Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

«Ο μεγάλος και άγνωστος φόβος»



Όλοι μας είχαμε τους προσωπικούς μας τρόμους
 Τους ιδιαίτερους ίσκιους μας, τους μυστικούς μας φόβους.  
Μα τώρα ένας μεγάλος φόβος έπεσε απάνω μας, φόβος όχι
του ενός μα των πολλών.
Ένας φόβος σαν τη γέννηση και το θάνατο, καθώς βλέπουμε
τη γέννηση και το θάνατο μόνους
Μέσα σ' ένα κενό, ξεχωριστά.
Φοβούμαστε ένα φόβο που δεν μπορούμε να γνωρίσουμε, που
δε μπορούμε ν' αντικρίσουμε που κανείς δεν καταλαβαίνει,
 Κι οι καρδιές μας ξεριζώνονται το μυαλό μας ξεφλουδίζεται
σαν τις φλούδες κρεμμυδιού, κι ο εαυτός μας
χαμένος , χαμένος. 
Σ' έναν τελικό φόβο που κανείς δεν καταλαβαίνει.
Θ.Σ. ΕΛΙΟΤ.



Τους τελευταίους μήνες γίνεται όλο και πιο έντονη η επίκληση, από τη μεριά  της κυβέρνησης , της προάσπισης της πολιτικής σταθερότητας για να αποκρούσει διαμαρτυρίες για την ακολουθητέα οικονομική πολιτική, αλλά και του φόβου απώλειας των προσεχών εκλογών.
Όμως, η «πολιτική σταθερότητα» είναι  ευρύτερη και ουσιαστικότερη έννοια από εκείνη της  κυβερνητικής σταθερότητας. Διότι την τελευταία έχουν στο μυαλό τους όσοι επικαλούνται την πρώτη.  Είναι γνωστό ότι η πολιτική σταθερότητα συνδέεται με την ουσία των πολιτικών που υιοθετούνται και ασκούνται.  Θα ήταν ευχής έργο   κάθε φορά, «κυβερνητική» και «πολιτική» σταθερότητα να συμπίπτουν. Όμως αυτό είναι πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, όπως αποδεικνύεται, στις παρούσες συνθήκες κρίσης που διέρχεται η χώρα.
Η πολιτική σταθερότητα δυστυχώς κερδίζεται πολιτικά, δεν εκβιάζεται με κοινούς και συνηθισμένους τρόπους.
Γίνεται άμεσα κατανοητό ότι η μονότονη επανάληψη της σημασίας της πολιτικής σταθερότητας σκοπό έχει να απονομιμοποιήσει τις διαμαρτυρίες και να αποθαρρύνει την κριτική εκ μέρους των πολιτών για την εφαρμοζόμενη οικονομική πολιτική
 Παράλληλα, να δημιουργήσει τύψεις στους διαφωνούντες ότι συντελούν στην υπονόμευση της χώρας και απεργάζονται το κακό της Η προάσπιση της πολιτικής σταθερότητας της χώρας δεν έχει βάση από τη στιγμή κατά την οποία, εδώ και λίγα χρόνια, υπονομεύεται, άμεσα, η κοινωνική σταθερότητα. Η πολιτική σταθερότητα αποτελεί άδειο πουκάμισο  χωρίς την  κοινωνική συναίνεση.
Επίσης έχει ορισμένες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές προϋποθέσεις.  Δεν είναι εύκολο να γίνεται επίκληση της πολιτικής σταθερότητας σε μια χώρα που έχει 1,4 εκατομμύρια ανέργους , το 30% του πληθυσμού στα όρια της πτώχειας , όταν έχει απολεσθεί το 40 ,0% του εισοδήματος των κατοίκων και το 25,0% του ΑΕΠ τα τελευταία 5 χρόνια και μάλιστα με τη συμμετοχή των κυβερνήσεων που σήμερα επικαλούνται την πολιτική σταθερότητα κατακεραυνώνοντας τους πολιτικούς τους αντιπάλους ως λαϊκιστές κτλ.
Η κυβέρνηση δείχνει να εμμένει στη διαφύλαξη  της πολιτικής σταθερότητας, εννοώντας την δική της κυβερνητική σταθερότητα και  αγνοώντας την αποσάθρωση κοινωνικού ιστού. Επικεντρώνεται στον τρόπο αντιδράσεων κατά της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής αποδίδοντας σε αυτές λαϊκισμό και ύποπτα κίνητρα χωρίς να έχει διάθεση να κοιτάει τα αίτια των αντιδράσεων αυτών…
Το να επιθυμεί η κυβέρνηση να δημιουργήσει κλίμα υπέρ της είναι κατανοητό και πολιτικά θεμιτό. Το να προσπαθεί, όμως, να δημιουργήσει σκηνικό όπου κάθε διαφωνία ή τυχόν καταψήφιση της στις εθνικές εκλογές θεωρείται ως υπονόμευση της όποιας ανάκαμψης ή να εκλαμβάνεται ως πράξη εχθρική κατά της χώρας, τότε η κυβέρνηση απλά εντείνει την αστάθεια και διχάζει την ελλαδική κοινωνία.
Αν αποθαρρύνονται οι πολίτες να εκφράζουν, τη διαφωνία τους στις εκλογές ή να κάνουν κριτική στην κυβέρνηση από φόβο μήπως κατηγορηθούν για έλλειψη πατριωτισμού, τότε μην έχοντας τη δυνατότητα να διοχετεύσουν τη δυσαρέσκεια τους μέσω νόμιμων διόδων θα απομείνει ο μονόδρομος της κοινωνικής έκρηξης. Και τότε η πολιτική σταθερότητα θα κινδυνεύσει αληθινά…

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Ο σχεδιασμός της κυβέρνησης για την αντιμετώπιση των χρηματοδοτικών αναγκών το 2015.



Η κυβέρνηση φαίνεται αποφασισμένη να μην προχωρήσει σε νέο πρόγραμμα χρηματοδότησης από την ΕΕ ( ESM) και συγχρόνως να μην δεχθεί (;)τα συμφωνηθέντα ποσά από το ΔΝΤ ύψους 9,0 δις ευρώ  σε πέντε δόσεις  των 1,8δις η καθεμία για την περίοδο Μάρτιος  2015- Μάρτιος 2016. Επομένως φαίνεται ότι έχει αποφασίσει να προχωρήσει μόνη της , από εδώ και πέρα, στην χρηματοδότηση των αναγκών της ελληνικής οικονομίας για το έτος 2015 και φυσικά για τα επόμενα έτη. Υπάρχουν αυτές οι δυνατότητες  ; Θεωρητικά υπάρχουν οι δυνατότητες πάντοτε όμως με τις αβεβαιότητες που ενυπάρχουν στις οικονομικές εξελίξεις  εγχώριες και διεθνείς.
Η χρηματοδότηση του προγράμματος από το EFSF τελειώνει το Δεκέμβριο 2014. Απομένουν ακόμη 1,8 δις ευρώ. Για το 2014 η χρηματοδότηση του προγράμματος  από το ΔΝΤ, περιλαμβάνει ακόμη μια δόση ύψους 3,5δις ευρώ. Προϋπόθεση για την εκταμίευση  των παραπάνω ποσών είναι η θετική κατάληξη της αξιολόγησης που βρίσκεται εν εξελίξει.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν ακόμη ποσά ύψους 2,5 δις ευρώ που έχει λαμβάνειν η ελληνική κυβέρνηση από το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων της ΕΚΤ και των υπολοίπων Εθν. ΚΤ (πρόγραμμα SMP +ANFA).     
Σύμφωνα με τους υπάρχοντες υπολογισμούς του ΥΠ.ΟΙΚ, οι ανάγκες χρηματοδότησης της ελληνικής οικονομίας για το 2014 μπορούν να επιτευχθούν ανεξάρτητα από το αν ληφθούν οι δύο τελευταίες δόσεις από το EFSF και ΔΝΤ.
Τι σηματοδοτεί αυτή η κατάσταση; Κατά την άποψή μου δύο εξελίξεις:
 α) η θετική κατάληξη της αξιολόγησης και η εκταμίευση των δόσεων δημιουργεί ένα πλεόνασμα χρηματοδότησης άκρως απαραίτητο για την ελληνική οικονομία που δημιουργεί ένα μικρό μαξιλάρι ασφαλείας για τις  μελλοντικές εξελίξεις. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι ακόμη και στην περίπτωση που επιμερισθεί η εκταμίευση των δύο δόσεων σε περισσότερες υπο-δόσεις  αναλόγως του βαθμού ικανοποίησης των προαπαιτούμενων (τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω,  δημιουργούν υψηλής έντασης προβλήματα πολιτικής φύσεως στην κυβέρνηση στην παρούσα πολιτική συγκυρία) , κάτι που φαντάζει αρκετά πιθανό , πάλι θα δημιουργηθεί ένα πλεόνασμα χρηματοδότησης.
β) ότι υπάρχει η περίπτωση , να λήξει το πρόγραμμα το Δεκέμβριο του 2014 και να μην εκταμιευθούν τα χρήματα, αν η ελληνική κυβέρνηση δεν προχωρήσει στην ικανοποίηση των απαιτουμένων δεσμεύσεων. Στην περίπτωση αυτή η ελληνική κυβέρνηση θα περιορισθεί στα χρήματα του ΤΧΣ για την κάλυψη πιθανών εκτάκτων αναγκών. Μάλιστα υπάρχει  η δήλωση του Κλάους Ρέγκλινγκ  (Bloomberg 18.09.2014) που υπογραμμίζει  αυτή την πιθανότητα: «Το πρόγραμμα για την Ελλάδα θα λήξει στο τέλος του 2014 ανεξαρτήτως αν παραμείνουν αδιάθετα κεφαλαία», τόνισε ο επικεφαλής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Διάσωσης (ESM).
Ο γερμανός τεχνοκράτης επισήμανε ότι αν τα χρήματα δεν έχουν διατεθεί έως τότε, είτε δεν θα διατεθούν καθόλου, είτε αν κάποιος θέλει να υπάρξει επιμήκυνση του προγράμματος αυτό θα πρέπει να γίνει μέσω πολιτικής διαδικασίας. 
Τώρα η κυβέρνηση δια στόματος Υπουργού Οικονομικών , δηλώνει ότι τα χρήματα που έχουν απομείνει στο ΤΧΣ (11,6 δις ευρώ) θα επιστραφούν για την απομείωση του Δημοσίου χρέους . Η δήλωση αυτή γίνεται πριν από την ολοκλήρωση των stress test και την γνώση των αποτελεσμάτων για τις ελληνικές τράπεζες. Προεξοφλεί ο υπουργός ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν θα χρειαστούν νέα κεφάλαια ;  Ή ότι αν χρειαστούν θα είναι σε θέση να τα καλύψουν από την αγορά. Είναι ένα θέμα  για το οποίο σύντομα θα έχουμε τις απαντήσεις.
Οι δανειακές ανάγκες της χώρας για την αποπληρωμή λήξης χρέους  ,το 2015, ανέρχονται σε 34,5 δις ευρώ (ΔΝΤ). Αποτελούνται δε από:  αποπληρωμή βραχυπρόθεσμου δανεισμού – έντοκα γραμμάτια (ΕΓ) ύψους + 18,0 δις ευρώ, αποπληρωμή μεσοπρόθεσμου και μακροχρόνιου δανεισμού –  ύψους +7,9 δις ευρώ, και αποπληρωμή δανείων προς το ΔΝΤ ύψους +8,6 δις ευρώ .
Επίσης χρειάζεται να καταβληθούν 9,1 δις ευρώ για τόκους και 2,5 δις για ληξιπρόθεσμες οφειλές. Σύνολο 11, 6 δις ευρώ . Συνολικά : 46,1 δις ευρώ.
Οι  πηγές χρηματοδότησης προγραμματίζονται να είναι οι εξής :
Βραχυπρόθεσμος δανεισμός  15,0 δις ευρώ, Ιδιωτικοποιήσεις 2,2 δις ευρώ, Προνομιούχες μετοχές των ελληνικών τραπεζών 2,7 δις ευρώ ,  Πρόγραμμα SMP +ANFA 2,0 δις ευρώ, πρωτογενές πλεόνασμα (3,0% του ΑΕΠ) 5,6 δις ευρώ.
Σύνολο 27 δις ευρώ.  Άρα υπολείπονται 19,1 δις ευρώ από τις ανάγκες. Όλα αυτά με την παραδοχή ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα επιτευχθεί καθώς και ο στόχος των ιδιωτικοποιήσεων. Αν θεωρήσουμε ακόμη μια συνηθισμένη λογιστική διευθέτηση , τη χρονική μετάθεση τόκων ύψους 3,0 δις ευρώ  χρειάζονται ακόμη 16,1  δις ευρώ.  
Συνεπώς αυτό το ποσό ζητά να καλύψει η ελληνική κυβέρνηση με διάφορους τρόπους.
Αν υπάρξει πλεόνασμα χρηματοδότησης για το 2014 μπορεί να χρησιμοποιηθεί για κάλυψη μέρους του αναφερόμενου ποσού. Το υπόλοιπο θα πρέπει να καλυφθεί από τις αγορές .
Όμως η επικέντρωση  στους τρόπους  αναχρηματοδότησης των αναγκών της ελληνικής οικονομίας μετά το τέλος του προγράμματος χρηματοδότησης από ΕΕ και ΔΝΤ δεν συνιστά σε καμία περίπτωση τέλος των μνημονιακών  υποχρεώσεων ως προς την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους που συνιστά τον υπερκείμενο  αρνητικό  προσδιορισμό της ελληνικής οικονομίας , όσο και αν ορισμένοι (ομολογουμένως λίγοι πλέον) το αρνούνται . Δηλαδή όσο εξακολουθεί να υπάρχει ό υπερκείμενος αυτός  προσδιορισμός δεν φαίνεται να αποκτιούνται βαθμοί ελευθερίας στην ασκούμενη οικονομική πολιτική, όπως θέλει να δείξει η κυβέρνηση με την μη αποδοχή νέου χρηματοδοτικού προγράμματος αλλά και τη διαφαινόμενη μη συνέχιση της χρηματοδότησης από το ΔΝΤ.
Και αυτό αποτελεί το μεγάλο πρόβλημα σε πολιτικό  κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.    


Τετάρτη, 24 Σεπτεμβρίου 2014

Η εποχή της Secular Stagnation.




Η συζήτηση που άνοιξε το ΔΝΤ (Νοέμβριος 2013) είχε ως αποτέλεσμα να καθιερωθεί , ως πρώτο θέμα, σε παγκόσμιο επίπεδο, το ζήτημα της διαρκούς ή μόνιμης στασιμότητας( Secular Stagnation- SecStag ), ως η μεγαλύτερη απειλή της παγκόσμιας οικονομίας τη σύγχρονη  περίοδο.
Την πρώτη συζήτηση ακολούθησαν σειρά παρεμβάσεων έτσι ώστε σήμερα να είμαστε σε θέση να προσδιορίσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά της SecStag . Για την ώρα υπάρχει συμφωνία μεταξύ των οικονομολόγων για τα εξής χαρακτηριστικά της SecStag .
-          Όταν η οικονομία βρίσκεται σε κατάσταση  SecStag, απαιτούνται αρνητικά πραγματικά επιτόκια για να ισορροπήσει η αποταμίευση με την επένδυση σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης.
-          Η επίτευξη πλήρους απασχόλησης (σε κατάσταση SecStag) είναι σχεδόν απαγορευτική σε καθεστώς χαμηλού πληθωρισμού και σχεδόν μηδενικών επιτοκίων (όπως συμβαίνει στη σημερινή συγκυρία).
-          Είναι σχεδόν αδύνατον για μια οικονομία να επιτύχει ταυτόχρονα πλήρη απασχόληση, ικανοποιητική μεγέθυνση και χρηματοπιστωτική σταθερότητα (στη σημερινή συγκυρία)
-          Υπάρχει ένα ερώτημα αν η παρούσα κατάσταση SecStag ομοιάζει με τις παρελθούσες αντίστοιχες καταστάσεις ή έχει και διαφορετικά σημεία.

Στις αναπτυγμένες οικονομίες της Δύσης ,διαπιστώνεται η ύπαρξη ενός εμμενούς χάσματος μεταξύ μακροχρονίου δυνητικού ρυθμού μεγέθυνσης του ΑΕΠ και του αντίστοιχου πραγματοποιούμενου.
Επίσης  παρατηρείται μια συνεχής πτώση των πραγματικών επιτοκίων αρχής γενομένης από τη δεκαετία του 1990. Συγκεκριμένα : τα πραγματικά επιτόκια στις ΗΠΑ ακολούθησαν πτωτική πορεία τα τελευταία 30 έτη : από  5,0% τη δεκαετία του 1980, σε 2,0% τη δεκαετία του 1990, σε 1,0% τη δεκαετία 2010 και μετά την χρηματοπιστωτική  κρίση περίπου στο -1,0%. Στην ευρωζώνη από 4,0% το 1994 στο -2,0% το 2012 και -0,5% το 2014. (Γραφική παράσταση 1)

Γραφική παράσταση 1

 


Τα  χαμηλά επιτόκια έχουν σημαντικό ρόλο στη συζήτηση για την SecStag για τους εξής λόγους:
-          Εάν τα πραγματικά επιτόκια είναι χαμηλά σε κανονικούς καιρούς, τότε σε περιπτώσεις που υπάρξουν δυσμενή μακροοικονομικά shocks θα χρειάζονται αρνητικά πραγματικά επιτόκια για να επιτευχθεί η εξισορρόπηση αποταμίευσης- επένδυσης στο επίπεδο της πλήρους απασχόλησης. Σε περιβάλλον χαμηλού πληθωρισμού, αυτή η κατάσταση αδρανοποιεί τα αποτελέσματα της νομισματικής πολιτικής.
-          Τα χαμηλά ονομαστικά και πραγματικά επιτόκια υποσκάπτουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Για τους εξής λόγους: 1. Αυξάνουν την ροπή προς τον κίνδυνο που αναλαμβάνουν οι επενδυτές σε αναζήτηση κέρδους, μιας και το κόστος των αναλαμβανομένων υποχρεώσεων φαίνεται πολύ χαμηλό και εύκολο να καλυφθεί 2. Αυξάνουν την ροπή προς μεγαλύτερο δανεισμό. 3. Δημιουργούν καταστάσεις Πυραμίδας Ponzi καθώς τα επιτόκια φαίνονται χαμηλά σε σχέση με τους προσδοκώμενους ρυθμούς μεγέθυνσης


Με την ύπαρξη του ορίου  μηδέν  στα  ονομαστικά επιτόκια  , κάτι που συναρτάται απολύτως με την ύπαρξη της κατάστασης διαρκούς στασιμότητας (SecStag) , τα  χαμηλά πραγματικά επιτόκια μπορούν να παράγουν χρηματοοικονομικές  φούσκες και να υποθάλψουν χρηματοπιστωτική αστάθεια. Όταν το πραγματικό επιτόκιο, r, κινείται πολύ κοντά με το ρυθμό μεγέθυνσης, g , οι τιμές των στοιχείων του ενεργητικού αρχίζουν μια πορεία «έκρηξης» με «ορθολογικό» τρόπο.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο χρυσός. Εάν η προσφορά χρυσού είναι αμετάβλητη και ο καθένας επενδύει σταθερό μερίδιο από το αυξανόμενο εισόδημά του σε αυτόν, τότε η τιμή του χρυσού θα αυξηθεί σύμφωνα με το ποσοστό αύξησης του εισοδήματος g. Όσο το ποσοστό g έχει την ίδια τιμή με το εναλλακτικό πραγματικό επιτόκιο r, οδηγούμαστε σε μια  ορθολογική  φούσκα – όπου ως ορθολογική φούσκα ορίζουμε ένα περιουσιακό στοιχείο η τιμή του οποίου υπερβαίνει την παρούσα αξία της σχετικής εισοδηματικής ροής που αυτό δημιουργεί.
Αλλά ακόμη και χωρίς την ακραία αυτή υπόθεση, χαμηλό r, τείνει να υποβοηθά στη δημιουργία φούσκας στα στοιχεία ενεργητικού. Οι χρηματοοικονομικές φούσκες είναι  ο εναλλακτικός τρόπος της κοινωνίας να συμφωνήσει με την υπερβάλλουσα αποταμίευση όταν η δημοσιονομική πολιτική δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες της. Αγοράζοντας υπερτιμημένα στοιχεία ενεργητικού (κατά τη διάρκεια της δημιουργίας φούσκας ) με την πρόθεση να πωληθούν αργότερα σε υψηλότερες τιμές είναι ένας διαφορετικός τρόπος αύξησης της αποταμίευσης μεταθέτοντας την κατανάλωση στο μέλλον.
 Όταν κανένας δεν θέλει να επενδύσει διότι το  r είναι χαμηλότερο από το g, και αγοράζει «φουσκωμένα» στοιχεία του ενεργητικού, οι τιμές των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού αυξάνονται, αποδίδοντας υψηλότερα κέρδη στους πωλητές οι οποίοι , τότε, έχουν τη δυνατότητα να αυξήσουν την κατανάλωσή τους. Η επιπρόσθετη κατανάλωση αποκαθιστά το ισοζύγιο μεταξύ προσφοράς και ζήτησης για δανειακά κεφάλαια στην κεφαλαιαγορά. Αυτό εξηγεί το ότι ,τα διαμερίσματα υψηλής αξίας στη Σαγκάη είναι άδεια. Πρόκειται για «φουσκωμένης αξίας» στοιχεία του ενεργητικού που λειτουργούν ως αποθησαύριση αξίας.  Το g είναι υψηλό στην Κίνα , το r δεν είναι, και μια «ορθολογική» χρηματοοικονομική φούσκα αναδύεται. 
Η δημοσιονομική πολιτική καθίσταται αναγκαία για να απορροφηθεί η υπερβάλλουσα αποταμίευση μετά το σκάσιμο μιας φούσκας και κατά τη διάρκεια της απομόχλευσης του ιδιωτικού τομέα. Περισσότερο θα λέγαμε, ότι  η άσκηση της δημοσιονομικής πολιτικής, θα μπορούσε να βοηθήσει στην αποτροπή δημιουργίας «ορθολογικών» φουσκών. Στην οικονομία ομιλούμε για το παράδοξο των γερασμένων  κοινωνιών. Οι ηλικιωμένοι – ceteris paribus- επιδιώκουν την αύξηση των απαιτούμενων αποταμιεύσεων. Η αύξηση της προσφοράς αποταμίευσης αποτελεί μια από τις βασικές δυνάμεις που σπρώχνουν προς τα κάτω το πραγματικό επιτόκιο. Ακόμη , οι γερασμένες κοινωνίες , όπως οι δυτικές , κινδυνεύουν να δημιουργήσουν πιο εύκολα φούσκες. Με την παρούσα κατάσταση σε διεθνές επίπεδο παρατηρούμε ότι τόσο η Κίνα όσο και η Ευρώπη έχουν πλεόνασμα αποταμίευσης το οποίο θα πρέπει να το μειώσουν εγχωρίως και όχι τροφοδοτώντας την αμερικανική κατανάλωση μέσω αγοράς χρηματοπιστωτικών – αποταμιευτικών  τίτλων των ΗΠΑ. Το πρόβλημα λύνεται βεβαίως με την ανάλογη αύξηση της εγχώριας ζήτησης (επενδυτικής και καταναλωτικής). Μιας ζήτησης η οποία μην γελιόμαστε, πρέπει να κατευθυνθεί από τη δημοσιονομική πολιτική, ακριβώς όπως συνέβαινε πάντοτε και διαχρονικά σε όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις από την εποχή τουλάχιστον του Πεισίστρατου.




Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Οι χρηματοδοτικές ανάγκες της ελληνικής οικονομίας το 2015 , η λήξη του μνημονίου , οι ευρωπαίοι και το ΔΝΤ.


Όπως είναι γνωστό η  χρηματοδότηση του προγράμματος, εκ μέρους της ΕΕ, στο οποίο έχει υποβληθεί  η ελληνική οικονομία τα τελευταία πέντε χρόνια τελειώνει στο τέλος του 2014. Θα υπάρχει ακόμη,  η συμφωνηθείσα χρηματοδότηση από το ΔΝΤ ύψους 12 δις ευρώ , μέχρι το Μάρτιο του 2016. Τελειώνει και το Μνημόνιο; Τυπικά ναι. Εκτός αν υπάρξει νέα χρηματοδότηση για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού του 2015 (περίπου 12 δις ευρώ) και ως εκ τούτου συμφωνηθεί νέο πρόγραμμα. Σύμφωνα με όλες τις υπάρχουσες πληροφορίες, αλλά και τα πολιτικά συμφραζόμενα , φαίνεται ότι καμία πλευρά δεν επιθυμεί ένα νέο πακέτο χρηματοδότησης με ότι αυτό συνεπάγεται σε οικονομικό πρόγραμμα. Όμως οι εξελίξεις δεν προμηνύονται τόσο απλές.  Συγκεκριμένα :
1.       Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις φαίνεται ότι  δεν επιθυμούν να δώσουν νέο δάνειο στην Ελλάδα. Υπάρχουν εσωτερικές δυσκολίες σε κάθε χώρα δεδομένου ότι οποιαδήποτε χρηματοδότηση πρέπει να εγκριθεί από το αντίστοιχο κοινοβούλιο και ένα ακόμη πακέτο χρηματοδότησης θα έθετε εν αμφιβόλω την αποτελεσματικότητα του μέχρι σήμερα σχεδιασμού κάτι που βεβαίως δεν επιθυμούν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και πρωτίστως η γερμανική. Παράλληλα βλέπουν  με δυσπιστία την άποψη της ελληνικής κυβέρνησης ότι  είναι σε θέση να καλύψει μόνη της τις χρηματοδοτικές της ανάγκες . Η πρόταση της ελληνικής κυβέρνησης αξιολογείται, αλλά στηρίζεται σε προϋποθέσεις που μπορούν να μεταβληθούν στο προσεχές μέλλον. Επίσης παρότι υπάρχει σε εφαρμογή το πλαίσιο της νέας ευρωπαϊκής διακυβέρνησης εκτιμούν ότι η Ελλάδα αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση και επομένως χρειάζεται τουλάχιστον ένας βαθμός μεγαλύτερης επιτήρησης για την συγκεκριμένη χώρα.  
2.       Το ΔΝΤ έχει καταστήσει σαφές ότι δεν μπορεί να συνεχίσει την χρηματοδότηση μιας χώρας της ευρωζώνης χωρίς την ταυτόχρονη παρουσία της ΕΕ. Αυτό σημαίνει ότι σκέπτεται να μην προχωρήσει σε χρηματοδότηση των υπολοίπων 12 δις ευρώ που απομένουν και έχουν συμφωνηθεί να χορηγηθούν μέχρι τον Μάρτιο του 2016. Όμως το ΔΝΤ έχει ένα ακόμη πρόβλημα . Ή πρέπει να αποχωρήσει υποστηρίζοντας ότι το χρέος της χώρας είναι βιώσιμο , δεσμεύεται εκ του καταστατικού του, ή αν αποχωρίσει χωρίς αυτή τη διαβεβαίωση , θα πρέπει να απαιτήσει άμεσα τα χρήματα που έχει καταβάλει μέχρι τώρα. Οι ευρωπαίοι βεβαίως δεν επιθυμούν την δεύτερη εξέλιξη διότι κάποιος πρέπει να επιστρέψει ποσόν περίπου 30  δις ευρώ στο ΔΝΤ. Η Ελλάδα σίγουρα δεν μπορεί. Για το λόγο αυτό η ανάγκη να καταστεί το ελληνικό χρέος βιώσιμο αποτελεί τη Λυδία λίθο του ζητήματος. Εδώ όπως είναι γνωστό αρχίζουν άλλου είδους προβλήματα δεδομένου ότι οι ευρωπαίοι αρνούνται να υποστούν απομείωση των χορηγηθέντων δανείων στην Ελλάδα και προσανατολίζονται στην χρονική επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής και σε μείωση των επιτοκίων , κάτι που , εμμέσως έχει διακηρύξει και το ΔΝΤ, δύσκολα θα καταστήσει το ελληνικό δημόσιο χρέος βιώσιμο. 
3.       Η ελληνική κυβέρνηση, η οποία δεν επιθυμεί πρωτίστως για πολιτικούς λόγους νέα χρηματοδότηση και νέα συμφωνία,  υποστηρίζει ότι μπορεί να καλύψει οποιοδήποτε χρηματοδοτικό κενό το 2015, ακόμη και αυτό που θα προκύψει εάν φύγει το ΔΝΤ. Βεβαίως αυτό συνεπάγεται  ότι θα είναι σε θέση να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της και τα επόμενα έτη .  Οι ακαθάριστες δανειακές ανάγκες της χώρας για το 2015 ανέρχονται σε 35 δις ευρώ (ΔΝΤ). Αποτελούνται δε από:  αποπληρωμή βραχυπρόθεσμου δανεισμού – έντοκα γραμμάτια (ΕΓ) ύψους + 18,0 δις ευρώ, αποπληρωμή μεσοπρόθεσμου και μακροχρόνιου δανεισμού – επαναγορά προνομιακών μετοχών των εμπορικών τραπεζών ύψους +7,9 δις ευρώ, και αποπληρωμή δανείων προς το ΔΝΤ ύψους +8,6 δις ευρώ  και χρηματοδότηση του συνολικού ελλείμματος Γενικής Κυβέρνησης ,ύψους 2,2 δις ευρώ.  Λαμβάνοντας υπόψη της προγραμματισμένες  ιδιωτικοποιήσεις  -2,2 δις ευρώ (οι οποίες χρειάζεται να πραγματοποιηθούν)  , τις επιστροφές από την ΕΚΤ -2,0 δις ευρώ (ANFA -0,5 δις + SMP- 1,5δις ευρώ) και τις καθυστερημένες εκκαθαρίσεις +2,5 δις ευρώ , δηλαδή συνολικά -1,8 δις ευρώ φθάνουμε στις συνολικές ακαθάριστες δανειακές ανάγκες της χώρας για το 2015.
4.        Τώρα , σύμφωνα πάντα με το πρόγραμμα , οι πηγές χρηματοδότησης είναι :  βραχυπρόθεσμος  δανεισμός –ΕΓ  = 15,0 δις ευρώ, 4 δόσεις του ΔΝΤ συνολικού ύψους 7,8 δις ευρώ. Αν αποχωρήσει το ΔΝΤ και δεν χορηγήσει τις συμφωνηθείσες δόσεις του 2015 το ελληνικό δημόσιο θα πρέπει να αναζητήσει επιπλέον  19,8 δις ευρώ .  Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η ύπαρξη ή όχι πρόσθετων χρηματοδοτικών αναγκών του ελληνικού κράτους (πέρα από τα αρχικώς υπολογισθέντα 35,0  δις ευρώ)μεσοπρόθεσμα και το ύψος τους, αποτελούν συνάρτηση των αποτελεσμάτων των stress tests στις τέσσερις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες  που θα διενεργήσει η ΕΚΤ στα τέλη του τρέχοντος έτους, στο πλαίσιο της διαδικασίας τραπεζικής ενοποίησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και του βαθμού προόδου και των εισπράξεων του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων.  Επομένως  οι πόροι στους οποίους υπολογίζει η ελληνική κυβέρνηση είναι τα υπόλοιπα του ΤΧΣ (περίπου 11 δις ευρώ, με την προϋπόθεση να μην χρειασθούν νέα κεφάλαια για το τραπεζικό σύστημα ), με την κεντρική διαχείριση αδρανών ρευστών διαθεσίμων φορέων της γενικής κυβέρνησης, των οποίων η διαχείριση ήταν έως τώρα κατακερματισμένη σε αυτούς, θα καλύψει μέρος των χρηματοδοτικών αναγκών  της τάξης των €3 δισ.,  και τα υπόλοιπα  με εκδόσεις χρέους (κυρίως  ομολόγων) . Η επιτυχία  έκδοσης  ομολόγων όπως γίνεται κατανοητό  εξαρτάται από πλήθος παραγόντων και έχει μεγάλη αβεβαιότητα. Επίσης θα αυξήσει και το κόστος δανεισμού δεδομένου ότι αυτό θα υπερβαίνει κατά πολύ το αντίστοιχο κόστος με το οποίο δανείζεται από το  ΔΝΤ( κυμαινόμενο επιτόκιο 2,0% + SDR , με ημερομηνία 21.09.2014 επιτόκιο SDR= 0,03%). Βεβαίως με το πιο αισιόδοξο σενάριο (οι ελληνικές τράπεζες δεν θα χρειαστούν νέα κεφάλαια  και η διαχείριση των αδρανών ρευστών ανέλθει στα 5,0 δις ευρώ ) οι ανάγκες που θα χρειαστεί να καλυφθούν από τις αγορές  θα κυμανθούν γύρω στα 5,0 δις ευρώ. Όμως όλοι οι αναλυτές ομιλούν ότι οι ελληνικές τράπεζες θα χρειαστούν από 5-7 δις ευρώ . Επομένως  η αναζητούμενη χρηματοδότηση  ανέρχεται σε 10-12 δις ευρώ. Αν , όπως υποστηρίζει το υπουργείο οικονομικών, δεν θα κάνει χρήση των πόρων του ΤΧΣ, η ελληνική οικονομία θα πρέπει να δανεισθεί το συνολικό ποσό των 35 δις ευρώ.  
5.        Υπάρχει μια περαιτέρω δυσκολία για την ελληνική κυβέρνηση  : Η ΕΚΤ, έχει ξεκαθαρίσει  ότι δεν θα δέχεται τα ελληνικά ομόλογα ως ενέχυρα για την παροχή ρευστότητας, εάν η Ελλάδα δεν βρίσκεται σε κάποιο πρόγραμμα με αυστηρή επιτήρηση. Γίνεται αντιληπτό το τεράστιο πρόβλημα που προκύπτει για την απρόσκοπτη συνέχιση της χρηματοδότησης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος αν πράγματι συμβεί κάτι τέτοιο.

6.       Το μόνο σίγουρο, με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα, είναι ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να ευρίσκεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο,  υπό το καθεστώς  υψηλής  επιτήρησης για αρκετό χρονικό διάστημα ακόμη.   Το αν θα αποκτήσει κάποιους βαθμούς ελευθερίας στην ασκούμενη οικονομική πολιτική εξαρτάται πρωτίστως από την πολιτική βούληση των κυβερνώντων σε συνάρτηση με το κατά πόσον θεωρούν το υπάρχον πρόγραμμα ως θέσφατα ή όχι.