Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

Πραγματικότητα[1] .



Η Ελλάδα για το 2015 πρέπει να αναχρηματοδοτήσει 16,1 δις χρεολύσια. Επίσης θα πρέπει να καταβάλει περίπου 7,86 δις ευρώ για τόκους ή 4,3% ΑΕΠ (ενοποιημένη τόκοι γενικής κυβέρνησης). Υποθέτουμε (και έτσι είναι ) ότι το 2014 οι χρηματοδοτικές ανάγκες έχουν καλυφθεί (και σίγουρα θα υπάρχει σχετικό απόθεμα) . Τώρα:
Με την επίτευξη συμφωνίας , με την τρόικα ,θα ενεργοποιηθεί η σταδιακή εκταμίευση της τελευταίας δόσης των €1,8 δισ.  από τον ΕΜΣ, με την οποία ολοκληρώνεται η παροχή  χρηματοδοτικής βοήθειας  από τους ευρωπαίους εταίρους, και της δόσης των €3,5 δισ. της 6ης αξιολόγησης του 2014 από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), σε συνάρτηση πάντα με το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης των συμφωνηθέντων. Οι εναπομείναντες πόροι προς εκταμίευση του ΔΝΤ της 7ης αξιολόγησης του 2014 ύψους € 3,5 δισ. και των δόσεων του 2015-16 ύψους € 9,0 δισ., καθώς και το υπόλοιπο των € 11 δισ.  περίπου του ΤΧΣ,
αναμένονται  να χρησιμοποιηθούν υπό την μορφή προληπτικής πιστωτικής γραμμής από το ΔΝΤ και τον ΕΜΣ αντιστοίχως.
Το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης, σύμφωνα με την μεθοδολογία του Ευρωπαϊκού Συστήματος Λογαριασμών,  προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί σε πλεόνασμα ύψους 7,4 δισ. ευρώ ή 4% του ΑΕΠ, αυξημένο κατά 0,4% του ΑΕΠ σε σχέση με τις προβλέψεις του ΜΠΔΣ 2015-2018.
Σύμφωνα με τη μεθοδολογία του Προγράμματος Οικονομικής Πολιτικής, το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης προβλέπεται να διαμορφωθεί στα 5,6 δισ. ευρώ ή στο 3% του ΑΕΠ, από 4,7 δισ. ευρώ ή 2,5% του ΑΕΠ που είχε συμπεριληφθεί στο ΜΠΔΣ 2015-2018.
Ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός ( Έντοκα και Ρέπος )  θα αναχρηματοδοτείται όπως σήμερα. Σύμφωνα με τον Προϋπολογισμό οι ανάγκες χρηματοδότησης θα είναι ύψους 80 δις ευρώ (σωρευτικά)και οι πηγές 82 δις ευρώ (σωρευτικά)
Επίσης  από τις ιδιωτικοποιήσεις αναμένονται εισπράξεις 1,86 δις ευρώ.
Υπολογίζουμε ακόμη διάφορες άλλες χρηματοδοτικές ανάγκες (Προϋπολογισμός 2015) 1,745 δις ευρώ.
Συνολικά  επομένως  μπορούμε να συνάγουμε τα ακόλουθα:
Το πρωτογενές πλεόνασμα (7,4 δις ευρώ) μπορεί να καλύψει την πληρωμή των τόκων (7,86 δις ευρώ).
Τα  έσοδα από αποκρατικοποιήσεις 1,86 δις ευρώ)  μπορούν (αν επιτευχθεί το σχεδιαζόμενο αποτέλεσμα) να καλύψουν τις λοιπές χρηματοδοτικές ανάγκες  (1,745 δις ευρώ).
Απομένει η αναχρηματοδότηση του ύψους  16,1 δις ευρώ μεσομακροπρόθεσμου χρέους.
1.        Αν η ελληνική κυβέρνηση δεν κλείσει την τρέχουσα αξιολόγηση θα πρέπει να βγει στις χρηματοπιστωτικές αγορές για το ποσό αυτό. Μέρος (2 δις ευρώ) η κυβέρνηση προβλέπει να τα καλύψει  με βραχυπρόθεσμο δανεισμό  (Προϋπολογισμός 2015). Ο δανεισμός αυτού του ύψους θα πρέπει να θεωρείται σχεδόν αδύνατος με τις παρούσες συνθήκες αξιολόγησης της ελληνικής πολιτικοοικονομικής κατάστασης. Επίσης δεν θα έχει τις δύο προληπτικές γραμμές (ESM 11δις ευρώ) και ΔΝΤ (9 και 3,5 δις ευρώ). Παράλληλα τίθεται εν αμφιβόλω η συνέχιση της χρηματοδότησης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από την ΕΚΤ σύμφωνα με τις κατηγορηματικές δηλώσεις του Μ. Ντράγκι.  Προσοχή όμως για να είμαστε ακριβείς : εάν η Ελλάδα είναι εκτός Προγράμματος, τότε πράγματι μέρος του ενεχύρου που χρησιμοποιούν οι ελληνικές τράπεζες δεν θα είναι αυτομάτως επιλέξιμο προκειμένου να λαμβάνουν χρηματοδότηση. Τότε, σε κάθε περίπτωση, μπορούν να χρησιμοποιήσουν άλλο ενέχυρο (ποιο;)  ή να ζητήσουν έκτακτη ρευστότητα (ELA) από την Τράπεζα της Ελλάδος. Όμως σε αυτή την περίπτωση το χρήμα για τις ελληνικές τράπεζες και την οικονομία θα γίνει πιο ακριβό αν δεν ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις με την τρόικα και δεν βρεθεί λύση για την «επόμενη ημέρα» με την προληπτική πιστωτική γραμμή. Η χρήση της «γραμμής» του ELA,[2] που είχε «ανοίξει» το 2012 θεωρείται «ακριβή», καθώς το επιτόκιο ανέρχεται σε 4%. Παράλληλα, είναι σημαντικό ότι η ΕΚΤ κινείται προς την κατεύθυνση του περιορισμού της για τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης. Την τρέχουσα περίοδο, οι ελληνικές τράπεζες δανείζονται αρκετά φθηνά από την ΕΚΤ, δίνοντας ως ενέχυρο ομόλογα και έντοκα του Δημοσίου, καθώς και «τιτλοποιήσεις». Τα ενέχυρα «κουρεύονται» από την ΕΚΤ κατά 70%, αλλά ήδη η Κεντρική Τράπεζα περιορίζει σταδιακά το «κούρεμα» στο 40%, χορηγώντας έτσι επιπλέον σημαντική ρευστότητα. Σήμερα στην Ελλάδα γίνεται μια εξαίρεση. Πρόκειται για την «εξαίρεση που έχει δοθεί για τις ελληνικές τράπεζες (waiver) και είναι μια διαδικασία που ισχύει για τις χώρες που είναι σε Πρόγραμμα και τα ομόλογα των οποίων δεν είναι επιλέξιμα ώστε να μπορούν να λάβουν χρηματοδότηση από την ΕΚΤ. Το ζήτημα είναι ποιο είναι το άλλο ενέχυρο. Η χρηματοδότηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος σήμερα ανέρχεται σε περίπου 45 δις ευρώ.

  1. Αν κλείσει η τρέχουσα αξιολόγηση η Ελλάδα θα λάβει συνολικά 5,3 δις ευρώ και θα αναζητά 9-11 δις ευρώ (εξαρτάται από την κάλυψη μέρους των αναγκών μέσω βραχυπρόθεσμου δανεισμού) αλλά θα έχει την «ομπρέλα» των δύο προληπτικών γραμμών. Επίσης θα συνεχισθεί η χρηματοδότηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από την ΕΚΤ με το υπάρχον καθεστώς.
  2. Η χρηματοδότηση του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος από την ΕΚΤ , ύψους περίπου 45 δις ευρώ καλύπτει το « άνοιγμα πόρων –χρηματοδότησης»  (funding gap) επιχειρήσεων και νοικοκυριών ,που υπολογίζεται από τη διαφορά χρηματοδοτήσεων – καταθέσεων το οποίο σήμερα ανέρχεται σε 212125 -164496 = 47629 δις ευρώ. [3]

Η παρεχόμενη ρευστότητα από την ΕΚΤ απέτρεψε μία βίαιη απομόχλευση στον ιδιωτικό τομέα που θα καθιστούσε άμεσα απαιτητό σημαντικό τμήμα των δανείων, απειλώντας πιθανότατα με κατάρρευση την οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η αξιοσημείωτη μακροοικονομική προσαρμογή και η ανάκτηση της αξιοπιστίας σε συνδυασμό με τις ελκυστικές αποτιμήσεις των ελληνικών χρεογράφων και άλλων περιουσιακών στοιχείων, οδήγησαν σε καθαρές εισροές 50 δισ. ευρώ στην οικονομία από τα μέσα περίπου του 2012 (εξαιρούμενης της χρηματοδότησης από το πρόγραμμα οικονομικής στήριξης).
Οι εισροές αυτές αντιστοιχούν τόσο στο σωρευτικό πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών του ιδιωτικού τομέα με το εξωτερικό — που αντανακλά κυρίως τη δυναμική του τουριστικού τομέα, αλλά και τις τρέχουσες μεταβιβάσεις και μεταβιβάσεις κεφαλαίου, καθώς και τη συρρίκνωση του εμπορικού ελλείμματος — όσο και στις εισροές μέσω του ισοζυγίου χρηματοοικονομικών συναλλαγών.
Η  ταχεία συρρίκνωση του δανεισμού των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ και η συνεχιζόμενη μείωση του τραπεζικού δανεισμού του ιδιωτικού τομέα εξηγούν το «μυστήριο» της χαμένης ρευστότητας. Δηλαδή οι ελληνικές τράπεζες έπρεπε να αποπληρώσουν σταδιακά τα δάνεια από την ΕΚΤ τα οποία είχαν υπερβεί τα 100 δις ευρώ το 2012.
Αυτό σημαίνει ότι οι εισροές κεφαλαίων από το εξωτερικό επιστρέφουν ξανά, σε μεγάλο βαθμό, πάλι στο εξωτερικό. Αυτή η διαδικασία διευκολύνεται από τη συνεχιζόμενη απομόχλευση στον ιδιωτικό τομέα (περίπου 40 δισ. ευρώ από τα μέσα του 2012 έως τα μέσα του 2014, συμπεριλαμβανομένων και των προβλέψεων για επισφαλή δάνεια) που διενεργείται κυρίως από τις πιο υγιείς επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αντανακλώντας τη μειωμένη ζήτηση δανείων από φερέγγυους, κατά βάση, δανειζόμενους.
Η απομόχλευση αυτή καθ’ αυτή αποτελεί ένα αναγκαίο στάδιο της οικονομικής αναδιάρθρωσης μετά από μία βαθιά ύφεση, αλλά βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον, συνεπάγεται απώλεια ρευστότητας από το σύστημα, εξαιτίας της ανάγκης για έγκαιρη αποπληρωμή των δανείων από την ΕΚΤ. Αυτή η επίδραση είναι ιδιαιτέρως ισχυρή σε μια οικονομία που τα ασφάλιστρα κινδύνου — παρά τη σημαντική μείωσή τους — και συνεπώς το κόστος δανεισμού, παραμένουν υψηλότερα από την ευρωζώνη, ενώ 40% περίπου των δανείων είναι μη-εξυπηρετούμενα ή έχουν υποστεί ουσιαστικές ρυθμίσεις για να διευκολυνθούν οι δανειζόμενοι. Καθώς η οικονομία έχει ήδη αρχίσει να ανακάμπτει η ενίσχυση της υγιούς ζήτησης για δάνεια επίκειται.
Αναμφισβήτητα, η μείωση της εξάρτησης των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ ήταν αναμενόμενη εξέλιξη, δεδομένης της βελτίωσης του οικονομικού περιβάλλοντος και του, εξ’ ορισμού, προσωρινού της χαρακτήρα, όμως η ταχύτητα αποκλιμάκωσης είναι εξαιρετικά υψηλή σε σύγκριση με το μέγεθος των εισροών κεφαλαίου και ειδικά τις ανάγκες της πραγματικής οικονομίας που εισέρχεται σε αναπτυξιακή φάση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο δανεισμός των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ έχει μειωθεί κατά 68% ή 91 δισ. ευρώ από τα μέσα του 2012 επιστρέφοντας σε επίπεδα προ του ξεσπάσματος της ελληνικής κρίσης ενώ η ανάκαμψη των ιδιωτικών καταθέσεων είναι μόνο 16 δις ή λιγότερο από το 1/5 των εκροών μεταξύ αρχών 2010 και Ιουνίου 2012. Στην πραγματικότητα οι ελληνικές τράπεζες αποπλήρωσαν στην ΕΚΤ ρευστότητα ανάλογη με το άθροισμα των καθαρών εισροών κεφαλαίου (50 δισ. ευρώ) με την καθαρή απομόχλευση στην οικονομία (40 δισ.), με την τελευταία να περιλαμβάνει τόσο της σωρευτική μείωση στα υπόλοιπα των δανείων, όσο και τις προβλέψεις που διενήργησαν οι τράπεζες έναντι επισφαλών δανείων την ίδια περίοδο.[4]
Η ανάγκη των τραπεζών να επιστρέψουν αυτή τη ρευστότητα ή να την υποκαταστήσουν μερικώς με δανεισμό από την αγορά με τη χρήση ενεχύρων (λ.χ. ομόλογα EFSF), σχετίζεται και με την επιβεβλημένη προσαρμογή στην αναμενόμενη απώλεια διαθεσιμότητας ενός σημαντικού ποσοστού των υφιστάμενων ενεχύρων που χρησιμοποιούν για τον δανεισμό από την ΕΚΤ.
Συγκεκριμένα, από την 1η Μαρτίου 2015 είναι προγραμματισμένη η παύση αποδοχής του μεγαλύτερου τμήματος των κρατικών εγγυήσεων ως ενέχυρο στις πράξεις αναχρηματοδότησης των τραπεζών από το Ευρωσύστημα. Σε όρους ρευστότητας, οι εγγυήσεις αυτές αποτελούν βασικό συστατικό του υφιστάμενου αποθέματος ενεχύρων των τραπεζών παρέχοντας περιθώρια άντλησης από την ΕΚΤ δυνητικής ρευστότητας 26 δισ. ευρώ περίπου, εκ των οποίων γινόταν χρήση περίπου 18 δισ. ευρώ στα μέσα του 2014.
Τα περιθώρια αξιοποίησης αυτής της πλεονάζουσας δυνητικής ρευστότητας από την ΕΚΤ με ελκυστικό κόστος, θα αυξάνουν όσο η οικονομική ανάπτυξη αποκτά δυναμική. Οικονομετρικές εκτιμήσεις της ΕΤΕ αλλά και η διεθνής εμπειρία δείχνουν ότι η ανάκαμψη της ζήτησης για πιστώσεις ακολουθεί την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ με υστέρηση 3-6 τριμήνων. Ως εκ τούτου, η διατήρηση του δανεισμού από την ΕΚΤ τουλάχιστον στα τρέχοντα επίπεδα των 43-44 δισ. ευρώ περίπου, αποτελεί βασική προϋπόθεση για να επιταχυνθεί η διάχυση της ρευστότητας στην οικονομία και να τεθεί εγκαίρως σε κίνηση ο εσωτερικός μηχανισμός δημιουργίας ρευστότητας της οικονομίας τα επόμενα χρόνια, με ταυτόχρονο περιορισμό του κόστους δανεισμού.
Εκτιμάται ότι αν διατηρηθεί η δυναμική εισροών κεφαλαίων από το εξωτερικό της τελευταίας διετίας χωρίς την αρνητική επίδραση από την απομόχλευση και τη μειούμενη πρόσβαση στην ΕΚΤ, οι εισροές αυτές θα υπερεπαρκούσαν για να καλυφθούν οι συνολικές χρηματοδοτικές ανάγκες του ιδιωτικού τομέα κατά την περίοδο 2015-2016. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να θέσει τις βάσεις για πλήρη εξομάλυνση των εγχώριων μηχανισμών μετάδοσης της ρευστότητας στην οικονομία. Η δημιουργούμενη ρευστότητα σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα εκτιμάται ότι θα ήταν κατάλληλη για να εξυπηρετήσει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της οικονομίας σε μία πορεία ισχυρής και βιώσιμης ανάπτυξης, με τον ετήσιο ρυθμό αύξησης του αποπληθωρισμένου ΑΕΠ να διαμορφώνεται στο 3% ετησίως την περίοδο 2015-18.
Η υποστηρικτική στάση της ΕΚΤ με παροχή επαρκούς ρευστότητας με ανταγωνιστικό κόστος και για ικανό χρονικό διάστημα σε αυτή τη σημαντική φάση για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση. Οι πρόσφατες μειώσεις που ανακοίνωσε η ΕΚΤ αναφορικά με το ποσοστό απομείωσης που εφαρμόζεται στα ελληνικά χρεόγραφα (εμπορεύσιμα ή εγγυημένα από το ελληνικό δημόσιο) που κατατίθενται ως ενέχυρα στους μηχανισμούς αναχρηματοδότησης είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Υπό αυτό το πρίσμα, η περαιτέρω αύξηση της ευελιξίας αναφορικά με την αποδοχή και αποτίμηση ελληνικών ενεχύρων και την ευρύτερη, κατά το δυνατό, πρόσβαση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος στη νέα, πιο επεκτατική νομισματική στρατηγική που εφαρμόζει σταδιακά η ΕΚΤ εξυπηρετεί τόσο τους στόχους της ΕΚΤ για συρρίκνωση της σημαντικής ετερογένειας στις χρηματοδοτικές συνθήκες μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης, όσο και τις αυξημένες ανάγκες ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας. Η διατήρηση αυτής της στήριξης θα είναι πολύτιμη για να γεφυρώσει το χρονικό διάστημα που συνήθως μεσολαβεί μεταξύ οικονομικής ανάκαμψης και αύξησης της ζήτησης για νέα δάνεια και συσσώρευσης νέων καταθέσεων, δηλαδή της ενδογενούς διαδικασίας δημιουργίας ρευστότητας στην οικονομία. Η πορεία αυτή συνοδεύεται από σταδιακές αναβαθμίσεις του αξιόχρεου και των αποτιμήσεων των διαθέσιμων ενεχύρων που ακολουθούν τις πιστοληπτικές αναβαθμίσεις του Ελληνικού Δημοσίου και οδηγούν τελικά σε αυξημένη πρόσβαση στο δανεισμό από την αγορά με ανταγωνιστικούς όρους, τόσο για τις τράπεζες όσο και για το μη τραπεζικό ιδιωτικό τομέα.
Η  πραγματικότητα είναι αυτή που περιγράφεται παραπάνω. Αυτό είναι το πλαίσιο που υπάρχει σήμερα . Η διευθέτηση του ελληνικού προβλήματος , από τη μεριά μιας νέας ελληνικής κυβέρνησης , μπορεί να γίνει εντός του συγκεκριμένου πλαισίου με αμοιβαίους συμβιβασμούς . Διαφορετικά «άγνωσται αι βουλαί του Κυρίου».  
 Η αλλαγή του πλαισίου αποτελεί ζήτημα συσχετισμού δυνάμεων σε ευρωπαϊκό πλαίσιο, χωρίς και αυτό να είναι σίγουρο ότι θα έχει επιτυχία, λόγω της ισχυρής θέσης της Γερμανίας. Η θεωρία του της αλυσιδωτής αντίδρασης λόγω του «σπασίματος» του αδύνατου κρίκου είναι απολύτως ανιστόρητη αλλά και θεωρητικά αβάσιμη τουλάχιστον ως προς την προσδοκώμενη επιδίωξη . Τα ιστορικά υποκείμενα του σύγχρονου δράματος δεν έχουν απολύτως καμία σχέση με τα υποκείμενα της περιόδου που διατυπώθηκε η συγκεκριμένη θεωρία.  Ίσως σε αυτό το σημείο να βρίσκεται ολόκληρη η αλήθεια της εποχής μας.
 Η οποιαδήποτε συνολική διαπραγμάτευση (εκ μέρους μιας νέας κυβέρνησης αν οδηγηθούμε σε εκλογές και προκύψει κυβέρνηση άλλης αντίληψης από την παρούσα)  περιλαμβάνει τη διευθέτηση του χρέους (χρεολύσια και χρηματοπιστωτικά έξοδα) με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και με το ΔΝΤ και δεύτερον (κατά την άποψή μου περισσότερο σημαντική) τη διευθέτηση της σχέσης με την ΕΚΤ. Δεν νομίζω ότι πιστεύει κανείς ότι η διαπραγμάτευση  θα είναι σύντομη. Εύκολη σίγουρα όχι.  Επομένως υπάρχει μια  ενδιάμεση περίοδος , με συγκεκριμένες υποχρεώσεις ,  οι οποίες χρειάζεται να αντιμετωπισθούν. Έχουν ήδη αναφερθεί ποιες είναι στο παρόν κείμενο.  Η αναστολή των υποχρεώσεων μέχρι την κατάληξη των συνομιλιών  απαιτεί (λογικά) και  τη συμφωνία των συνομιλητών. Διαφορετικά οι εξελίξεις , καθοδηγούμενες από το διεθνές περιβάλλον, θα είναι επιβαρυντικές  ως προς την ίδια τη διαπραγμάτευση. Άρα η μεταβατική περίοδος είναι ουσιαστική για την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων.  Οποιαδήποτε σύγκρουση (μέσω διαπραγματεύσεων) δίνεται για να κερδηθεί («όποιος στη μάχη πάει για να πεθάνει, στρατιώτη μου για  πόλεμο δεν κάνει»).

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Δεν υπάρχει τίποτε πιο σημαντικό στη ζωή από το να ανακαλύψεις το ακριβές σημείο, από το οποίο πρέπει να παρατηρούνται και να κρίνονται όλα τα πράγματα, και ύστερα να παραμείνεις σ’ αυτό το σημείο, υποστηρίζει χαρακτηριστικά ο  von Clausewitz[1].  
Το βασικό λάθος που συνήθως γίνεται συνίσταται στη συνεχή σύγχυση σχετικά με το είναι και το δέον, μεταξύ περιγραφικών και κανονιστικών προτάσεων. Υπάρχουν μακροσκελείς αναλύσεις με βάση του πως θα έπρεπε να είναι η πραγματικότητα αδιαφορώντας πλήρως για το πώς πράγματι  είναι η πραγματικότητα. «Οι φιλόσοφοι αντιλαμβάνονται τα πάθη που μας βασανίζουν ως διαστροφές, στις οποίες οι άνθρωποι ενδίδουν από δικό τους φταίξιμο. Γι’ αυτό και συνηθίζουν να τα περιγελούν, να τα οικτίρουν, να τα στηλιτεύουν ή (όσοι θέλουν να δείχνουν πιο ευσεβείς) να τα καταριώνται. Πιστεύουν ότι έτσι επιτελούν έργο θεάρεστο και αγγίζουν την υπέρτατη σοφία, εφόσον έμαθαν να εξυμνούν με χίλιους τρόπους μιαν ανθρώπινη φύση που δεν υπάρχει πουθενά και να κατακεραυνώνουν με τους λόγους των την πραγματική. Τούτο συμβαίνει επειδή αντιλαμβάνονται τους ανθρώπους όχι όπως είναι, αλλά όπως θα τους ήθελαν οι ίδιοι να είναι» [2].
Οι αναλύσεις τέτοιου είδους στερούνται της ικανότητας απεικόνισης της πραγματικότητας ως τέτοιας με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να παρουσιάζεται ως άλλη,  γεγονός που με τη σειρά του οδηγεί σε λανθασμένες πράξεις σε σχέση με το επιδιωκόμενο. «Πολλοί χτίσανε με το νου τους δημοκρατίες κι ηγεμονίες που ποτέ κανένας δεν τις είδε ούτε έμαθε πως υπάρχουνε στ’ αλήθεια. Γιατί τόσο μακριά βρίσκεται το πώς ζούμε απ’ το πώς θάπρεπε να ζούμε, ώστε όποιος δεν κοιτάει το τι γίνεται για να κυνηγήσει το τι θα ‘πρεπε να γίνεται, αυτός πιότερο την καταστροφή παρά την προφύλαξή του βλέπει. Γιατί κάποιος που θέλει σ’ όλα τα ζητήματα να φανερώσει καλοσύνη, φυσικό είναι να καταστρέφεται  μέσα σε τόσους που δεν είναι καλοί.»[3].

[1] Καρλ Φίλιππ Γκότλιμπ φον Κλαούζεβιτς, Περί του Πολέμου, Βάνιας 1999.
[2] Μπαρούχ Σπινόζα, Πολιτική Πραγματεία, Εκδόσεις Πατάκη, 2003.
[3] N. Machiavelli, Ο Ηγεμόνας, στο: N. Machiavelli , Έργα, τομ. Ι, μτφ Τάκη Κονδύλη , Κάκτος , Αθήνα 1984, σελ. 266-267.



[1] Εννοούμε Πολιτική- Κοινωνική – Οικονομική Πραγματικότητα.
[2] ΕΚΤ, ΕΥΡΩΣΥΣΤΗΜΑ, ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΧΗ ΕΚΤΑΚΤΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΣΕ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ
[3] Για την κατανόηση της λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος δες: ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ , Εισαγωγή στην Τραπεζική Χρηματοοικονομική Τραπεζική, ΕΞΑΝΤΑΣ Β’ ΕΚΔΟΣΗ 2009.
[4]   N A T I O N A L  B A N K  O F  G R E E C E,   GREECE Macro View November 2014