Σάββατο, 31 Ιανουαρίου 2015

Η αναδιάρθρωση της παραγωγής και η συζήτηση που δεν άρχισε ποτέ.



Για να αρχίσει επιτέλους  η συζήτηση θα αναφερθώ , κατ’ αρχάς, σε τέσσερα σημεία.
Σημείο πρώτον.  Το πολιτικοοικονομικό πλαίσιο της αναδιάρθρωσης.
Η έξοδος από την κρίση της ελληνικής οικονομίας  (πρωτίστως μέσω της αναδιάρθρωσης της παραγωγής ) αποτελεί μια διαδικασία συγκρούσεων, αντιφάσεων, μετασχηματισμών, εξισορροπητικών προσεγγίσεων, προσπαθειών αναδιοργάνωσης βασικών ρυθμιστικών σχέσεων  που θα αποκαταστήσουν μια συνοχή στη λειτουργία της οικονομίας και θα εξασφαλίσουν τη βάση για μια νέα δυναμική.
Στη φάση της κρίσης που περνάει η οικονομία η έννοια και το επίπεδο των συγκρούσεων που εκδηλώνονται παίρνουν διπλό περιεχόμενο:
Πρώτον, θα έχουμε την προσπάθεια των κοινωνικών ομάδων να διατηρήσουν ισορροπίες και σχέσεις που έχουν ήδη διασφαλίσει ή να επιστρέψουν σε θέσεις που είχαν διασφαλίσει στο παρελθόν.
Δεύτερον, να διαμορφώσουν μορφές κοινωνικών σχημάτων που η κάθε μια  θεωρεί ότι θα μπορούσε να εξασφαλίσει την ανάκαμψη της συσσώρευσης.  Τόσο η ολοκλήρωση όσο και το αποτέλεσμα της διαδικασίας αυτής, καθώς και τα ειδικά χαρακτηριστικά της δυναμικής της, θα αποτελέσουν το προϊόν διεργασιών μεταξύ παραγόντων οικονομικών, κοινωνικών, τεχνολογικών και είναι στη φάση αυτή απροσδιόριστα (;).
Υπάρχει ένα κρίσιμο ερώτημα: ποια θα είναι η μορφή οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης και τα χαρακτηριστικά των ρυθμιστικών λειτουργιών του συστήματος πάνω στα οποία θα στηριχτεί η συσσώρευση κεφαλαίου στην περίοδο μετά την κρίση ή σωστότερα  για το ξεπέρασμα της κρίσης ;
Η αναδιάρθρωση της παραγωγής  σηματοδοτεί επομένως μια νέα(;) συσσώρευση κεφαλαίου ή έναν τρόπο βελτιστοποίησης της ήδη υπάρχουσας;  
Η απάντηση στο κρίσιμο αυτό ερώτημα δεν είναι ούτε ντεντερμινιστικά  προκαθορισμένη, αλλά ούτε υπάρχει και ελεύθερη επιλογή.  
Είναι αναμφισβήτητο ότι οι υπάρχουσες δομές , τα στοιχεία του παρελθόντος, δηλαδή η μέχρι σήμερα εξέλιξη της πραγματικότητας  προσδιορίζουν τις δυνατές εναλλακτικές επιλογές σε μεγάλο βαθμό. Δεν τις κλείνουν όμως οριστικά προς το μέλλον. Το μέλλον έχει όριο (με τη μαθηματική έννοια του όρου) αλλά δεν είναι κλειστό (επίσης με την μαθηματική έννοια του όρου).
Σε εθνικό επίπεδο η στρατηγική του κεφαλαίου οι διεκδικήσεως του κόσμου της εργασίας , οι κοινωνικές διεκδικήσεις , η κρατική πολιτική και σε διεθνές επίπεδο ο τρόπος που έχει διαμορφωθεί ο καταμερισμός εργασίας έχουν καθοριστική σημασία. Γνωρίζουμε ήδη πως έχει διαμορφωθεί ο παγκόσμιος καταμερισμός εργασίας. Θεωρητικά διέπεται ολοκληρωτικά  από το νεοφιλελεύθερο δόγμα, ενώ πρακτικά υπάρχει μια σαφής μετατόπιση της παραγωγής προς τις αναδυόμενες οικονομίες (πρωτίστως της Ανατολής αλλά και άλλων περιφερειακών χωρών). Παράλληλα η αρχιτεκτονική του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος έχει δημιουργήσει και επιβάλλει μεγάλο βαθμό περιορισμών στη λειτουργία των τοπικών- εθνικών οικονομιών γεγονός που μειώνει σημαντικά τους βαθμούς ελευθερίας στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής δυσκολεύοντας  αφάνταστα τη διαδικασία μεγέθυνσής τους. Επίσης βασίζεται σε παράγοντες όπως τα επιχειρηματικά κέρδη και η αποδοτικότητα του κεφαλαίου.

Σημείο δεύτερον: η εμμενής  ανάγκη  αύξησης του εύρους της μεταποιητικής  βάσης.   
Η απουσία συγκροτημένου σχεδίου για την αναδιάρθρωση της παραγωγικής βάσης της ελληνικής οικονομίας  επιτρέπει , στις πολιτικές δυνάμεις της χώρας και σε τακτά χρονικά διαστήματα, να επικαλούνται ως αναπτυξιακούς μοχλούς είτε ότι επικρατεί στο διεθνές περιβάλλον (πχ  σήμερα οι νεοφυείς επιχειρήσεις ) είτε ότι συγκυριακά παρουσιάζει μια σχετική δυναμική (πχ  ο τομέας του τουρισμού).  Διατυπώνοντας σωστότερα την προηγούμενη άποψη θα έλεγα ότι : διαχρονικά στην Ελλάδα γινόταν προσπάθειες να ακολουθηθούν τα αναπτυξιακά πρότυπα των αναπτυγμένων χωρών αλλά πάντοτε με μεγάλη χρονική υστέρηση και χωρίς  τις απαιτούμενες βασικές προϋποθέσεις για την επιτυχία του επιδιωκόμενου σκοπού. Το  γεγονός αυτό  οδηγούσε είτε σε αποτυχίες είτε στην εμφάνιση υβριδιακών  μορφωμάτων που γρήγορα απαξιώνονταν. Το αποτέλεσμα ήταν η ανάπτυξη να βασιστεί κυρίως σε συγκυριακές καταστάσεις που παρουσίαζαν σχετική δυναμική.
 Είναι γνωστόν σε όσους ασχολούνται με τη θεωρία της οικονομικής ανάπτυξης οι επιπτώσεις που είχε στην αναπτυξιακή προοπτική των χωρών η εξάρτησή τους από λίγες πηγές εισοδημάτων, αντί μιας ευρείας γκάμας μεταποιημένων προϊόντων που κατευθύνονται σε διαφορετικές αγορές. Η αυξημένη μεταβλητότητα των εσόδων από λίγους κλάδους εξαγωγής λόγω «καθήλωσης» της  εξειδίκευσης των συγκεκριμένων  οικονομιών μόνο σε αυτούς τους κλάδους, σε αντίθεση με τη συγκριτική σταθερότητα των εσόδων χωρών που έχουν έσοδα από ένα διαφοροποιημένο καλάθι προϊόντων και εξαγωγών, καταγράφεται  ως σημαντική και αρνητική επίπτωση για αυτές τις οικονομίες.
Το σημείο αυτό πρέπει να το προσέξουν όσοι υποστηρίζουν ένα οικονομικό υπόδειγμα  το οποίο καθιστά  τον ελληνικό τουρισμό βαριά  βιομηχανία της χώρας  περιορίζοντας την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στο «κτίσιμο ξενοδοχείων και εστιατορίων».
Είναι αδύνατον μια χώρα να μπορεί να ελπίζει ότι θα ανέλθει στην αλυσίδα αξίας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας  χωρίς να χρειαστεί να δημιουργήσει για παράδειγμα την
προαναφερόμενη μεταποιητική βάση. Προσοχή ομιλώ για μεταποιητική βάση η οποία, όπως είναι κατανοητό , δεν περιλαμβάνει μόνο την παραγωγή βιομηχανικών τελικών προϊόντων.
Η αλήθεια των πραγματολογικών στοιχείων είναι καταλυτική:   τα προϊόντα μεταποίησης διαμορφώνουν τον κύριο όγκο του παγκόσμιου εμπορίου κατά 70% , ενώ ο κλάδος αποτελεί μόνο το 16% του παγκοσμίου ΑΕ Π. Αλλά ακόμα και τα προϊόντα που δεν είναι αποτέλεσμα μεταποίησης, όπως οι πρώτες ύλες ή τα αγροτικά προϊόντα, απαιτούν συχνά σαν εισροή προϊόντα μεταποίησης. Συνεπώς, η γενίκευση της προαναφερόμενης ανάλυσης,  στην ανάγκη ύπαρξης μιας επαρκώς διαφοροποιημένης και υγιούς μεταποιητικής βάσης είναι εύλογη και ορθή. Η παραγωγή προϊόντων (η δημιουργία πραγμάτων)  παραμένει αναπόσπαστη προϋπόθεση για την ανάπτυξη ενός υγιούς παραγωγικού οικοσυστήματος. Αλλά ακόμα και τα προϊόντα που δεν είναι αποτέλεσμα μεταποίησης, όπως οι πρώτες ύλες ή τα αγροτικά προϊόντα, απαιτούν συχνά σαν εισροή προϊόντα μεταποίησης. Συνεπώς, η γενίκευση της προαναφερόμενης ανάλυσης, στην ανάγκη ύπαρξης μιας επαρκώς διαφοροποιημένης και υγιούς μεταποιητικής βάσης είναι εύλογη και ορθή. Επίσης σε συγκεκριμένες μελέτες  καταγράφεται, ότι αυξάνεται διαχρονικά τόσο ο βαθμός στον οποίο ο κλάδος της μεταποίησης «που φτιάχνει πράγματα» εξαρτάται από υπηρεσίες, σαν εισροή, όσο και ο βαθμός στον οποίο ο κλάδος συνεισφέρει, σαν εκροή, στις υπηρεσίες. Η εξέλιξη αυτής της σχέσης, ειδικά σε ό,τι αφορά την ενσωματωμένη γνώση, σημαίνει επίσης ότι, η διάκριση υπηρεσιών/μεταποίησης με την κλασική έννοια αρχίζει σε πολλές περιπτώσεις να χάνει τη συνάφειά της με την πραγματικότητα. Παραμένει όμως ότι, ακόμα και αν αυτή η διάκριση ξεθωριάζει, η παραγωγή προϊόντων παραμένει αναπόσπαστη προϋπόθεση για την ανάπτυξη ενός υγιούς παραγωγικού οικοσυστήματος.
Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμισθεί ότι η προσδοκώμενη υποκατάσταση της ακριβής εγχώριας παραγωγής από φτηνές εισαγωγές και το προσδοκώμενο όφελος για τους Έλληνες καταναλωτές θα αποδειχθεί μάλλον μικρής σημασίας, καθώς η μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, απόρροια της επακόλουθης διακοπής παραγωγικής δραστηριότητας, απόλυσης προσωπικού και μείωσης αποδοχών ειδικά στον τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών (δηλαδή, κυρίως τη μεταποίηση), θα υπεραντισταθμίσει την οποιαδήποτε μείωση τιμών. Δεν χρειάζεται να σημειώσω ότι ακριβώς αυτή την στρατηγική έχουν ακολουθήσει μέχρι σήμερα οι κυβερνήσεις που υπηρετούν το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής.


Σημείο τρίτο : η ελληνική μεταποίηση και τα βασικά της προβλήματα.

Η ελληνική μεταποίηση βρίσκεται σε δύσκολη θέση πρωταρχικά για τον εξής λόγο: η χρησιμοποιούμενη τεχνολογία ανήκει σε αυτό που θα ονομάζαμε μέση τεχνολογία. Αυτό στις σημερινές συνθήκες σημαίνει ότι , απέχει πολύ από τις προηγμένες τεχνολογίες που χρησιμοποιούν οι αναπτυγμένες χώρες της Δύσης (αλλά και ορισμένες αναδυόμενες οικονομίες  σε επιλεγμένους  τομείς) ενώ παράλληλα δέχεται σοβαρές πιέσεις από τις αναδυόμενες οικονομίες  που πλέον έχουν ενσωματώσει σε σημαντικό βαθμό τεχνολογίες μέσου επιπέδου ενώ λόγω των σαφούς χαμηλότερου εργασιακού κόστους αποκτούν σημαντικά πλεονεκτήματα. Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία της Γραφικής παράστασης 1.

 
Γραφική παράσταση 1.

Διάρθρωση των εξαγωγικών αγαθών ανάλογα με το τεχνολογικό περιεχόμενο




Στη συνέχεια η θέση της ελληνικής μεταποίησης δέχεται πιέσεις από το θεσμικό περιβάλλον του ευρωπαϊκού πλαισίου.  Οι περιορισμοί που επιβάλλει το ευρωπαϊκό πλαίσιο φαίνεται ότι δεν έχουν συνειδητοποιηθεί πρωταρχικά από τις κυβερνήσεις της χώρας.   Ο κίνδυνος που διατρέχει η χώρα από την εδραίωση ανταγωνιστικών συνθηκών στις αγορές την ίδια στιγμή που το επιχειρηματικό περιβάλλον παραμένει εχθρικό, είτε λόγω ρυθμιστικών αστοχιών του κράτους είτε λόγω υψηλού ρίσκου χώρας και κόστους χρηματοδότησης, συνοψίζεται ως έξης: Η χώρα θα χάσει την παραγωγική βάση που της απομένει, καθώς τα εμπορεύσιμα προϊόντα πλέον θα εισάγονται, υποκαθιστώντας τα μη ανταγωνιστικά εγχώρια παραγόμενα προϊόντα. Όμως η παραγωγική αυτή, κυρίως μεταποιητική, βάση είναι και ο πυρήνας της μηχανής που μπορεί διαχρονικά να εξασφαλίσει την προσέγγιση του επιπέδου διαβίωσης των ανεπτυγμένων χωρών, καθώς και την ποιοτική απασχόληση. Δηλαδή, ζούμε μια κατάσταση στην οποία  οι ελληνικές παραγωγικές επιχειρήσεις έχουν εκτεθεί  στην πίεση του ευρωπαϊκού ανταγωνισμού, χωρίς να μπορούν να ανταποκριθούν  στοιχειωδώς ακόμη και σε όσα  κίνητρα που αυτός δίνει για βελτίωση των προϊόντων και παραγωγικών υπηρεσιών.

Τώρα τα βασικά χαρακτηριστικά της κεφαλαιακής συσσώρευσης την περίοδο 1993-2010 είναι τα ακόλουθα.

-          Η επενδυτική δραστηριότητα σημείωσε ικανοποιητική εξέλιξη : 1995: 22 δις ευρώ, 2007: 59,6 δις ευρώ . Κατέρρευσε στη συνέχεια 2013: 20,4 δις ευρώ.
-          Ο προσανατολισμός των επενδύσεων δεν οδήγησε σε αποφασιστική αναδιάρθρωση του παραγωγικού δυναμικού της οικονομίας. Σημαντικό τμήμα των πόρων κεφαλαίου κατευθύνθηκαν και δεσμεύτηκαν στον τομέα της κατοικίας (2007: 27 δις ευρώ ).
-          Σημαντικό τμήμα του παραγωγικού δυναμικού της μεταποίησης  βρίσκεται σε στενή εξάρτηση από την οικοδομική δραστηριότητα (χαλυβουργία, επιπλοποιία, μη μεταλλικά ορυκτά, ηλεκτρικά είδη, μεταλλικά προϊόντα κτλ). Ο συμπληρωματικός χαρακτήρας αυτής της διαδικασίας εμποδίζει σημαντικά μια πολιτική αυτονόμησης των βιομηχανικών δραστηριοτήτων από την οικοδομή.
-          Οι βιομηχανικές επενδύσεις στηρίχτηκαν σε μεγάλο βαθμό στο ξένο κεφάλαιο και στη ξένη τεχνολογία.
-          Η κρατική συμμετοχή περιορίστηκε στη δημιουργία υποδομών.
-          Εμβάθυνε ο ευρωπαϊκός καταμερισμός εργασίας , σύμφωνα με τον οποίο οι βιομηχανικές ευρωπαϊκές χώρες ενισχύουν μέσω των δραστηριοτήτων των πολυεθνικών τους τη θέση τους ως κέντρων προσφοράς κεφαλαιουχικών αγαθών , ενδιάμεσων προϊόντων υψηλής τεχνολογίας, know-how, και λοιπών στοιχείων τεχνολογίας αιχμής.
-          Παράλληλα η δραστηριότητα των πολυεθνικών στην χώρα ήτα στραμμένη στο εσωτερικό.
-          Η ενσωμάτωση των  δραστηριοτήτων  των πολυεθνικών επιχειρήσεων στο εγχώριο παραγωγικό δυναμικό ήταν και είναι περιορισμένη.


Σημείο  τέταρτο:  οι προοπτικές ανάπτυξης των ελληνικών επιχειρήσεων (ανά κλάδο). 


Με βάση τη σημερινή χρηματοοικονομική κατάσταση και την προοπτική ανάπτυξης των ελληνικών επιχειρήσεων συνάγονται τα εξής αποτελέσματα.
-          Οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται :  Χημικά, Ανακύκλωση και Διαχείριση Απορριμμάτων, Μεταλλικού Νερού/Αναψυκτικών, Λιανικού Εμπορίου, Φυσικού Αερίου, Καπνού, Υπηρεσίες Μεταφορών, Πλαστικών και Ελαστικών, Αεροπορικών Εταιρειών, Ειδών Προσωπικής Φροντίδας, παρουσιάζουν υγιή χρηματοοικονομική διάρθρωση και προοπτικές ανάπτυξης.
-          Οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται :   Τουρισμό, Αγροτικά Προϊόντα, Παραγωγή Ειδών από Δέρμα και Γούνα, Ξενοδοχεία, Εμπόριο Φρούτων και Λαχανικών, Λιπάσματα, Ζωοτροφές, Γαλακτοκομικά Προϊόντα, Μίσθωση Οχημάτων, Ελαιολάδου, Υλικών συσκευασίας, Πουλερικών, Αγροτικών Εφοδίων, Αρτοποιίας και Ζαχαροπλαστικής , Χονδρικού Εμπορίου, Σούπερ Μάρκετ, παρουσιάζουν υψηλή μόχλευση αλλά έχουν προοπτικές ανάπτυξης.
-          Όλοι οι υπόλοιποι κλάδοι παρουσιάζουν και άσχημη χρηματοοικονομική κατάσταση και περιορισμένες προοπτικές ανάπτυξης.
Σημείο πέμπτο : τι σημαίνει αναδιάρθρωση της παραγωγής στη σημερινή Ελλάδα;
-          Σημαίνει κατ’ αρχάς διεύρυνση της παραγωγικής βάσης πάση θυσία . Οι υπάρχοντες περιορισμοί είναι πολλοί και πρέπει να ληφθούν υπόψη. Το πώς θα επιτευχθεί είναι το ζητούμενο.

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2015

Η μόνιμη και διαχρονική ανάγκη αύξησης του εύρους της μεταποιητικής βάσης.


 
Διαχρονικά στην Ελλάδα γινόταν προσπάθειες να ακολουθηθούν τα αναπτυξιακά πρότυπα των αναπτυγμένων χωρών αλλά πάντοτε με μεγάλη χρονική υστέρηση και χωρίς  τις απαιτούμενες βασικές προϋποθέσεις για την επιτυχία του επιδιωκόμενου σκοπού. Το  γεγονός αυτό  οδηγούσε είτε σε αποτυχίες,  είτε στην εμφάνιση υβριδιακών  μορφωμάτων που γρήγορα απαξιώνονταν. Το αποτέλεσμα ήταν η ανάπτυξη να βασιστεί κυρίως σε συγκυριακές επιλογές και σε ad hoc αποφάσεις.
 Είναι γνωστόν σε όλους οι επιπτώσεις που είχε στην αναπτυξιακή προοπτική των χωρών η εξάρτησή τους από λίγες πηγές εισοδημάτων, αντί μιας ευρείας γκάμας μεταποιημένων προϊόντων που κατευθύνονται σε διαφορετικές αγορές. Η αυξημένη μεταβλητότητα των εσόδων από λίγους κλάδους εξαγωγής λόγω «καθήλωσης» της  εξειδίκευσης των συγκεκριμένων  οικονομιών μόνο σε αυτούς τους κλάδους, σε αντίθεση με τη συγκριτική σταθερότητα των εσόδων χωρών που έχουν έσοδα από ένα διαφοροποιημένο καλάθι προϊόντων και εξαγωγών, καταγράφεται  ως σημαντική και αρνητική επίπτωση για αυτές τις οικονομίες.
Το σημείο αυτό πρέπει να το προσέξουν όσοι υποστηρίζουν ένα οικονομικό υπόδειγμα  το οποίο καθιστά  τον ελληνικό τουρισμό βαριά  βιομηχανία της χώρας  περιορίζοντας την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στο «κτίσιμο ξενοδοχείων και εστιατορίων».
Καμία  χώρα δεν μπορεί να ανέλθει στην αλυσίδα αξίας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας  χωρίς να χρειαστεί να δημιουργήσει μια ευρεία μεταποιητική βάση. Προσοχή ομιλώ για μεταποιητική βάση η οποία,  δεν περιλαμβάνει μόνο την παραγωγή βιομηχανικών τελικών προϊόντων.
Η αλήθεια των εμπειρικών στοιχείων είναι καταλυτική:   τα προϊόντα μεταποίησης διαμορφώνουν τον κύριο όγκο του παγκόσμιου εμπορίου κατά 70% , ενώ ο κλάδος αποτελεί μόνο το 16% του παγκοσμίου ΑΕ Π. Αλλά ακόμα και τα προϊόντα που δεν είναι αποτέλεσμα μεταποίησης, όπως οι πρώτες ύλες ή τα αγροτικά προϊόντα, απαιτούν συχνά ως  εισροή προϊόντα μεταποίησης. Η παραγωγή προϊόντων (πραγμάτων) εξακολουθεί να αποτελεί  αναπόσπαστη προϋπόθεση για την ανάπτυξη ενός υγιούς παραγωγικού συστήματος. Αλλά ακόμα και τα προϊόντα που δεν είναι αποτέλεσμα μεταποίησης, όπως οι πρώτες ύλες ή τα αγροτικά προϊόντα, απαιτούν συχνά σαν εισροή προϊόντα μεταποίησης. Συνεπώς, η γενίκευση της προαναφερόμενης ανάλυσης, στην ανάγκη ύπαρξης μιας επαρκώς διαφοροποιημένης και υγιούς μεταποιητικής βάσης είναι εύλογη και ορθή.
Θα πρέπει στο σημείο αυτό να υπογραμμισθεί ότι η προσδοκώμενη υποκατάσταση της ακριβής εγχώριας παραγωγής από φτηνές εισαγωγές και το προσδοκώμενο όφελος για τους Έλληνες καταναλωτές έχει  αποδειχθεί μάλλον μικρής σημασίας, καθώς η μείωση της αγοραστικής τους δύναμης, απόρροια της επακόλουθης διακοπής παραγωγικής δραστηριότητας, απόλυσης προσωπικού και μείωσης αποδοχών ειδικά στον τομέα των εμπορεύσιμων αγαθών (δηλαδή, κυρίως τη μεταποίηση), θα υπέρ αντισταθμίσει την οποιαδήποτε μείωση τιμών. Δεν χρειάζεται να σημειώσω ότι ακριβώς αυτή την στρατηγική έχουν ακολουθήσει μέχρι σήμερα οι κυβερνήσεις που υπηρετούν το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής.

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2015

Η ΕΚΤ προχώρησε στην ποσοτική χαλάρωση.




Επιτέλους η ΕΚΤ , υπό την προεδρία του Μάριο Ντράγκι, πραγματοποίησε ένα σημαντικό βήμα  θέτοντας  τη νομισματική πολιτική  στη σωστή κατεύθυνση. Η απόφαση για  αγορά κρατικού και ιδιωτικού (εταιρικού)  χρέους ύψους 60 δις ευρώ  μηνιαίως   από τον Μάρτιο 2015  τουλάχιστον μέχρι το Σεπτέμβριο του 2016 ( το πρόγραμμα μπορεί να συνεχισθεί έως ότου επιτευχθεί ο στόχος ανόδου του πληθωρισμού στο 2,0%) αποτελεί αναμφισβήτητα μια αναγκαία κίνηση για την περιοχή της ευρωζώνης η οποία πλήττεται από τον αντιπληθωρισμό, την στασιμότητα και την υψηλή ανεργία.  Η επεκτατική νομισματική πολιτική της ΕΚΤ, βρίσκεται εμφανώς στον αντίποδα της οικονομικής πολιτικής της λιτότητας που έχει επιβάλλει η Γερμανία της Μέρκελ στην ευρωζώνη με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα σε όλες τις χώρες αλλά πρωταρχικά στις λεγόμενες χώρες του Νότου.  Παρά την αργοπορία της ΕΚΤ στη λήψη αυτών των μέτρων , μπορούμε να πούμε ότι αρχίζει σιγά- σιγά  να διαμορφώνεται  μια νέα κατάσταση στην Ευρωζώνη  η  οποία πιθανόν να την απαλλάξει από τις ακραίες πολιτικές  της μόνιμης και επαχθούς δημοσιονομικής πολιτικής
Πέρα όμως από τη θετική πλευρά των πραγμάτων υπάρχουν και ορισμένες τεχνικής φύσεως αποφάσεις για την εφαρμογή του προγράμματος ,που δείχνουν μια προσπάθεια συμβιβασμού με τα γεράκια της  Γερμανίας και των συμμάχων της, και λειτουργούν ,στο πραγματικό αλλά και  στο συμβολικό επίπεδο  , ως εμπόδια στην αποτελεσματικότητα των ανακοινωθέντων μέτρων .
Το πρώτο είναι ότι η αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής έχει όρια σε μια οικονομική περιοχή που πλήττεται από τον σχεδόν μηδενικό πληθωρισμό και το τραπεζικό σύστημα της οποίας βρίσκεται σε απομόχλευση και αδυνατεί να παράσχει την παρεχόμενη ρευστότητα στην πραγματική οικονομία.  Συνεπώς , σε μια τέτοια περίπτωση είναι απαραίτητη η ολοκλήρωση της νομισματικής πολιτικής με μέτρα δημοσιονομικού χαρακτήρα.
Δεύτερον , λόγω της φύσης των ευρωπαϊκών οικονομιών  ίσως το μέγεθος της πιστωτικής χαλάρωσης να μην είναι αρκετό.
Τρίτον, η Γερμανία κατάφερε να μην προχωρήσει για μια άλλη φορά η γενική αμοιβαιοποίηση των χρεών. Από τη στιγμή που το 80,0% των αγορών θα πραγματοποιηθεί από τις Εθνικές ΚΤ (μόνο το υπόλοιπο 20% θα παρακρατήσει η ΕΚΤ) εξακολουθεί  ο κατακερματισμός των αγορών κεφαλαίων στην ευρωζώνη.
Τώρα , σχετικά με την Ελλάδα, όπως αναμενόταν η στάση της ΕΚΤ είναι απολύτως θεσμική , παρά τις διαφορετικές  προσμονές ορισμένων … ελλήνων.  Η ΕΚΤ είπε  το αυτονόητο:  ότι η χώρα πρέπει να είναι σε πρόγραμμα. Το πρόγραμμα λοιπόν  προκύπτει μετά από συμφωνία. Απομένει λοιπόν η διαπραγμάτευση και η συμφωνία ενός τέτοιου προγράμματος.  
           

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Μπορεί να έχει την ίδια αποτελεσματικότητα η πολιτική της ποσοτικής χαλάρωσης στην ευρωζώνη όπως στις ΗΠΑ;



 Η ποσοτική χαλάρωση στις ΗΠΑ.
Οι ΗΠΑ ήταν η πρώτη χώρα που άσκησε νομισματική πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης σε συνάρτηση με τα ειδικά χρηματοπιστωτικά χαρακτηριστικά της χώρας. Στην αρχή η  Fed προμήθευσε ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα και αγόρασε κυβερνητικά ομόλογα έτσι ώστε να μειώσει τις αποδόσεις και να αυξήσει τη ρευστότητα στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Επίσης μείωσε τα επιτόκια της κοντά στο μηδέν. Αργότερα άρχισε να αγοράζει χρέος συνδεδεμένο με τα στεγαστικά δάνεια που είχαν εκδώσει οι δύο μεγάλοι κρατικοί οργανισμοί Fannie Mae και Freddie Mac.Η πράξη αυτή μείωση το επιτόκιο των στεγαστικών δανείων και αύξησε την πιστωτική επέκταση ώστε να αυξηθούν οι χορηγήσεις προς τα στεγαστικά δάνεια. Η ποσοτική χαλάρωση μείωσε , παράλληλα, την αξία του δολαρίου, πιέζοντας τις άλλες κεντρικές τράπεζες να ασκήσουν διευκολυντική νομισματική πολιτική ώστε να αποφευχθούν δραστικές ανατιμήσεις των νομισμάτων τους έναντι του δολαρίου.   
Ένας σημαντικό τμήμα του μηχανισμού της νομισματικής μετάδοσης στις ΗΠΑ λειτουργεί μέσω των στεγαστικών δανείων , την αγορά κατοικίας και τον τομέα των νοικοκυριών. Η κατάρρευση των επενδύσεων σε ακίνητα μόνο, συμμετείχε στη μείωση του ΑΕΠ κατά 4,0%. Η πτώση στις τιμές των σπιτιών προκάλεσε άμεσο αρνητικό αποτέλεσμα στην καταναλωτική δαπάνη μέσω της μείωσης του ύψους των ενεχύρων για νέο τραπεζικό δανεισμό. Επίσης η αύξηση των πτωχεύσεων και η αθέτηση εξυπηρέτησης των υποχρεώσεων δραστικά μείωσε την αξία των περιουσιακών στοιχείων του τραπεζικού συστήματος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, και λόγω της αύξησης των πιστοληπτικών κριτηρίων των δανειοληπτών, δραστική μείωση των χορηγήσεων ειδικά στην αγορά ακινήτων. Το γεγονός αυτό επιβάρυνε σημαντικά την καταναλωτική δαπάνη. Συνεπώς η αντιστροφή αυτής της τάσης και της επανόρθωσης του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής, αποτέλεσε κεντρικό στόχο της Fed. Η αγορά κατοικίας άρχισε να ανακάμπτει το 2012, η απομόχλευση τελείωσε, και η κατασκευαστική δραστηριότητα βαθμιαία άρχισε να αυξάνεται.    
Υπάρχουν μελέτες που επιχειρούν να εκτιμήσουν την επίδραση των μειωμένων τιμών των κατοικιών στην καταναλωτική δαπάνη, καθώς και την επίπτωση στις χορηγήσεις των στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων αλλά και στην ακολουθούσα ανάπτυξη. Επίσης έχουν εκτιμηθεί τα αποτελέσματα των υψηλότερων τιμών των μετοχών αλλά και το αποτέλεσμα των χαμηλότερων επιτοκίων στην καταναλωτική δαπάνη. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η επίδραση των χαμηλών επιτοκίων είναι ευθέως σημαντική αλλά εμμέσως είναι σημαντική και η αύξηση των τιμών των μετοχών. Ο λόγος είναι ότι το συνολικό χρέος των νοικοκυριών στις ΗΠΑ  ήταν πολύ μεγαλύτερο (την περίοδο 2001-2008) από το συνολικό ύψος των ρευστών περιουσιακών στοιχείων. Επίσης το ίδιο παρατηρείται και στο ΗΒ.  Τα χαμηλότερα επιτόκια ευνοούν τους δανειζόμενους και πλήττουν τους αποταμιευτές.     
Πιθανοί λόγοι γιατί ο τρόπος που πραγματοποιήθηκε η ποσοτική χαλάρωση στις ΗΠΑ θα είναι λιγότερο αποτελεσματικός αν εφαρμοστεί στην ευρωζώνη. 
  • Στη Γερμανία και λιγότερο στη Γαλλία, το συνολικό ύψος των ρευστών περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών είναι πολύ μεγαλύτερο από το συνολικό ύψος του χρέους των νοικοκυριών. Η μείωση των επιτοκίων μέσω της ποσοτικής χαλάρωσης μεταφράζεται σε χαμηλότερα επιτόκια, μειώνοντας τη συνολική δαπάνη των νοικοκυριών- το αντίθετο δηλαδή από αυτό που συμβαίνει στις ΗΠΑ και ΗΒ. Επιπλέον  τα νοικοκυριά της ευρωζώνης κατέχουν μικρότερο όγκο μετοχών ως % του εισοδήματος τους σε σχέση με τα αντίστοιχα νοικοκυριά των ΗΠΑ, Επομένως η δαπάνη που θα προέλθει από την αύξηση των τιμών των μετοχών , λόγω της ποσοτικής χαλάρωσης, αναμένεται να είναι πολύ μικρότερη από την αντίστοιχη των νοικοκυριών των ΗΠΑ.  
  • Το κανάλι της ενεχυρίασης των ακινήτων δεν «δουλεύει» στην καρδιά της ευρωζώνης, και υπάρχει άκαμπτος περιορισμός ως προς τις προκαταβολές σε σχέση με τις ΗΠΑ. Υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι οι υψηλές τιμές σε Γαλλία, Γερμανία, και Ιταλία μειώνουν τη συνολική καταναλωτική δαπάνη. Υπ’ αυτή την έννοια δικαίως η ΕΚΤ, εξαίρεσε από το πρόγραμμα  targeted long-run refinancing operation (TLTRO), την αγορά στεγαστικών δανείων.  
  • Είναι επίσης γνωστόν , ότι το βάρος της αγοράς κεφαλαίων στην ευρωζώνη είναι  πολύ μικρότερο από τις ΗΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι τα αποτελέσματα της ποσοτικής χαλάρωσης της μείωση των αποδόσεων των κρατικών, εταιρικών και ομολόγων υποστηριζόμενων από περιουσιακά στοιχεία στην ευρωζώνη θα είναι λιγότερο αποτελεσματικά. Για το λόγο αυτό η ΕΚΤ επιχειρεί να χορηγήσει ρευστότητα μέσω του τραπεζικού συστήματος. Παράλληλα αυτό αποτελεί και μια δυσκολία δεδομένης της κατάστασης απομόχλευσης  στην οποία ευρίσκεται το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα. Επίσης η γενικότερη ακολουθούμενη οικονομική πολιτική στην ευρωζώνη δεν βοηθά στην γρηγορότερη εκ νέου ενεργοποίηση του τραπεζικού συστήματος.
  • Ένας ακόμη αρνητικός παράγοντας της ποσοτικής χαλάρωσης στην περίπτωση της ευρωζώνης μπορεί να προέλθει από τη συμπεριφορά των ευρωπαϊκών συνταξιοδοτικών ταμείων, τα οποία με την αναμενόμενη πτώση των αποδόσεων είναι δυνατόν να αρνηθούν να προχωρήσουν σε επενδύσεις.
Ας περιμένουμε όμως μέχρι την Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015 για να δούμε επακριβώς πως θα αρθρώσει την ποσοτική χαλάρωση η ΕΚΤ. Στη συνέχεια θα μπορέσουμε να προχωρήσουμε σε αξιολογήσεις.