Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Οι διεθνείς αγορές και ο πολιτικός κίνδυνος.


Σύμφωνα με όλους τους διεθνείς και εγχώριους αναλυτές οι χρηματοπιστωτικές και επενδυτικές αγορές (παρότι διασυνδέονται σαφώς μεταξύ τους και οι πρώτες επιβάλλουν, in ultima istanza, την κυριαρχία τους  και στις περισσότερο μακροπρόθεσμες επενδύσεις στην πραγματική οικονομία, ( ας τις ορίσουμε ως αυτές που in senso lato, συμμετέχουν ή αυξάνουν το φυσικό κεφάλαιο της ελληνικής οικονομίας)  θα πρέπει να διατηρήσουμε τον παραπάνω διαχωρισμό) εκτιμούν ότι στην Ελλάδα υπάρχει ο λεγόμενος πολιτικός κίνδυνος που προέρχεται από την διαπιστούμενη αστάθεια του πολιτικού συστήματος της χώρας. Η συγκεκριμένη αστάθεια πηγάζει συγκεκριμένα από το ότι το υφιστάμενο κυβερνητικό σχήμα έχει υπερκεραστεί δημοσκοπικά από το κόμμα της αντιπολίτευσης γεγονός που σηματοδοτεί νίκη του τελευταίου στις επόμενες εκλογές όποτε αυτές πραγματοποιηθούν. Μάλιστα λόγω της επερχόμενης εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας είναι πιθανό οι εκλογές να πραγματοποιηθούν εντός των προσεχών μηνών. Επειδή οι αγορές προεξοφλούν, με βάση τις σχηματιζόμενες  προσδοκίες, τις κοντινές μελλοντικές εξελίξεις, θεωρούν ότι ο πολιτικός κίνδυνος επιβαρύνει, τα μέγιστα, με αρνητικό πρόσημο τις συγκεκριμένες  προσδοκίες. Προσοχή το πρόβλημα που δημιουργεί τον πολιτικό κίνδυνο δεν προέρχεται, γενικά και αόριστα, λόγω των επομένων εκλογών στην χώρα, και τις πιθανότητας να υπάρξει πολιτική αστάθεια ( αδυναμία διαμόρφωσης ισχυρής κυβερνητικής πλειοψηφίας και συνεπώς ισχυρής κυβέρνησης ) αλλά λόγω της υψηλής πιθανότητας (δημοσκοπικά εδραζόμενης)  να κερδίσει τις εκλογές ένα κόμμα  με ισχυρή πλειοψηφία ,του οποίου, όμως, το οικονομικό πρόγραμμα έρχεται σε αντίθεση με τα προτάγματα των αγορών. Με απλά λόγια ο πολιτικός κίνδυνος, στην περίπτωση της Ελλάδος,  δεν προέρχεται από την πιθανότητα έλευσης  μιας ανίσχυρης κυβερνητικής πλειοψηφίας και άρα ύπαρξης πολιτικής αστάθειας, αλλά σχεδόν από το αντίθετο.
Δηλαδή ο πολιτικός κίνδυνος, για τις διεθνείς αγορές (χρηματοπιστωτικές και επενδυτικές) προσδιορίζεται με ακριβή κριτήρια που έχουν σαφές οικονομικό περιεχόμενο ,  προερχόμενο  τη σειρά του από την κυρίαρχη θεωρητική οπτική που επιβάλλεται ως εφαρμοσμένη οικονομική πολιτική στην παρούσα φάση λειτουργίας της παγκόσμιας οικονομίας. Είναι γνωστό, ας ελπίσουμε σε όλους (παρότι διατηρώ έντονες αμφιβολίες) ότι το επικυρίαρχο θεωρητικό υπόδειγμα αποτελεί «επιλογή» του κυρίαρχου διεθνούς συνασπισμού δυνάμεων (υπό την καθοδήγηση της κυρίαρχης ηγεμονικής δύναμης) με βάση υποκειμενικών και αντικειμενικών καταστάσεων που εξυπηρετούν τα άμεσα και μακροπρόθεσμα συμφέροντά τους. Με την έννοια αυτή υπάρχει μια «οικονομική πραγματικότητα» που καθορίζεται και λειτουργεί μακριά από τις θελήσεις όλων των υπολοίπων χωρών του πλανήτη , οι οποίες καλούνται απλά να προσαρμοσθούν σε αυτή. Είναι υπό μια έννοια, έξω από τις δυνατότητες τους , να επιδράσουν σε αυτή. Πρέπει μόνο να προσαρμόζονται. Το να αγνοείται η «οικονομική πραγματικότητα», ειδικά από μικρές χώρες όπως η Ελλάδα , αποτελεί θανάσιμο αμάρτημα αφού ο οποιοσδήποτε, έστω και ο απειροελάχιστος,  μετασχηματισμός της δεν εξαρτάται από το θεσμικό – πολιτικό υποκείμενο που την αγνοεί. Οι όποιες μικρές ή μεγαλύτερες μεταβολές προκαλούνται από τις δημιουργούμενες αντιξοότητες και αντιθέσεις στην λειτουργία της που απολήγουν σε μικρές ή μεγαλύτερες κρίσεις (οικονομικές – πιστωτικές) και συνεπώς στις απαραίτητες προσαρμογές  ή από γενικότερες γεωπολιτικές μεταβολές στην κατανομή της ισχύος σε πλανητικό επίπεδο που ούσες μακροπρόθεσμης διεργασίας καταλήγουν σε κάποιο ιστορικό σημείο σε αλλαγή του κυρίαρχου συνασπισμού και της ηγεμονεύουσας δύναμης σε αυτόν. Θα ήθελα να σημειώσω ότι τα παραπάνω μειώνουν αισθητά τους βαθμούς ελευθερίας άσκησης της οικονομικής πολιτικής. Δεν πρέπει να πιστεύουμε ότι αυτό συμβαίνει μόνο στην σημερινή εποχή της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Τα τελευταία 100 χρόνια , ίσως και περισσότερο, πάντοτε το υπήρχε κάποιο διεθνές καθεστώς που καθόριζε τους βαθμούς ελευθερίας άσκησης της οικονομικής πολιτικής. Αν για παράδειγμα πάμε στην εποχή μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο , οι περισσότεροι βαθμοί ελευθερίας άσκησης της οικονομικής πολιτικής, επιτρέπονταν από το υφιστάμενο καθεστώς : η Ελλάδα μπορούσε να ασκήσει νομισματική ή συναλλαγματική πολιτική αλλά και όλες οι υπόλοιπες χώρες μπορούσαν να το πράξουν γεγονός που δημιουργούσε άλλου είδους περιορισμούς. Διαφορετικούς από τους παρόντες αλλά δημιουργούσε.
Για να επανέλθουμε από εκεί που ξεκινήσαμε, σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, ο πολιτικός κίνδυνος δεν θα εξαλειφθεί στην Ελλάδα όσο οι αγορές εκτιμούν ότι η κατεύθυνση της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής από μια μελλοντική κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, βρίσκεται σε αποκλίνουσα κατεύθυνση από τη επιδιωκόμενη από τις ίδιες. Αυτό είναι το μόνο βέβαιο. Η ενσωμάτωση της συγκεκριμένης πραγματικότητας, ως κόστος , πρέπει να ληφθεί υπόψη σε οποιοδήποτε πρόγραμμα έχει στο μυαλό του να εφαρμόσει  ως κυβέρνηση. Η πολιτική απάντηση σε ένα οικονομικό πρόβλημα τέτοιου είδους, όχι μόνο δεν είναι αρκετή αλλά πιθανά να δημιουργήσει ελπίδες και καταστάσεις οι οποίες απλά δεν θα μπορούν να υλοποιηθούν με δυσμενή αποτελέσματα.