Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

Η Ιστορία δεν μπορεί να δοθεί ως διαδοχή.



Η διερεύνηση του μέλλοντος ανέκαθεν απασχολούσε τους ανθρώπους κάθε ιστορικής εποχής. Τα ατομικά αλλά και τα συλλογικά ανθρώπινα υποκείμενα επιδιώκουν προγνώσεις  σύμφωνα με τις οποίες , με τον έναν ή τον άλλο τρόπο , προσπαθούν να καθορίσουν τη συμπεριφορά τους  στοχεύοντας στη διασφάλιση της ύπαρξής τους. Είναι κοινά αποδεκτό όμως ότι η μελλοντική ιστορία της ανθρώπινης κατάστασης είναι κατά βάση απρόβλεπτη. Παρότι η ιστορία εμφανίζεται ως ο τόπος των συνειδητών πράξεων συνειδητών όντων , με μια κοντινή ματιά όλα αυτά ανατρέπονται. Εύκολα διαπιστώνεται ότι η ιστορία είναι ο χώρος των μη-συνειδητών προθέσεων και των μη ηθελημένων σκοπών όπως υποστήριζε ο Ένγκελς. Τα πραγματικά αποτελέσματα της ιστορικής δράσης των ανθρώπων δεν είναι περίπου ποτέ αυτά που τα δρώντα υποκείμενα είχαν ως στόχο. [1]
Παρόλα αυτά , η έντονη ανθρώπινη επιθυμία για προγνώσεις , έχει οδηγήσει σε πληθώρα προσπαθειών για το σκοπό αυτό μέσω της κατασκευής θεωριών και υποδειγμάτων οι οποίες σχεδόν στο σύνολό τους προσλαμβάνουν τον επιθετικό προσδιορισμό «επιστημονικές». Στο πλαίσιο αυτής μας της τοποθέτησης , αποφεύγοντας να εμπλακούμε σε συζητήσεις μεθοδολογικού χαρακτήρα, θα υποστηρίξουμε τα παρακάτω.
Η Ιστορία δεν μπορεί να δοθεί ως διαδοχή. Η χρησιμοποίηση ως μεθοδολογικού εργαλείου μελέτης της ιστορίας της αιτιότητας , του τελικού σκοπού ή της συνεπαγωγής ουσιαστικά οδηγεί στην ανάπτυξη μιας ταυτότητας όπου το συμπέρασμα δεν είναι παρά το ξεδίπλωμα αυτού που ήδη βρίσκεται στις προκείμενες και το οποίο είναι πρόδηλο και γνωστό. Αιτιότητα , τελικός σκοπός , συνεπαγωγή δεν είναι παρά μεγεθυσμένες και αναπτυγμένες μορφές μιας εμπλουτισμένης ταυτότητας: επιδιώκουν να θέσουν τις διαφορές ως απλά φαινομενικές και να ξαναβρούν , σ’ ένα άλλο επίπεδο , το αυτό στο οποίο ανήκουν.[2]  Το ζήτημα της Ιστορίας είναι ζήτημα της ανάδυσης της ριζικής ετερότητας ή του απόλυτα καινούργιου ….διότι αυτό που παρέχεται μέσα στην ιστορία και από την ιστορία δεν είναι η καθορισμένη αλληλουχία του καθορισμένου αλλά η ανάδυση της ριζικής ετερότητας , εμμενής δημιουργία , μη τετριμμένος νεωτερισμός[3].
Ουσιαστικά η μελλοντική ιστορία μπορεί να γνωσθεί  μόνον ως μορφή και δυνατότητα , όχι ως περιεχόμενο και συμβάν. Είναι αδύνατον να σκεφθούμε την ιστορία , έστω και αναδρομικά , έξω από τις κατηγορίες του δυνατού και της σύμπτωσης που είναι κάτι περισσότερο από σύμπτωση. Επομένως βασικό μέλημα κάθε «επιστημονικής» προσπάθειας που αποβλέπει στην σκιαγράφηση του μέλλοντος , αποτελεί ο εντοπισμός εκείνων των σημερινών ιστορικών παραγόντων , οι οποίοι εμπεριέχουν την απαραίτητη δυναμική ώστε να προκαλέσουν τη δημιουργία γεγονότων. Η αναζήτηση της ιδιαιτερότητας της κατάστασης είναι το ζητούμενο[4].Αυτό που αναδεικνύει τη ρίζα του «επιστημονικού» προτάγματος είναι η περιγραφή και η κριτική ανάλυση αυτού που υπάρχει. Όπως για οτιδήποτε μιλώ , για ζητήματα κοινωνιολογίας , οικονομίας , μετερεωλογίας , είμαι συνεχώς υποχρεωμένος να διακρίνω αυτό που μου φαίνεται σημαντικό από τα υπόλοιπα, να ευνοώ ορισμένες πλευρές και ν’ αδιαφορώ για άλλες , έτσι και για τη μελλοντική ιστορία η οποία αποτελεί τον κατ’ εξοχήν  χώρο της ανθρώπινης δράσης άρα και της πολιτικής. Διότι «η πολιτική δεν είναι ούτε η συγκεκριμενοποίηση μιας απόλυτης γνώσης , ούτε τεχνική , ούτε τυφλή θέληση δεν ξέρω ποιου πράγματος …ανήκει σ’ έναν άλλο χώρο , στο χώρο του πράττειν , και σ’ αυτό τον ιδιαίτερο χώρο του πράττειν που είναι η πράξη [5]» .
 Συγχρόνως με τα παραπάνω θα πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η Ιστορία αποκτά λογικό ειρμό μόνο όταν την εξουσιάζει η υποκειμενικότητα , μόνον όταν , όπως λέει ο Νίτσε , η ανάδυση της υποκειμενικότητας αναδιαμορφώνει τελεσιουργά και τελικά αίτια στην ιστορική εξέλιξη. Επομένως αποτελεί πρωταρχικό μέλημα η διερεύνηση της ταυτότητας των πολιτικών υποκειμένων που πρωταγωνιστούν στη  δημιουργία του ιστορικού μέλλοντος. Είναι πασίδηλο ότι  τα δρώντα πολιτικά υποκείμενα μόνο μέσα από τη διερεύνηση του κοινωνικοϊστορικού χαρακτήρα τους μπορούν να καταστούν γνωστά. Ως εκ τούτου απαιτείται η συστηματική διερεύνηση των  δραστικών αλλαγών  στις οποίες υπόκεινται , σε συνάρτηση με τις παγκόσμιες κοινωνικοϊστορικές εξελίξεις . Μάλιστα χρειάζεται να μελετηθούν ιδιαιτέρως οι καμπές αυτών των εξελίξεων που σημαδεύουν αποφασιστικά τις μεταβολές του κοινωνικοπολιτικού χαρακτήρα των  δρώντων πολιτικών υποκειμένων . Η άποψη αυτή εκτός της προφανούς αληθοφάνειας της σε θεωρητικό επίπεδο , επιρρώνεται  από τη διαπίστωση της ύπαρξης μιας παραλληλότητας ανάμεσα στις μεγάλες φάσεις της πλανητικής πολιτικής και στις αποφασιστικές μεταβολές της κοινωνικής ιστορίας των Νέων Χρόνων[6].





[1] Κ. Καστοριάδης  « Η Φαντασιακή Θέσμιση Της Κοινωνίας». Εκδόσεις Ράππα, σελίδα 69.
[2] Κ. Καστοριάδης   όπως παραπάνω , σελίδες 268-269.
[3]  Κ. Καστοριάδης   όπως παραπάνω , σελίδες 254 και 271.
[4] Π. Κονδύλης  «Πλανητική Πολιτική μετά τον  Ψυχρό Πόλεμο». Θεμέλιο . σελ. 12.
[5] Κ. Καστοριάδης   όπως παραπάνω , σελίδα 124.
[6] Π. Κονδύλης  όπως παραπάνω , σελίδες 16-17.