Τρίτη, 31 Μαρτίου 2015

Η διαπραγμάτευση και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί.




Παρά τη «πολιτική συμφωνία»  που επιτεύχθηκε στην πρόσφατη  «συνάντηση των επτά», εν τούτοις, όπως φαίνεται από τις διεξαγόμενες διαπραγματεύσεις , η όποια συμφωνία  θα πρέπει να υποστεί την «βάσανο» των τεχνοκρατών των θεσμών. Όπως είναι γνωστό , η ελληνική κυβέρνηση διεκδίκησε και επέτυχε να επεξεργαστεί αυτή ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων , που αυτή θεωρούσε σημαντικό για τις ανάγκες της χώρας, φθάνει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα να ήταν δημοσιονομικά ισοδύναμο με το προβλεπόμενο στο προηγούμενο μνημονιακό πρόγραμμα. Πράγματι μετά από ορισμένες παλινωδίες η ελληνική κυβέρνηση κατέθεσε τις προτάσεις της , σύμφωνα με τις οποίες το δημοσιονομικό αποτέλεσμα θα είναι της τάξεως των 3,7 δις ευρώ. Κυρίως οι προτάσεις αναφέρονται σε μέτρα καταπολέμησης της φοροδιαφυγής, του λαθρεμπορίου και εν γένει της διεύρυνσης της φορολογικής βάσης.
Το πρώτο πρόβλημα που αναδύεται από τις διαπραγματεύσεις  συνίσταται στο ότι οι θεσμοί για να αποδεχτούν τα δημοσιονομικά μέτρα θα πρέπει αυτά να έχουν  τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα διάρκεια. Δηλαδή θα πρέπει να μπορούν να εφαρμοστούν με τα ίδια δημοσιονομικά αποτελέσματα σε βάθος χρόνου. Γίνεται σαφές ότι η προσέγγιση της δημοσιονομικής που πρεσβεύουν οι θεσμοί, είναι αυτή που επιδιώκει τη αυτονόμησή της από το γενικότερο πλαίσιο της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής με το να θέτει σχεδόν , αυτόνομους και ανεξάρτητους στόχους . Ανεξαρτήτως του ύψους της απόδοσης των συγκεκριμένων προτεινόμενων μέτρων αυτά θα θεωρούνται οιονεί , «μη ικανά « αν δεν λάβουν διαχρονικό χαρακτήρα.  Είναι φανερό ότι όλα τα παραπάνω σημαίνουν ουσιαστικά άσκησης  οικονομικής πολιτικής μόνο με σταθερούς κανόνες . Προκαθορισμένους,  μη μεταβαλλόμενους κανόνες,  ανεξαρτήτως των διακυμάνσεων και της κατάστασης   που θα ευρίσκεται η οικονομική δραστηριότητα.
Το δεύτερο πρόβλημα συνίσταται στο τι  οι θεσμοί θεωρούν ως μεταρρυθμίσεις . Λοιπόν, είναι γνωστόν ότι οι θεσμοί θεωρού ως μεταρρυθμίσεις όλες αυτές που περιέχονται στο μνημονιακό πρόγραμμα  που αφορούν στην αγορά εργασίας, στο ασφαλιστικό και στις αποκρατικοποιήσεις με τη μορφή των ιδιωτικοποιήσεων. Μάλιστα πρόκειται για προσεγγίσεις που έχουν σαφή ιδεολογικά χαρακτηριστικά  που βρίσκονται στον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης αντίληψης. Είναι αδύνατον οι θεσμοί να κατανοήσουν άλλου είδους μεταρρυθμίσεις , λόγω απίστευτης ιδεοληψίας  που δυστυχώς εμπεριέχονται στον πυρήνα της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής.
Επομένως η προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης καθίσταται πολύ δύσκολη και χρειάζεται υπομονή και επιμονή. Παρόλα αυτά χρειάζεται με κάθε τρόπο , η ελληνική κυβέρνηση  να διατηρήσει τους βαθμούς ελευθερίας που έχει κερδίσει με την απόφαση της 20ης Φεβρουαρίου.