Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Η μόνιμη και διαχρονική ανάγκη αύξησης του εύρους της μεταποιητικής βάσης.


 
Διαχρονικά στην Ελλάδα γινόταν προσπάθειες να ακολουθηθούν τα αναπτυξιακά πρότυπα των αναπτυγμένων χωρών αλλά πάντοτε με μεγάλη χρονική υστέρηση και χωρίς  τις απαιτούμενες βασικές προϋποθέσεις για την επιτυχία του επιδιωκόμενου σκοπού. Το  γεγονός αυτό  οδηγούσε είτε σε αποτυχίες,  είτε στην εμφάνιση υβριδιακών  μορφωμάτων που γρήγορα απαξιώνονταν. Το αποτέλεσμα ήταν η ανάπτυξη να βασιστεί κυρίως σε συγκυριακές επιλογές και σε ad hoc αποφάσεις.
 Είναι γνωστόν σε όλους οι επιπτώσεις που είχε στην αναπτυξιακή προοπτική των χωρών η εξάρτησή τους από λίγες πηγές εισοδημάτων, αντί μιας ευρείας γκάμας μεταποιημένων προϊόντων που κατευθύνονται σε διαφορετικές αγορές. Η αυξημένη μεταβλητότητα των εσόδων από λίγους κλάδους εξαγωγής λόγω «καθήλωσης» της  εξειδίκευσης των συγκεκριμένων  οικονομιών μόνο σε αυτούς τους κλάδους, σε αντίθεση με τη συγκριτική σταθερότητα των εσόδων χωρών που έχουν έσοδα από ένα διαφοροποιημένο καλάθι προϊόντων και εξαγωγών, καταγράφεται  ως σημαντική και αρνητική επίπτωση για αυτές τις οικονομίες.
Το σημείο αυτό πρέπει να το προσέξουν όσοι υποστηρίζουν ένα οικονομικό υπόδειγμα  το οποίο καθιστά  τον ελληνικό τουρισμό βαριά  βιομηχανία της χώρας  περιορίζοντας την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στο «κτίσιμο ξενοδοχείων και εστιατορίων».
Καμία  χώρα δεν μπορεί να ανέλθει στην αλυσίδα αξίας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας  χωρίς να χρειαστεί να δημιουργήσει μια ευρεία μεταποιητική βάση. Προσοχή ομιλώ για μεταποιητική βάση η οποία,  δεν περιλαμβάνει μόνο την παραγωγή βιομηχανικών τελικών προϊόντων.
Η αλήθεια των εμπειρικών στοιχείων είναι καταλυτική:   τα προϊόντα μεταποίησης διαμορφώνουν τον κύριο όγκο του παγκόσμιου εμπορίου κατά 70% , ενώ ο κλάδος αποτελεί μόνο το 16% του παγκοσμίου ΑΕ Π. Αλλά ακόμα και τα προϊόντα που δεν είναι αποτέλεσμα μεταποίησης, όπως οι πρώτες ύλες ή τα αγροτικά προϊόντα, απαιτούν συχνά ως  εισροή προϊόντα μεταποίησης. Η παραγωγή προϊόντων (πραγμάτων) εξακολουθεί να αποτελεί  αναπόσπαστη προϋπόθεση για την ανάπτυξη ενός υγιούς παραγωγικού συστήματος. Αλλά ακόμα και τα προϊόντα που δεν είναι αποτέλεσμα μεταποίησης, όπως οι πρώτες ύλες ή τα αγροτικά προϊόντα, απαιτούν συχνά σαν εισροή προϊόντα μεταποίησης. Συνεπώς, η γενίκευση της προαναφερόμενης ανάλυσης, στην ανάγκη ύπαρξης μιας επαρκώς διαφοροποιημένης και υγιούς μεταποιητικής βάσης είναι εύλογη και ορθή.
Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμισθεί ότι η προσδοκώμενη υποκατάσταση της ακριβής εγχώριας παραγωγής από φτηνές εισαγωγές και το προσδοκώμενο όφελος για τους Έλληνες καταναλωτές έχει  αποδειχθεί μάλλον μικρής σημασίας, καθώς η μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, απόρροια της επακόλουθης διακοπής παραγωγικής δραστηριότητας, απόλυσης προσωπικού και μείωσης αποδοχών ειδικά στον τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών (δηλαδή, κυρίως τη μεταποίηση), θα υπέρ αντισταθμίσει την οποιαδήποτε μείωση τιμών. Δεν χρειάζεται να σημειώσω ότι ακριβώς αυτή την στρατηγική έχουν ακολουθήσει μέχρι σήμερα οι κυβερνήσεις που υπηρετούν το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής.