή απαιτεί τη σύλληψή του ως πρόβλημα εθνικής επιβίωσης.  Σημαίνει με απλά λόγια χάραξη «εθνικής στρατηγικής επιβίωσης» σε έναν παγκοσμιοποιημένο κόσμο όπου κυριαρχούν πλανητικές και περιφερειακές δυνάμεις οι οποίες έχουν ίδια συμφέροντα και αυτά επιχειρούν να εξυπηρετήσουν  πρωτίστως.  Επειδή δεν υπάρχουν αυτόνομα και αφηρημένα «ελληνικά» ή «εθνικά» συμφέροντα, πρέπει να θυμόμαστε πάντοτε ότι έτσι μπορούμε να χαρακτηρίσουμε και να θεωρήσουμε τα συμφέροντα της μέγιστης πλειοψηφίας του λαού, των Ελλήνων, με πρώτο την εξασφάλιση της συλλογικής ύπαρξής τους σε συνθήκες ελευθερίας και ανεξαρτησίας, την εξασφάλιση των όρων διατήρησης του χώρου παραγωγής και αναπαραγωγής της συλλογικής τους ύπαρξης.

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Ο χρόνος περνάει και χρειάζονται αποφάσεις.




Αν αφήσουμε κατά μέρος την προφανή πολιτική ρητορεία που κυριαρχούσε στο οικονομικό πρόγραμμα του κυβερνώντος κόμματος την περίοδο των πρόσφατων εκλογών, και επικεντρωθούμε στη λογική που το διείπε μπορούμε να πούμε ότι βρισκόταν προς τη σωστή κατεύθυνση. Με την εξής έννοια: η οικονομική πολιτική της ακραίας δημοσιονομικής προσαρμογής που ασκήθηκε τα τελευταία πέντε έτη, δεν μπορούσε να συνεχισθεί . Χρειαζόταν η επίτευξη μιας νέας συμφωνίας με τους εταίρους, που θα είχε τρεις  βασικές συνιστώσες :
 Πρώτη, εξασφάλιση των πόρων για τις χρηματοδοτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας τουλάχιστον για το 2015. Αυτές κατανέμονται ως εξής:
 1.       Το συνολικό ποσό προς το ΔΝΤ (δάνεια από το πρώτο πρόγραμμα 2010) ανέρχεται σε 6.081.938.240 ευρώ.
2.       Το συνολικό ποσό προς την ΕΚΤ (Ομόλογα που δεν εισήλθαν στο PSI του 2012) ανέρχεται σε 6.544.680.000 ευρώ.
3.       Προς την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (Ομόλογα που δεν εισήλθαν στο PSI του 2012) ποσό 25.000.000 ευρώ.
4.       Αναχρηματοδότηση εντόκων γραμματίων ύψους 13,4 δις ευρώ. Εδώ δεν υπάρχει ιδιαίτερο πρόβλημα διότι είναι έντοκα γραμμάτια που διακρατεί το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Επομένως δύνανται να αναχρηματοδοτηθούν.
Η ελληνική κυβέρνηση ουδόλως αντιλήφτηκε ότι αυτό αποτελούσε ίσως το μείζον πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπίσει.  Η κυβέρνηση έχασε χρόνο στην αντιμετώπισή του,  επειδή το αρχικό σχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών ήταν άλλο.  Θεωρούσε ότι θα επιτύγχανε δραστική αναδιάρθρωση του χρέους . Πίστευε  ότι θα απαλλασσόταν από το ύψος των χρεολυσίων αλλά και από το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους . Ως ιδέα ήταν θαυμάσια. Αλλά διαλύθηκε με την πρώτη σταγόνα της βροχής. Με αποτέλεσμα η χώρα να μείνει ακάλυπτη. Επίσης πίστευε ότι η ΕΚΤ θα της επέτρεπε να εκδώσει περισσότερα έντοκα γραμμάτια, κάτι που δεν έγινε αποδεκτό. Επίσης η ελληνική κυβέρνηση θεώρησε  ότι μετά τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου και με το ξεκίνημα των διαπραγματεύσεων στα τεχνικά κλιμάκια η Ελλάδα βρίσκεται σε πρόγραμμα εν εξελίξει , έτσι ώστε να συνεχισθεί απρόσκοπτα η αποδοχή των ελληνικών ομολόγων ως ενέχυρα στην ΕΚΤ για να συνεχισθεί απρόσκοπτα η χρηματοδότηση του funding gap των ελληνικών τραπεζών. Επίσης αυτό δεν έγινε αποδεκτό. Όλα τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα την ανάγκη αποστράγγισης όλων των ρευστών διαθεσίμων των φορέων της ΓΚ προκειμένου να ανταποκριθεί στις διεθνείς και εγχώριες υποχρεώσεις.

Δεύτερη  εξασφάλιση πόρων για τη χρηματοδότηση της μεγεθυντικής διαδικασίας  της οικονομίας [ κατ’ αρχάς ,συνεπώς, μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων και συγχρόνως  επιδίωξη εισροών πόρων από το εξωτερικό (πόρων από  εμπροστοβαρή  εκταμίευση κονδυλίων της ΕΕ, και ιδιωτικών κεφαλαίων )]  έτσι ώστε να αναστροφή η  ύφεση . 
Η μη ύπαρξη συμφωνίας έχει επί της ουσίας αναστείλει την παραπάνω διαδικασία, με αποτέλεσμα να χάνεται το momentum της πραγματικής οικονομίας.
Τρίτη, η συζήτηση για αναδιάρθρωση του χρέους  και η μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του  με βάση τη μείωση των προβλεπομένων  πρωτογενών  πλεονασμάτων .
Μετά την συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου το ζήτημα του χρέους οδηγήθηκε στις ελληνικές καλένδες. Πιθανά η ελληνική κυβέρνηση να το θέσει στη λεγόμενη μεγάλη διαπραγμάτευση τον Ιούνιο.
Το ζητούμενο σε μια διαπραγμάτευση με το σημερινό ευρωπαϊκό κατεστημένο αναπόφευκτα θα κάνεις και, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές, υποχωρήσεις. Αλλά το θέμα  είναι η επιτυχία αυτού που εσύ έχεις ορίσει ως πρωταρχικό , και αυτό είναι η μεγέθυνση της οικονομίας και η μείωση της ανεργίας.  Μια πολιτική με αιχμή την αύξηση της απασχόλησης.
Επομένως το θέμα είναι και ήταν συνολικά η νέα συμφωνία να ευνοεί ή να επιτρέπει την εφαρμογή ενός νέου μείγματος πολιτικής. Που θα προωθεί στην πράξη τη γενική κατεύθυνση της παραγωγικής ανασυγκρότησης, της προσέλκυσης ξένων μακροπρόθεσμων ιδιωτικών κεφαλαίων, της επέκτασης του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, που θα αναχαιτίζει την καταστροφή υπαρχουσών θέσεων εργασίας και θα ευνοεί τη δημιουργία νέων.
Στο πλαίσιο αυτό  η συζήτηση για την κατάσταση του ασφαλιστικού συστήματος ήταν επιβεβλημένη και  από την οποία θα έπρεπε να δειχθεί , από τη μεριά της κυβέρνησης ,  πώς θα χρηματοδοτηθούν οι ανάγκες του βραχυχρονίως (εντός των δημοσιονομικών στόχων) και να παρουσιασθεί η μακροχρόνια βιωσιμότητά του όταν η οικονομία ξεφύγει από την μη κανονική κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα. Η αναλυτική παρουσίαση του ζητήματος των πρόωρων συντάξεων (πόσες είναι πραγματικά , σε ποιους αφορούν , το δημοσιονομικό κόστος τους) προφανώς είναι απαραίτητη. Επίσης το ίδιο θα πρέπει να συμβεί με τις επικουρικές συντάξεις οι οποίες σημειωτέον λειτουργούν με βάση την ανταποδοτικότητα και συνεπώς υπάρχει κριτήριο εξ αντικειμένου το οποίο βεβαίως θα μπορούσε να προσαρμοσθεί αν κάποιος ήθελε να λάβει υπόψη του περασμένα λάθη.
Επίσης η συζήτηση για τις αποκρατικοποιήσεις έχει δείξει ότι η κυβέρνηση έχει υποχωρήσει από τις άκαμπτες αρχικές  θέσεις της και επιθυμεί ένα είδος σύμπραξης σε ορισμένες από αυτές ή και μέρος του τιμήματος να μην οδηγηθεί αυτούσιο στην αποπληρωμή του χρέους αλλά μέρος του να χρηματοδοτήσει το νοσούν ασφαλιστικό σύστημα της χώρας.
Η συζήτηση για τα εργασιακά (συλλογικές διαπραγματεύσεις , ομαδικές απολύσεις , 13 σύνταξη, προσδιορισμός κατώτατου μισθού) επιχειρείται να οδηγηθεί στη συνολική διαπραγμάτευση του Ιουνίου. Η ελληνική κυβέρνηση επιχειρηματολογεί με βάση το ευρωπαϊκό κεκτημένο όσον αφορά την επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και νομίζω ότι έχει απόλυτο δίκιο. Το ύψος του κατώτατου μισθού είναι θέμα διαπραγμάτευσης μεταξύ των εταίρων και όχι καθορισμού από την κυβέρνηση. Τις ομαδικές απολύσεις δεν μπορεί να τις δεκτή διότι αποτελούν απλό ιδεολόγημα στη σημερινή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας ή αίτημα ακραίων κύκλων οικονομικών συμφερόντων. Δύσκολα θα γίνει αποδεκτή η πρόταση για την 13η σύνταξη στους έχοντες σύνταξη μέχρι 700 ευρώ  εκτός αν υπάρξουν οι απαραίτητοι πόροι.
 Ο πρωθυπουργός της χώρας πρέπει να έχει αντιληφθεί το αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται η  χώρα. Για το λόγο αυτό έχει αναλάβει σειρά πρωτοβουλιών οι οποίες θα πρέπει να γίνουν δραστικότερες και άμεσες. Η σκληρότητα και η άκαμπτη στάση των δανειστών ήταν εκ των προτέρων δεδομένη. Άρα ήταν μέρος των δεδομένων και της πραγματικότητας. Θα πρέπει να αρχίσει «να μιλάει τη γλώσσα τους»  έχοντας ως στόχο τη διάσωση της πατρίδας. Τα  παραδείγματα  τέτοιας συμπεριφοράς είναι αρκετά στην ιστορία μας.





Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

Χρειάζονται αποφάσεις.




Αν αφήσουμε κατά μέρος την προφανή πολιτική ρητορεία που κυριαρχούσε στο οικονομικό πρόγραμμα του κυβερνώντος κόμματος την περίοδο των πρόσφατων εκλογών, και επικεντρωθούμε στη λογική που το διείπε μπορούμε να πούμε ότι βρισκόταν προς τη σωστή κατεύθυνση. Με την εξής έννοια: η οικονομική πολιτική της ακραίας δημοσιονομικής προσαρμογής που ασκήθηκε τα τελευταία πέντε έτη, δεν μπορούσε να συνεχισθεί . Χρειαζόταν η επίτευξη μιας νέας συμφωνίας με τους εταίρους, που θα είχε δύο βασικές συνιστώσες :  Πρώτη, εξασφάλιση των πόρων για τις χρηματοδοτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας το 2015,  εξασφάλιση πόρων για τη χρηματοδότηση της μεγεθυντικής διαδικασίας  της οικονομίας (μείωση συνεπώς ,των πρωτογενών πλεονασμάτων)  έτσι ώστε να αναστροφή η  ύφεση .  Δεύτερη, η συζήτηση για αναδιάρθρωση του χρέους  και η μείωση του κόστους εξυπηρέτησης του  με βάση τη μείωση των προβλεπομένων  πρωτογενών  πλεονασμάτων . Στο πλαίσιο αυτό  η συζήτηση για την κατάσταση του ασφαλιστικού συστήματος ήταν επιβεβλημένη και  από την οποία θα έπρεπε να δειχθεί , από τη μεριά της κυβέρνησης ,  πώς θα χρηματοδοτηθούν οι ανάγκες του βραχυχρονίως (εντός των δημοσιονομικών στόχων) και να παρουσιασθεί η μακροχρόνια βιωσιμότητά του όταν η οικονομία ξεφύγει από την μη κανονική κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα. Η αναλυτική παρουσίαση του ζητήματος των πρόωρων συντάξεων (πόσες είναι πραγματικά , σε ποιους αφορούν , το δημοσιονομικό κόστος τους) προφανώς είναι απαραίτητη. Επίσης το ίδιο θα πρέπει να συμβεί με τις επικουρικές συντάξεις οι οποίες σημειωτέον λειτουργούν με βάση την ανταποδοτικότητα και συνεπώς υπάρχει κριτήριο εξ αντικειμένου το οποίο βεβαίως θα μπορούσε να προσαρμοσθεί αν κάποιος ήθελε να λάβει υπόψη του περασμένα λάθη.
 Το ζητούμενο σε μια διαπραγμάτευση με το σημερινό ευρωπαϊκό κατεστημένο αναπόφευκτα θα κάνεις και, λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές, υποχωρήσεις. Αλλά το θέμα  είναι η επιτυχία αυτού που εσύ έχεις ορίσει ως πρωταρχικό , και αυτό είναι η μεγέθυνση της οικονομίας και η μείωση της ανεργίας.  Μια πολιτική με αιχμή την αύξηση της απασχόλησης.
Επομένως το θέμα είναι και ήταν συνολικά η νέα συμφωνία να ευνοεί ή να επιτρέπει την εφαρμογή ενός νέου μείγματος πολιτικής. Που θα προωθεί στην πράξη τη γενική κατεύθυνση της παραγωγικής ανασυγκρότησης, της προσέλκυσης ξένων μακροπρόθεσμων ιδιωτικών κεφαλαίων, της επέκτασης του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων, που θα αναχαιτίζει την καταστροφή υπαρχουσών θέσεων εργασίας και θα ευνοεί τη δημιουργία νέωνΗ κυβέρνηση έχασε χρόνο επειδή το αρχικό σχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών ήταν άλλο.  Θεωρούσε ότι θα επιτύγχανε δραστική αναδιάρθρωση του χρέους . Θεωρούσε ότι θα απαλλασσόταν από το ύψος των χρεολυσίων αλλά και από το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους . Ως ιδέα ήταν θαυμάσια. Αλλά διαλύθηκε με την πρώτη σταγόνα της βροχής συνολικά των χωρών της Ευρώπης. Ο τρόπος διαπραγμάτευσης αυτού του σημείου διέλυσε οποιαδήποτε αυταπάτη περί συνεργασίας και υποστήριξης της Ελλάδος από τις νότιες χώρες.  Η όποια προσπάθεια έγινε στην αρχή να δημιουργηθεί συμμαχία κατά του Βερολίνου, μέσω επισκέψεών τους σε Γαλλία, Ιταλία, Βρετανία, Βρυξέλλες έπεσε στο κενό. Χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια το ζήτημα των  γερμανικών  πολεμικών  επανορθώσεων  και το κατοχικό δάνειο. Σχεδόν τείνει να ξεχαστεί. Η κατάληξη είναι ότι  το Υπουργείο των Οικονομικών δεν είχε επεξεργαστεί (ή δεν ήθελε ;) κανένα άλλο σχέδιο για την κάλυψη των χρηματοδοτικών αναγκών της χώρας κάτι που το οδήγησε στην αποστράγγιση (σωστή ενέργεια εντός  μιας αναποτελεσματικής στρατηγικής) των εγχωρίων πόρων των φορέων της Γενικής Κυβέρνησης. Το γεγονός αυτό το εγκλώβισε σε ένα απίστευτο χάσιμο χρόνου. «Καθήκον τους (των  ευρωπαίων)είναι να απεγκλωβιστούν από τη στείρα προσήλωση στην αποτυχημένη μνημονιακή "λογική"» συμπληρώνει ο υπουργός Οικονομικών. Κανένας δεν διαφωνεί. Όμως και καθήκον του υπουργείου οικονομικών είναι να εργάζεται πυρετωδώς στο πλαίσιο της σκληρής πραγματικότητας για να βρει διεξόδους για την χώρα και όχι μόνο να νουθετεί τους δανειστές. Ο πρωθυπουργός της χώρας έχει αντιληφθεί το αδιέξοδο στο οποίο οδηγείται η  χώρα. Για το λόγο αυτό έχει αναλάβει σειρά πρωτοβουλιών οι οποίες θα πρέπει να γίνουν δραστικότερες και άμεσες. Η σκληρότητα και η άκαμπτη στάση των δανειστών ήταν εκ των προτέρων δεδομένη. Άρα ήταν μέρος των δεδομένων και της πραγματικότητας. Θα πρέπει να αρχίσει «να μιλάει τη γλώσσα τους»  έχοντας ως στόχο τη διάσωση της πατρίδας. Τα  παραδείγματα  τέτοιας συμπεριφοράς είναι αρκετά στην ιστορία μας.




Παρασκευή, 24 Απριλίου 2015

Οι ρυθμισμένες αγορές εργασίας δεν επιβαρύνουν μακροχρονίως την αύξηση της παραγωγικότητας εργασίας και τη μεγέθυνση του προϊόντος.



Στο πρόσφατο  World Economic Outlook(Απρίλιος 2015) του ΔΝΤ οι οικονομολόγοι  του δείχνουν, μετά από οικονομετρική διερεύνηση , ότι  διαπιστώνεται σημαντικότητα μεταξύ δομικών μεταρρυθμίσεων και συνολικής παραγωγικότητα των συντελεστών , κάτι που δείχνει συσχέτιση  μεταξύ μακροπρόθεσμης μεγέθυνσης και παραγωγικότητας. Αυτό όμως που παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι το εξής:   ενώ τα ευρήματα δείχνουν ότι μακροχρονίως  οι ρυθμισμένες αγορές προϊόντων επιδρούν αρνητικά στην παραγωγικότητα και στη μακροπρόθεσμη μεγέθυνση της οικονομίας το ίδιο δεν επιβεβαιώνεται στην ύπαρξη (ακόμη και υπερβολικά) «ρυθμισμένων αγορών εργασίας». Τα συγκεκριμένα ευρήματα αποτελούν κόλαφο των απόψεων του ίδιου του ΔΝΤ όπως αυτές εφαρμόστηκαν σε διάφορα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής στις ευρωπαϊκές χώρες και ειδικά στην Ελλάδα. Όλοι γνωρίζουν ότι το ελληνικό πρόγραμμα περιλάμβανε τρομακτική μείωση δαπανών μείωση ονομαστικών μισθών και κυρίως «απελευθέρωση» της αγοράς εργασίας, ως βασική προϋπόθεση για την αύξηση της μεγέθυνσης και της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Το ζήτημα είναι ότι τα ευρήματα ομιλούν για την μακροχρόνια περίοδο θέτοντας εν αμφιβόλω και εμπειρικά κάτι που οι μη νεοκλασικοί οικονομολόγοι γνωρίζουν από την εποχή του Κέυνς.
 Όλες οι προσαρμογές από τη μεριά της προσφοράς δεν δύνανται να πραγματωθούν αν δεν «χαντρώσουν» από τη μεριά της ζήτησης. Όμως η ακολουθούμενη διαδικασία των «δομικών μεταρρυθμίσεων» αντί να προσαρμόζει τη ζήτηση στην μεταβαλλόμενη προσφορά προκαλεί αντιθέτως τη μείωσή της, οδηγώντας την οικονομία σε συρρίκνωση.
Συνεπώς αν η οποιαδήποτε επιδιωκόμενη αύξηση της παραγωγικότητας (αυτό επιδιώκεται από τις λεγόμενες «δομικές μεταρρυθμίσεις» κάτι που θα οδηγήσει στην αύξηση του προϊόντος)  προέρχεται από την «αποτελεσματική» χρήση των υφισταμένων τεχνολογιών και τις αναδιοργανώσεις – διαρθρωτικές αλλαγές που επί της ουσίας επιβάλλουν «συρρίκνωση» στην οικονομία τότε δεν υπάρχει προϋπόθεση αύξησης της ζήτησης.  Η αναδιοργάνωση- συρρίκνωση δεν απαιτεί σχεδόν καθόλου νέες επενδύσεις. Βασική συνέπεια των αναδιοργανώσεων (βασική συνιστώσα η πλήρης απορρύθμιση της αγοράς εργασίας κάτι που προκαλεί αύξηση της ανεργίας και κατά συνέπεια και μείωση των πραγματικών μισθών. Στην Ελλάδα είχαμε το πρωτοφανές τεράστια μείωση των ονομαστικών μισθών) τέτοιου είδους είναι η απώλεια θέσεων εργασίας και η αύξηση της ανεργίας. Ουσιαστικά επιχειρείται αύξηση της παραγωγικότητας με φθίνοντες ρυθμούς μεταβολής τόσο του παραγόμενου προϊόντος όσο και του αριθμού των απασχολουμένων με τη διαφορά μόνο ότι οι ρυθμοί μείωσης της απασχόλησης  είναι (ή θα πρέπει να είναι) μεγαλύτεροι από τους αντίστοιχους του παραγόμενου προϊόντος
Μόνο η εκτεταμένη εφαρμογή μιας νέας τεχνολογικής εφεύρεσης ή από τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό (επενδύσεις σε μηχανήματα και ηλεκτρονικά μέσα) ή ακόμα από έργα υποδομής που αποτελούν προϋπόθεση για την πραγμάτωση των επενδύσεων μπορεί να παρουσιαστεί αύξηση της ζήτησης.  Συνεπώς η  επενδυτική δαπάνη (γενικά και ειδικά) μπορεί να αυξήσει τη ζήτηση και να δημιουργήσει θετικές προσδοκίες μεγέθυνσης της οικονομίας