Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

Οι συντελούμενες κοινωνικές διεργασίες και το εύθραυστο πολιτικό σκηνικό.




Η οικονομική κρίση και οι σημαντικές κοινωνικές διεργασίες  που αυτή προκάλεσε, οδήγησαν στην ανατροπή του πολιτικού σκηνικού στα τελευταία πέντε έτη.
 Η  αβεβαιότητα,  υψηλή και με έντονη μεταβλητότητα, έχει εγκατασταθεί στο κέντρο του πολιτικού σκηνικού τροφοδοτούμενη από την κοινωνικοοικονομική κρίση δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο ο οποίος δεν πρόκειται να σπάσει αν δεν σταθεροποιηθούν  οι κοινωνικές διεργασίες . Ως σταθεροποίηση εννοώ  την μορφοποίηση  των κοινωνικών διεργασιών  σε ένα συνεκτικό σχήμα, εντός του οποίου η κοινωνία είναι σε θέση να αναγνωρίζει τον εαυτό της. Δηλαδή η κοινωνία να γνωρίζει τι θέλει , τι επιθυμεί.  
Ταυτόχρονα η κοινωνία αποτελεί ένα πολιτικό συλλογικό σώμα. Το πολιτικό είναι εκείνη η ιδιαίτερη κοινωνική σχέση που κάνει αντικείμενό του το κοινωνικό ως ένα όλον που πρέπει να αποκτά τάξη και συνοχή. Ότι  πρέπει όμως να υπάρχει συνοχή και τάξη, αυτό δεν εξαρτάται από την ελεύθερη απόφαση της εκάστοτε πολιτικής, αλλά ανήκει πρωταρχικά στη σύσταση του κοινωνικού.
 Έτσι καμία πολιτική δεν θα έχει υπόσταση και διάρκεια αν δεν ικανοποιεί (ως ένα βαθμό) τις κοινωνικοοντολογικά καθοριζόμενες απαιτήσεις του πολιτικού και αν δεν εγείρει και εκπληρώνει τις ίδιες της τις αξιώσεις εξουσίας στο όνομα αυτών των απαιτήσεων.
Όποιος δεν λαμβάνει υπόψη ότι κάθε πολιτική έχει τις ρίζες της στο κοινωνικοοντολογικά νοούμενο πολιτικό, τείνει να αντιλαμβάνεται την πολιτική ως ένα μέρος (υποσύστημα) της κοινωνίας μεταξύ άλλων και επιπλέον να την ταυτίζει με το κράτος ή την κυβέρνηση.
Η κοινωνία είναι μια ορισμένη αλληλεπίδραση ατόμων η οποία αποκτά μια τέτοια έκταση και πυκνότητα, που μέσα της το ζήτημα της συνοχής και της τάξης λαμβάνει τη μορφή του κατ’ εξοχήν πολιτικού ερωτήματος σχετικά με το κοινό καλό, ενώ το με αυτόν τον τρόπο οριοθετούμενο πεδίο εντάσεων του πολιτικού τίθεται σε κίνηση όταν πρόκειται να ορισθεί δεσμευτικά το κοινό καλό, δηλαδή το πολιτικό, με την επίκληση της ειδικής σκοπιάς του να τεθεί στην υπηρεσία μιας συγκεκριμένης πολιτικής (σε αντίθεση προς μια άλλη).
Η παραπάνω συνοπτική ανάλυση μπορεί να αποτελέσει  οδηγό ερμηνείας των εξελίξεων στην  Ελλάδα, την τελευταία πενταετία.  Συγκεκριμένα :
1.       Η έναρξη της οικονομικής κρίσης και η εφαρμογή του Μνημονίου βρήκαν την ελληνική κοινωνία εντελώς απροετοίμαστη στο να αντιληφθεί τι πραγματικά συνέβαινε. Η κεκτημένη ταχύτητα από τα ξέφρενα  χρόνια της «ευημερίας» τη  δεκαετία 2000-2009 απέτρεψε με αποφασιστικό τρόπο την κατανόηση όσων είχαν συμβεί αλλά και όσων επρόκειτο να συμβούν στη συνέχεια. Η ελληνική κοινωνία παρότι  παραδομένη στη δανειακή υπερκατανάλωση , αποπροσανατολισμένη από την πραγματικότητα , αδιάφορη για τους περιορισμούς που επιβάλλει το παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον ,  υποταγμένη  σε μια κατακερματισμένη ατομικότητα   ως αποτέλεσμα της  πανταχού παρούσας  μετανεωτερικότητας , είχε καταφέρει να ανακαλύψει αυτό που της έδινε τη δυνατότητα να κινείται με ένα υψηλό βαθμό συνοχής. Αυτό που δημιουργούσε τον υψηλό βαθμό συνοχής  ήταν  η πεποίθηση ότι ήταν δυνατή η  συνεχής  βελτιστοποίησης της οικονομικής θέσης κάθε ατόμου  με οποιονδήποτε  τρόπο (θεμιτό και αθέμιτο) και με βάση την  εντύπωση , που εντέχνως είχε δημιουργηθεί, ότι η ελληνική οικονομία ήταν ισχυρή και ανθούσα.   Είναι πασίγνωστη η ρήση του Κ. Σημίτη, περί «ισχυρής Ελλάδος». Δεν χρειάζεται να αναφέρουμε ότι η αυτού του είδους συνοχή διαλύθηκε «με την πρώτη σταγόνα της βροχής». Αποδείχτηκε περίτρανα ότι επρόκειτο για μια μεγάλη φενάκη, μια τεράστια ψευδαίσθηση η οποία «έσκασε» με πάταγο παρασύροντας μαζί της και τους βαθμούς συνοχής. Η κοινωνία έμεινε εντελώς «απροστάτευτη» παλεύοντας να βρει νέα σημεία αναφοράς από τα οποία «να πιαστεί» επιδιώκοντας να υφάνει ένα καινούργιο συνεκτικό αφήγημα. 

2.         Το νέο αφήγημα της κοινωνίας αρθρώθηκε  γύρω από το  δίπολο «μνημόνιο – αντιμνημόνιο». Με το πέρασμα του χρόνου και την «καταστροφική αποκάλυψη» των αποτελεσμάτων του Μνημονίου ο αντιμνημονιακός πόλος  κατανίκησε και εγκαταστάθηκε ως το νέο αφήγημα της κοινωνίας συσπειρώνοντας την μεγάλη πλειοψηφία της. Όμως στην ουσία πρόκειται για ένα αφήγημα το οποίο εδράζεται στη δημιουργία και ύπαρξη ενός «αρνητικού συνασπισμού». Η θεωρία του «αρνητικού συνασπισμού» στηρίζεται στην άποψη ότι η διαφοροποίηση έναντι των ξένων (στην προκειμένη περίπτωση των δανειστών) συγκροτεί αποφασιστικά την ταυτότητα των πολιτικών ομάδων και των μελών τους και διαμορφώνει το τελικό τους κριτήριο. Σε περιόδους κρίσης, όταν αμφισβητείται η ταυτότητα  των ομάδων αυτών και τα επιμέρους συμφέροντα των μελών τους υποβαθμίζουν την ικανότητά τους να δρουν από κοινού, η επίκληση του κριτηρίου αυτού μπορεί να είναι το μόνο μέσο για να αποτραπεί η διάλυσή τους. Από τα κίνητρα για τη σύμπηξη του αρνητικού συνασπισμού, ο φόβος προσφέρει τον ισχυρότερο δεσμό, διότι συνδέεται μ’ ένα άλλο τελικό κριτήριο, εκείνο της αυτοσυντήρησης. Όταν κορυφώνεται το στοιχείο της αυτοσυντήρησης και αυξάνονται οι απειλές για την επιβίωση και την ασφάλειά τους, τα άτομα και οι μικρές κοινωνικές ομάδες βρίσκουν στον κοινό φόβο  τους έναν δεσμό που τους επιτρέπει να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να ενωθούν για την επίτευξη στόχων που, σε διαφορετική περίπτωση, θα ήταν ανέφικτοι.  Τα καταστροφικά  αποτελέσματα   του Μνημονίου ως απτή πραγματικότητα και ο γενικότερος φόβος που δημιουργήθηκε για μια ολοκληρωτική καταστροφή αποτέλεσαν το έδαφος πάνω στο οποίο συνέκλιναν κοινωνικές δυνάμεις που ήταν αδύνατον να συγκλίνουν προηγουμένως και πολιτικές δυνάμεις από την άκρα δεξιά μέχρι την άκρα αριστερά. Η αντιμνημονιακή αντίληψη μέσα από χιλιάδες κινήσεις  μορφοποιήθηκε  σιγά – σιγά συντονίζοντας τον βηματισμό της  με τον αντίστοιχο βηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Γιατί συνέβη  αυτό αποτελεί ένα σπουδαίο θέμα για μελέτη και δεν μπορεί να γίνει στο πλαίσιο αυτού του άρθρου. Όπως συνήθως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις , το προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ περιείχε υπερβολές η πραγματοποίηση των οποίων ήταν σχεδόν απίθανο να συμβεί. Όμως αυτό είναι κάτι το σύνηθες στην ελληνική πολιτική σκηνή από της ιδρύσεως του ελληνικού κράτος. Παρόλα αυτά οι κοινωνικές διεργασίες «βρήκαν  διέξοδο» , στη μεγάλη τους πλειοψηφία , στο συγκεκριμένο πρόγραμμα αναμένοντας θετική εξέλιξη μετά την εκλογική νίκη του συγκεκριμένου κόμματος. Όμως  και αυτή είναι μια διέξοδος η οποία κινδυνεύει να διαλυθεί με την «πρώτη σταγόνα της βροχής» της επόμενες ημέρες. Κινδυνεύει να διαλυθεί το ενοποιητικό στοιχείο που προσέφερε ο φόβος σε αυτή την συγκυρία. Ο λόγος είναι προφανώς η αδήριτη πραγματικότητα και η έλλειψη προσεκτικής ανάλυσης της .

3.       Η διάλυση του ενοποιητικού στοιχείου του  φόβου, σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να πυροδοτήσει κινήσεις προς δύο κύριες κατευθύνσεις: την υποταγή και την διαδικασία «έντονων αντιδράσεων» μέχρι και μικροεξεγέρσεων με τη μορφή διαδηλώσεων συγκεκριμένου χαρακτήρα και στόχευσης , τόσο στο όνομα ιδεοληψιών όσο και στο όνομα απτών συμφερόντων. Φαινόμενα συνηθισμένα και γνωστά  από την ιστορία, πρόσφατη και μακρινή. Το κοινωνικό σώμα είναι εύκολο να διασπαστεί  και να κινηθεί συγχρόνως  προς τις δύο τις κατευθύνσεις δημιουργώντας καταστάσεις περαιτέρω αποσύνθεσης του κοινωνικού ιστού. Τούτο  προφανώς  έχει μεγάλες πιθανότητες να συμβεί δεδομένου ότι το συνδετικό υλικό δεν είναι ικανό να διατηρήσει το ενοποιητικό του χαρακτήρα κάτω από τη πίεση της πραγματικότητας και της μη πραγμάτωσης των προσδοκιών των πολυπληθών ομάδων πίεσης.  Η λύση σε αυτή την προοπτική είναι δύσκολη, περίπλοκη και πιθανά να μην υπάρχει  με τον  θετικό τρόπο που τον προσδιορίζει ο καθένας. Η πρώτη προσπάθεια συνίσταται στην σωστή απεικόνιση της πραγματικότητας , χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συνιστά και λύση.


4.       Δεν υπάρχει τίποτε πιο σημαντικό στη ζωή από το να ανακαλύψεις το ακριβές σημείο από το οποίο πρέπει να παρατηρούνται και να κρίνονται όλα τα πράγματα, και ύστερα να παραμείνεις σ’ αυτό το σημείο, υποστηρίζει χαρακτηριστικά ο von Clausewitz[1]ο βασικό λάθος που γίνεται συνήθως συνίσταται στη συνεχή σύγχυση σχετικά με το είναι και το δέον, μεταξύ περιγραφικών και κανονιστικών προτάσεων. Υπάρχουν μακροσκελείς αναλύσεις για το πως θα έπρεπε να είναι η πραγματικότητα, οι οποίες αδιαφορούν πλήρως για το πώς πράγματι είναι. Σε αναλύσεις τέτοιου είδους το υποκείμενο στερείται της ικανότητας απεικόνισης της πραγματικότητας ως τέτοιας, με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να παρουσιάζεται ως άλλη, γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί σε λανθασμένες πράξεις σε σχέση με το επιδιωκόμενο. «Πολλοί χτίσανε με το νου τους δημοκρατίες κι ηγεμονίες που ποτέ κανένας δεν τις είδε ούτε έμαθε πως υπάρχουνε στ’ αλήθεια. Γιατί τόσο μακριά βρίσκεται το πώς ζούμε απ’ το πώς θα ’πρεπε να ζούμε, ώστε όποιος δεν κοιτάει το τι γίνεται για να κυνηγήσει το τι θα ’πρεπε να γίνεται, αυτός πιότερο την καταστροφή παρά την προφύλαξή του βλέπει. Γιατί κάποιος που θέλει σ’ όλα τα ζητήματα να φανερώσει καλοσύνη, φυσικό είναι να καταστρέφεται μέσα σε τόσους που δεν είναι καλοί»[2] ανάγνωση της πραγματικότητας σημαίνει αναζήτηση του ειδοποιού στοιχείου της συγκεκριμένης ιστορικής εποχής και της ιδιόμορφης αιτιότητας που το διέπει. Αυτό μεταφράζεται ως συνεχής προσπάθεια αναζήτησης των κινήτρων με βάση τα οποία κινητοποιούνται τα ατομικά ή θεσμικά υποκείμενα (πάντοτε κοινωνικά), των μέσων που χρησιμοποιούν για την επίτευξη των στόχων τούς οποίους έχουν επιλέξει. Η ανάγνωση και η κατανόηση της πραγματικότητας αποτελούν ως εκ τούτου την αφετηρία εκδήλωσης όποιων ενεργειών αποβλέπουν στην αλλαγή και στην προσαρμογή της προς νέους στόχους. Πρόκειται για μια δύσκολη επιλογή - απείρως πιο δύσκολη από αντίστοιχες επιλογές δεοντολογικού χαρακτήρα οι οποίες εύκολα αναφέρονται στο πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος.

5.       Οι διαμορφωμένες ήδη ατομικές συνειδήσεις κυρίως με μοναδικό σχεδόν κριτήριο την αναφορά στον εαυτό τους, (με βάση την ακατάπαυστη ροή, μη ελεγχόμενων, ως  προς το κριτήριο αλήθειας, «πληροφοριών» των ΜΜΕ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης) είναι πολύ δύσκολο να υιοθετήσουν διαφορετικά κριτήρια πρόσληψης της πραγματικότητας. Απουσιάζει, για λόγους που εύκολα μπορούν να αναλυθούν και να γίνουν κατανοητοί [3], ο λαϊκός πόλος της υποκειμενικότητας, ο οποίος θα μπορούσε να αναλάβει το ρόλο της κοινωνικής ηγεμονικής δύναμης. Το ερώτημα είναι κατά πόσον είναι εύκολο να σχηματισθεί ο συγκεκριμένος πόλος στο προσεχές μέλλον. Υπάρχουν πολλές αμφιβολίες αν πράγματι μπορεί να σχηματισθεί ένας τέτοιος πόλος. Ο κατακερματισμός της κοινωνίας που έχει συντελεσθεί τα τελευταία σχεδόν είκοσι χρόνια, η πρόταξη μόνο των ίδιων συμφερόντων με βάση τα κελεύσματα του νεοφιλελευθερισμού, η απαξίωση των δημοσίων και κοινωνικών αγαθών και γενικότερα η αποσάρθρωση του δημοσίου χώρου δεν επιτρέπει πολλές θετικές προσδοκίες.  Ακόμα και η επίκληση για μια συνολική προσπάθεια στη βάση της ρήσης «το γαλάζιο διαταξικό που μας ενώνει»  φαίνεται ότι είναι πολύ αργά για να αποτελέσει το νέο συνεκτικό υλικό μιας αποπροσανατολισμένης κοινωνίας.




[1] Καρλ Φίλιππ Γκότλιμπ φον Κλαούζεβιτς, Περί του Πολέμου, Βάνιας 1999.
[2] N. Machiavelli, Ο Ηγεμόνας, στο: N. Machiavelli, Έργα, τόμ. Ι, μτφ. Τάκη Κονδύλη, Κάκτος , Αθήνα 1984, σελ. 266-267.
[3] Έχω προσπαθήσει να προσεγγίσω αυτά τα ζητήματα στο «Μικρά Μαθήματα για την Ελληνική Οικονομία»  Πατάκης 2013, ειδικά στο δεύτερο κεφάλαιο.