Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Η μη συνέχιση του χρηματοδοτικού προγράμματος με το ΔΝΤ και οι βαθμοί ελευθερίας της οικονομικής πολιτικής


Όπως είναι γνωστό , το χρηματοδοτικό πρόγραμμα , από τον EFSF, τελειώνει το Δεκέμβριο του 2014. Επίσης το συμφωνημένο χρηματοδοτικό πρόγραμμα με το ΔΝΤ, τελειώνει αντίστοιχα το Μάρτιο  του 2016.
Η κυβέρνηση επιθυμεί , όπως γίνεται γνωστό, να μην συνεχίσει την χρηματοδότηση της από το ΔΝΤ πέραν από το τέλος του 2014. Κάθε χώρα μπορεί να αρνηθεί τη συνέχιση του χρηματοδοτικού προγράμματος με το ΔΝΤ , για λόγους που αυτή κρίνει ότι προάγουν το εθνικό συμφέρον.
Στην ελληνική περίπτωση , ακριβώς όπως συνήθως συμβαίνει και στο σύνολο των χωρών που έχουν δεχτεί χρηματοδοτική βοήθεια (κυρίως από το ΔΝΤ) , το χρηματοδοτικό πρόγραμμα είναι συνδεδεμένο,  ρητά, με ένα πρόγραμμα θεσμικών «μεταρρυθμίσεων» που μεταβάλλει το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας σύμφωνα με τα προτάγματα του κυρίαρχου σημερινού  θεωρητικού υποδείγματος της οικονομίας που έχει υιοθετήσει το ΔΝΤ , η ΕΕ, ο ΟΟΣΑ κτλ.
Οι εκταμιεύσεις του χρηματοδοτικού προγράμματος είναι στενά συνδεδεμένες με την αξιολόγηση της προόδου του προγράμματος «μεταρρυθμίσεων». Προχωρούν οι «μεταρρυθμίσεις» , πραγματοποιούνται οι  εκταμιεύσεις.  Το τέλος του χρηματοδοτικού προγράμματος  προϋποθέτει και την ολοκλήρωση των συμφωνηθέντων «μεταρρυθμίσεων». Αυτό πρέπει να γίνει απολύτως σαφές . Διαφορετικά δεν θα ολοκληρωνόταν  το χρηματοδοτικό πρόγραμμα.
Τελειώνει , λοιπόν, το χρηματοδοτικό πρόγραμμα,  παραμένουν όμως οι «μεταρρυθμίσεις». Συνεπώς δεν πρόκειται για το τέλος του Μνημονίου , όπως αναγγέλλει η κυβέρνηση , διότι το θεσμικό πλαίσιο  λειτουργίας  της οικονομίας που  δημιουργήθηκε μέσω του Μνημονίου εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ.
Επίσης παραμένει και βρίσκεται σε ισχύ , ο υπέρτατος περιορισμός της ελληνικής οικονομίας,  που συνίσταται,  στον τρόπο διαχείρισης του δημοσίου χρέους  σύμφωνα με όσα απορρέουν από το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής του Μνημονίου. Ως γνωστόν προβλέπει συγκεκριμένους ετήσιους ποσοτικούς στόχους πρωτογενών πλεονασμάτων,  και ρυθμών μεγέθυνσης του ΑΕΠ. Εμμέσως , πλην σαφώς, υποθέτει και συγκεκριμένο πλαίσιο εντός του οποίου χρειάζεται να κινηθεί το κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου τουλάχιστον μέχρι το 2020 ώστε να συνάδει με τους υπολογισμούς βιωσιμότητας του χρέους.
 Το ερώτημα που γεννιέται είναι το εξής: με τη μη επιθυμία της κυβέρνησης για συνέχιση της χρηματοδότησης ανακτούνται βαθμοί ελευθερίας στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής από την ελληνική κυβέρνηση;
Ας επιχειρήσουμε να απαντήσουμε .
Α) Η κυβέρνηση, όπως προκύπτει από την υπέρμετρη υποστήριξη της προς το νέο θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας, αλλά και ότι σε διάφορα σημεία είχε υπερκεράσει τις απόψεις της Τρόικας[1], θα συνεχίσει να ασκεί την οικονομική πολιτική εντός του συγκεκριμένου πλαισίου .   Είναι προφανές ότι δεν δημιουργείται κανένας εμφανής βαθμός διαφοροποίησης .
Β) Ανακτά βαθμούς ελευθερίας στο δημοσιονομικό πλαίσιο άσκησης πολιτικής; Ως προς τους στόχους εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους , όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, αλλά και με βάση το νέο πλαίσιο λειτουργίας  της Ευρωπαϊκής Διακυβέρνησης θεωρώ ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει τη δυνατότητα απόκτησης βαθμών ελευθερίας  ικανών να χαλαρώσουν το αποπνικτικό δημοσιονομικό πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας. Μια πιθανή αναδιάταξη των τρόπων επίτευξης των διακηρυγμένων ποσοτικών στόχων ίσως να είναι εφικτή αλλά και αυτή είναι «μηδενικού αθροίσματος». Ο τρόπος  αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους  θα επιφέρει μικρή ή μεγάλη  χαλάρωση του ασφυκτικού δημοσιονομικού πλαισίου.
Γ) Εκεί που φαίνεται να αποκτιέται βαθμός ελευθερίας   αφορά στη δυνατότητα πρόσβασης στις χρηματοπιστωτικές αγορές (Χ/Α), προκειμένου να χρηματοδοτηθούν από εδώ και πέρα οι ανάγκες της ελληνικής οικονομίας. Δηλαδή στο πλέον δύσκολο χώρο όπου η διακινδύνευση είναι υψηλή και μεταβαλλόμενη.  Οι κίνδυνοι κόστους δανεισμού αλλά και οι συμφραζόμενες σηματοδοτήσεις μιας τέτοιας εξέλιξης πιθανόν να δημιουργήσουν μη υπολογιζόμενους κινδύνους σήμερα. Πάντως η δυνατότητα πρόσβασης στις Χ/Α , σε κανονικές συνθήκες , συνιστά σίγουρα αναγκαία συνθήκη δημιουργίας θετικών προσδοκιών για την ελληνική οικονομία, αλλά όχι ικανή από μόνη της να προκαλέσει την ανόρθωση της. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στο πρόσφατο παρελθόν υπήρξε  ελεύθερη πρόσβαση στις Χ/Α χωρίς αυτό να αποτελέσει πρόσφορο και εκμεταλλεύσιμο έδαφος για την ελληνική οικονομία , κάτι που αποδεικνύεται από τις γνωστές πρόσφατες εξελίξεις τις συνέπειες των οποίων βιώνουμε τα τελευταία πέντε έτη.
Δ) Με όσα αναφέραμε επιχειρούμε να δώσουμε εικόνα της γυμνής πραγματικότητας , πέρα από τους παραμορφωτικούς φακούς των πολιτικών και ιδεολογικών διαμεσολαβήσεων και ηθικοκανονιστικών στοχεύσεων. Τώρα, , με βάση την απεικόνιση της γυμνής πραγματικότητας,  είναι αποδεκτή ή κατακριτέα η επιλογή της μη συνέχισης του χρηματοδοτικού προγράμματος του ΔΝΤ, για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας ceteris paribus;
Θεωρώ ότι η μη συνέχιση του χρηματοδοτικού προγράμματος αποτελεί αναγκαίο βήμα  για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας , βεβαίως όχι ικανό , για την έξοδο από την κρίση. Ο δεδομένος βαθμός ελευθερίας  που θα αποκτηθεί ( έστω και κουτσουρεμένο λόγω της πιθανής ύπαρξης «προληπτικής γραμμής στήριξης») «επιλύει» προβλήματα , διευκολύνοντας τις μελλοντικές κυβερνήσεις να επιδιώξουν την απόκτηση περισσοτέρων βαθμών ελευθερίας , όταν θα υπάρξει η πολιτική βούληση για βελτιωτικές αλλαγές στο υπάρχον θεσμικό πλαίσιο αλλά και στο πρόβλημα αναδιάρθρωσης του δημοσίου χρέους.      

       


[1] Το 1921, στην Γερμανία, την εποχή των βάναυσων και απίστευτων επανορθώσεων από τους Συμμάχους, έμεινε γνωστή στην Ιστορία, η λεγόμενη «πολιτική της εκπλήρωσης». Η «πολιτική της εκπλήρωσης» σήμαινε ότι η Γερμανία θα έκανε ό,τι ήταν δυνατόν προκειμένου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που της είχαν επιβληθεί, αποδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο τον παραλογισμό της πολιτικής των επανορθώσεων.