Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Το σχέδιο Renzi για την επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής οικονομίας.



Οι ευρωπαίοι βρίσκονται σε αναμονή του σχεδίου του Matteo Renzi, αναφορικά με την προσπάθεια «επανεκκίνησης» της ευρωπαϊκής οικονομίας. Ένα σχέδιο που όπως υποστηρίζει ο ιταλός πρωθυπουργός έχει τη σύμφωνη γνώμη της καγκελαρίου Angela Merkel.
Λείπουν οι λεπτομέρειες του σχεδίου. Αλλά είναι σίγουρο ότι αυτές θα αναφέρονται στον τρόπο που οι επενδυτικές δαπάνες για τις δομικές μεταρρυθμίσεις δεν θα μετρούνται ως μέρος των ελλειμμάτων. Αυτό θα επιτρέψει στις χώρες σε κρίση να αυξήσουν τις κυβερνητικές τους δαπάνες δίνοντας ώθηση στις οικονομίες τους. Αν τελικά συμβεί αυτό θα είναι μια αλλαγή αλλά κανείς δεν μπορεί να πανηγυρίζει από σήμερα για την επιτυχία του σχεδίου.
Μια εικόνα του σχεδίου του Renzi , έδωσε ό ίδιος μιλώντας στο ιταλικό κοινοβούλιο αμέσως μετά την πρώτη σύνοδο της ευρωβουλής. Συγκεκριμένα , μεταξύ των άλλων, ανέφερε ως παράδειγμα που θα πρέπει να υιοθετηθεί, αυτό που εφάρμοσε ο Καγκελάριος  Gerhard Schröder στην Γερμανία στις αρχές του 2000.
Ο Γερμανός Καγκελάριος χρησιμοποίησε το παρακάτω πρόγραμμα: αύξησε τις δημόσιες δαπάνες με αποτέλεσμα να δώσει ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα γεγονός που του επέτρεψε να προχωρήσει στις δομικές μεταρρυθμίσεις (όχι όπως γίνεται στην ελληνική οικονομία με βάση το σχέδιο της τρόικας και της κυβέρνησης). Νέα απορρυθμιστική νομοθεσία  ψηφίστηκε που αφορούσε κυρίως την αγορά εργασίας και την καταπολέμηση της ανεργίας μειώνοντας τις παροχές και εισάγοντας ποινές για εκείνους που αρνιόνταν τις προσφερόμενες θέσεις εργασίας. Οι μεταρρυθμίσεις βοήθησαν την γερμανική βιομηχανία να διατηρήσει την ανταγωνιστικότητά της και να αυξήσει τις εξαγωγές της οι οποίες αποτελούν και ατμομηχανή της μεγέθυνσης της γερμανικής οικονομίας.   
Ο Renzi αλλά και άλλοι ευρωπαίοι ηγέτες (η ελληνική κυβέρνηση είναι τουλάχιστον ανύπαρκτη και σε αυτό το ζήτημα) θεωρούν ότι ο τρόπος να εξέλθουν οι ευρισκόμενες σε κρίση χώρες είναι να έχουν και αυτές  τις δικές τους “Schröder-moments”. Πάντως , αφήνοντας κατά μέρος την υπόθεση ότι όλες οι χώρες μπορούν ταυτόχρονα να παρουσιάζουν πλεόνασμα στο εξωτερικό ισοζύγιο, χρειάζεται να επικεντρωθούμε στα ειδικά χαρακτηριστικά της γερμανικής οικονομίας τα οποία επέτρεψαν να υπάρξουν τα γνωστά αποτελέσματα. Είναι αλήθεια ότι οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν ελάχιστα στη Γερμανία μεταξύ 2000 και 2008 ως αποτέλεσμα των μεταρρυθμίσεων Schröder. Πάντως ο κύριος λόγος της ανόδου του κόστους εργασίας μεταξύ Γερμανίας και λοιπών (περιφερειακών και μη) χωρών της ΕΕ θα πρέπει να αναζητηθεί στην οικονομική πολιτική που ακολούθησαν οι τελευταίες. Η μείωση των μισθών στη Γερμανία έπαιξε το μικρότερο ρόλο.

Ακόμη περισσότερο υπάρχει το ερώτημα αν διαπιστώνεται μια αιτιακή σχέση μεταξύ μείωσης μισθών και αύξησης εξαγωγών στη γερμανική οικονομία. Έχω την γνώμη ότι μια τέτοια σχέση δεν διαπιστώνεται, παρότι θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι συμβάλλει εμμέσως και υποστηρικτικά στη βασική υποκείμενη δύναμη που ωθεί την αύξηση των γερμανικών εξαγωγών : την υψηλή ποιότητα των προϊόντων της. (δες:Κ. Μελάς, Βασικά χαρακτηριστικά του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών της Γερμανίας (1999-2010),

  http://www.kostasmelas.gr/2011/08/1999-2010.html) Τα εξαγόμενα γερμανικά προϊόντα είναι από τα ακριβότερα στον πλανήτη, για να μην πούμε τα ακριβότερα. Άρα η μικρή μείωση των πραγματικών μισθών δεν μπορεί να είναι ο καθοριστικός παράγοντας στην αύξηση των εξαγωγών. Το πλέον πιθανό είναι ότι συμβάλλουν στην αύξηση των κερδών των επιχειρήσεων οι οποίες με τη σειρά τους έχουν τη δυνατότητα περαιτέρω συσσώρευσης του κεφαλαίου. Όμως ούτε αυτό παρατηρείται  σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία. Το μεγάλο μέρος του πλεονάσματος οδηγείται σε χρηματοοικονομικές συναλλαγές. Όλα τα παραπάνω δημιουργούν  μια συνεχή ανακατανομή του εισοδήματος υπέρ του κεφαλαίου και εις βάρος της εργασίας. Παράλληλα η μη επένδυση στις δημόσιες υποδομές υποσκάπτει την παραγωγικότητα της οικονομίας.
Η εκδοχή της επιτυχούς ιστορίας της γερμανικής περίπτωσης την οποία ο Renzi θεωρεί ότι μπορεί να ακολουθήσει θεωρώ ότι είναι ακατόρθωτη και αν επιτύχει θα πρόκειται σχεδόν για θαύμα. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι με τον τρόπο αυτό θα λυθούν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ιταλική αλλά και οι υπόλοιπες οικονομίες των «νοτίων» χωρών.
 Ακόμη χειρότερο, τέτοια σχέδια είναι πολύ πιθανόν να επιβαρύνουν δύο δομικά προβλήματα τα οποία απειλούν την επιβίωση του ευρώ :  το υψηλό επίπεδο δημοσίου χρέους που βαραίνει τις χώρες σε κρίση, και το χάσμα ανταγωνιστικότητας σε σχέση με την Γερμανία και άλλες βόρειες  χώρες του ευρώ.  
Η πολιτική της λιτότητας όπως αποδεικνύεται δεν είναι αποτελεσματική για τη μείωση του δημοσίου  χρέους των ευρισκομένων χωρών σε κρίση. Αλλά και στις υπόλοιπες χώρες της ευρωζώνης το δημόσιο χρέος αυξάνει. Η αύξηση του ελλείμματος λόγω της αυξημένης δαπάνης θα αυξήσει, βραχυχρόνια, το δημόσιο χρέος και θα καταστήσει τη μείωση του δημοσίου  χρέους περισσότερο δύσκολη. Μόνο η εμπιστοσύνη των χρηματοπιστωτικών αγορών στη δήλωση της ΕΚΤ ότι θα κάνει “whatever it takes” για τη διάσωση του ευρώ  εδώ μπορεί να αποδειχθεί λειτουργική. Όμως και εδώ υπάρχει το μεγάλο πρόβλημα της αποτελεσματικότητας της νομισματικής πολιτικής : μόνο αν η ΕΚΤ καταφέρει να οδηγήσει τη ρευστότητα εκεί που σχεδιάζει θα επέλθει μια κάποια λύση για το ευρώ. Αν όμως για την επίτευξη αυτού του στόχου χρειάζεται να υπερβεί τα όρια που έχουν στο μυαλό τους οι γερμανοί κυβερνητικοί ιθύνοντες και η γερμανική επιχειρηματική τάξη τότε θα υπάρξει κίνδυνος πολιτικού προβλήματος στην Γερμανία.
Με την απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, το δεύτερο «εργαλείο» της προτεινόμενης μεταρρύθμισης Renzi , επιχειρείται να «κλείσει» το άνοιγμα ανταγωνιστικότητας μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης. Αυτό αποτελεί επιτακτική ανάγκη διότι η ασυμμετρία μεταξύ των εμπορικών ισοζυγίων και των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης  αποτελεί  το κύριο δομικό πρόβλημα του ενιαίου νομίσματος. Είναι αμφίβολο αν ο  Renzi και οι υπόλοιποι ευρωπαίοι ηγέτες θα κατορθώσουν να μειώσουν τους μισθούς σε ικανό βαθμό ώστε να κερδηθεί η χαμένη ανταγωνιστικότητα βεβαίως πάντοτε με την προϋπόθεση ότι αυτή η αντίληψη ισχύει, κάτι που έχει τεθεί εν αμφιβόλω τόσο σε θεωρητικό , όσο και σε πρακτικό επίπεδο (πχ η περίπτωση της ελληνικής οικονομίας παρότι δεν μπορεί να θεωρηθεί  ως αντιπροσωπευτικό παράδειγμα των υπολοίπων ευρωπαϊκών οικονομιών). Ακόμη και μετά από τις μεταρρυθμίσεις του  Schröder η μείωση των μισθών ήταν μικρή γεγονός που δεν μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα προς εφαρμογή στις οικονομίες του «νότου».  

Ποιες επιλογές έχουν απομείνει για την Ευρώπη;  Η αποτυχία της πολιτικής της λιτότητας είναι δεδομένη. Όμως η κήρυξη της λήξης και η αντικατάστασή της , με το συγκεκριμένο πλαίσιο συσχετισμού δυνάμεων, αλλά και περιορισμών λόγω της συγκεκριμένης λειτουργίας των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών αγορών, μπορεί και πρέπει να ξεκινήσει από τις χώρες όπου άρχισε και όχι από τις χώρες στις οποίες οι συνέπειες ήταν καταστροφικές. Οι πλεονασματικές χώρες  που ανήκουν στην ευρωζώνη, η Γερμανία και οι άλλες χώρες της ΚΒ Ευρώπης , πρέπει να αυξήσουν τη δημόσια και ιδιωτική δαπάνη τους δίνοντας κίνητρα για τη μεγέθυνση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ. Μάλιστα όπως έχω δείξει, αυτό μπορεί να γίνει όχι για ηθικούς λόγους «βοήθειας των γειτόνων», αλλά για ίδιον όφελος.

(δες: Κ. Μελάς, Το πρόβλημα των υπέρμετρων γερμανικών πλεονασμάτων,

http://www.euro2day.gr/specials/opinions/article/1216094/to-provlhma-ton-ypermetron-germanikon-pleonasmaton.html)

 Η Ευρώπη , στην παρούσα φάση, χρειάζεται μια νέα σειρά μεταρρυθμίσεων στην Γερμανία (ήδη έχουμε την υιοθέτηση του κατώτατου ωρομισθίου) και όχι οι υπόλοιπες χώρες να μιμηθούν την Γερμανία στις μεταρρυθμίσεις της προηγούμενης περιόδου.