Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

Το ελληνικό δημόσιο χρέος πάλι επί σκηνής.



Η έναρξη της συζήτησης για το ελληνικό χρέος είναι εκ νέου, ο βασικός στόχος της ελληνικής κυβέρνησης . Στόχος η απομείωση του  μέσω επιμήκυνσης του χρόνου αποπληρωμής και παράλληλης μείωσης των επιτοκίων.
 Σχεδόν πέντε χρόνια συμπληρώνονται από την απαρχή της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα , έχει πραγματοποιηθεί το PSI, βρίσκεται εν ισχύ το μνημονιακό πρόγραμμα και ακόμη το ζήτημα της διαχείρισης και της βιωσιμότητας  του ελληνικού χρέους εξακολουθεί  να αποτελεί το βασικό οικονομικό πρόβλημα στην χώρα. Το 2013 το ύψος του  ελληνικού δημοσίου  χρέους ήταν στο 175,1% του ΑΕΠ, με μεγάλη διαφορά πρώτο στην κατάταξη των χωρών της ΕΕ.
Το ύψος αυτό σε συνδυασμό με τον τρόπο που έχει επιλεχθεί να μειωθεί στο 120,0% το 2022, φαντάζει απίθανος να επιτευχθεί. Αυτό αποτελεί κοινό μυστικό σε όλους τους εμπλεκόμενους και απορρέει από το αλφαβητάρι της οικονομικής θεωρίας. Όμως το υπάρχον πολιτικό σκηνικό είναι πολύ δύσκολο να αποδεχθεί  δημοσίως ως σωστό παρότι  ιδιωτικά το αποδέχεται. Όταν ένα δημόσιο χρέος δεν είναι βιώσιμο απλά απομειώνεται με διοικητικό τρόπο με ότι αυτό συνεπάγεται για την οικονομία της χώρας. Πρόκειται για ζητήματα απλής λογικής. Δεν αποτελεί ζήτημα ηθικής τάξης ή δικαιοσύνης όπως υποστηρίζεται . Απομειώνεται για να επιτρέψει στην οικονομία της χώρας , μέσα από ένα συγκεκριμένο πλαίσιο αναδιάταξης της, να λειτουργήσει εκ νέου ώστε να εξασφαλίσει τις απαραίτητες συνθήκες διαβίωσης για τους κατοίκους της και να μπορέσει στη συνέχεια να ανταποκριθεί στις απομειωμένες υποχρεώσεις της. Το θέμα της απομείωσης του χρέους , σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία ανήκει σε μια οικονομική και νομισματική ένωση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά σε συμφωνία με τους εταίρους της. Εδώ τα πράγματα γίνονται περισσότερο περίπλοκα. Το ότι συμφωνήθηκε μια τέτοια απομείωση του ελληνικού χρέους αποτελεί σαφή ένδειξη ότι αυτό μπορεί να γίνει .Το ζήτημα είναι ότι θα πρέπει να πραγματοποιείται με τον ενδεδειγμένο τρόπο που θα επιτρέπει, κατ’ αρχάς, για μια ικανή περίοδο, την διοχέτευση των παραγομένων πλεονασμάτων της οικονομίας εκ νέου, στο εισοδηματικό κύκλωμα έτσι ώστε να υπάρξουν οι απαραίτητοι πόροι για τη μεγέθυνσή της.
Στην Ελλάδα, όπως είναι γνωστό, είχαμε την απομείωση του ελληνικού χρέους στις αρχές του 2012.  Η απομείωση αυτή είχε δύο βασικά αρνητικά στοιχεία.
 Πρώτον έγινε καθυστερημένα , δηλαδή σε λάθος χρόνο. Είναι εντελώς άλλο πράγμα η απομείωση να γίνει αμέσως στην αρχή της κρίσης, ώστε να μην βυθιστεί η οικονομία στην ύφεση. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι ο παρανομαστής του λόγου ΔΧ/ΑΕΠ είναι απολύτως σημαντικός στη διαμόρφωση του ποσοστού του ΔΧ ως προς το ΑΕΠ. Συνεπώς αν το ΑΕΠ δεν καταβυθιστεί, όπως στην περίπτωση της ελληνικής οικονομίας, η απαιτούμενη απομείωση θα είναι και μικρότερου μεγέθους.

Δεύτερον το καθαρό αποτέλεσμα , δεν ήταν του πρέποντος ύψους. Η ΤτΕ, (Το Χρονικό της Μεγάλης Κρίσης) καταγράφει αναλυτικά το καθαρό αποτέλεσμα του PSI.    
“Το πρώτο δίμηνο του 2012 ολοκληρώθηκαν οι διαπραγματεύσεις για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους, σύμφωνα με την οποία η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα ήταν μεγαλύτερη από ό,τι είχε προβλεφθεί αρχικά.
Υπολογίζεται ότι το ύψος των παλαιών δανείων προς τους ιδιώτες επενδυτές μειώθηκε το Φεβρουάριο κατά 106 δις ευρώ περίπου.
 Επίσης, με την επαναγορά χρέους, το Δεκέμβριο του 2012, το χρέος μειώθηκε περαιτέρω κατά 31,9 δις ευρώ, δηλαδή συνολικά κατά 137,9 δις ευρώ.
 Όμως, το καθαρό όφελος από την αναδιάρθρωση του χρέους μετριάστηκε σημαντικά, κυρίως λόγω:
(α) της ανάγκης για ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών με έκδοση νέου χρέους (ύψους 41 δισ. ευρώ εντός του 2012),
(β) του δανεισμού ύψους 11,3 δισ. ευρώ για την επαναγορά χρέους (το Δεκέμβριο),
(γ) του γεγονότος ότι η μείωση της αξίας των ομολόγων που διακρατούσαν τα ελληνικά ασφαλιστικά ταμεία ή άλλοι φορείς (ύψους 16,2 δισ. ευρώ) δεν οδήγησε σε μείωση του χρέους, επειδή επρόκειτο για ενδοκυβερνητικό χρέος,
 (δ) του δανεισμού 4,5 δισ. ευρώ για την παροχή ομολόγων του ΕFSF στα ασφαλιστικά ταμεία ως αντισταθμιστικού οφέλους έναντι της μείωσης των
απαιτήσεων που υπέστησαν,
 (ε) της ανάγκης για δανεισμό 11,9 δισ. ευρώ για την κάλυψη του ελλείμματος του 2012 (συμπεριλαμβανομένης της πληρωμής δεδουλευμένων τόκων το Φεβρουάριο αλλά όχι και της επίπτωσης από τη στήριξη τραπεζικών ιδρυμάτων) και (στ) λοιπών υποχρεώσεων του Δημοσίου (π.χ. πληρωμές στον ΕΜΣ, πληρωμές παλαιών οφειλών κ.λπ.) συνολικού ύψους 1,9 δισ. ευρώ.
 Το καθαρό τελικό αποτέλεσμα όλων των συναλλαγών ήταν η μείωση του χρέους εντός του 2012 μόνο κατά 51,2 δισ. ευρώ.”

Παράλληλα , και εδώ επιδεινώνεται περαιτέρω  η κατάσταση , διότι « Προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της αναδιάρθρωσης του χρέους ήταν μια νέα συμφωνία για τις αναγκαίες παρεμβάσεις στην οικονομία. Οι νέες ρυθμίσεις αποτυπώθηκαν στο Μνημόνιο Οικονομικών και Χρηματοπιστωτικών Πολιτικών” (ΜΟΧΠ) και στο “Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής”, τα οποία υιοθετήθηκαν από τη Βουλή στις 12 Φεβρουαρίου 2012 (Ν. 4046/2012).»
Επιβάλλεται , δηλαδή, ένα περιοριστικό πλαίσιο άσκησης οικονομικής πολιτικής που  στερεί  από την οικονομία  ακόμη και τους πόρους που συνιστούν το παραγόμενο  πρωτογενές πλεόνασμα,  αφού τους οδηγεί στην αποπληρωμή του χρέους . 

Συγχρόνως πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι  την άνοιξη του 2012 η ευρωζώνη δεσμεύτηκε έναντι επενδυτών ότι το ελληνικό κούρεμα ήταν μια μεμονωμένη περίπτωση που δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Εν τω μεταξύ το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού δημοσίου χρέους  βρίσκεται στα χέρια δημοσίων πιστωτών. Ένα κούρεμα λοιπόν χωρίς τη συμμετοχή των χωρών της ευρωζώνης και της ΕΚΤ προφανώς και δεν θα είχε νόημα.
Κατά πάσα πιθανότητα οι περισσότερες  εκτιμήσεις συγκλίνουν στο ότι και μετά τη λήξη του τρέχοντος προγράμματος βοήθειας στα τέλη του έτους, η Ελλάδα δεν θα είναι σε θέση να εξέλθει από την παγίδα του χρέους.
Όλοι γνωρίζουμε  ότι η στρατηγική της επιμήκυνσης της χρονικής διάρκειας αποπληρωμής  του χρέους με παράλληλη μείωση των επιτοκίων, η στρατηγική  του λεγόμενου light κουρέματος όμως έχει εφαρμοστεί ήδη, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν πλέον περιθώρια για περαιτέρω ουσιαστικές βελτιώσεις προς όφελος της Ελλάδας, δεδομένου ότι ο μέσος όρος των δανείων είναι τα 32 χρόνια (Δες: http://www.kostasmelas.gr/2014/04/blog-post_22.html).
Η πολιτική πραγματικότητα δείχνει ότι την επόμενη φορά που θα υπάρξει ανάγκη για την παροχή βοήθειας θα γίνει ό,τι είναι δυνατόν προκειμένου να βρεθεί μια ‘λύση’ η οποία απλά θα επιμηκύνει την παρούσα κατάσταση
Η ώρα της αλήθειας απλά μετατίθεται.