Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

Τα προβλήματα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος πάλι στο προσκήνιο.




«Με κατέστρεψες. Δε με κατέστρεψες; Ώστε καταστραφήκαμε και οι δύο…»
Φ.Σ. Φιτζέραλντ, «Τρυφερή είναι η Νύχτα».



Α.
Η παρέμβαση του υπουργού οικονομικών Γκίκα Χαρδούβελη στο τελευταίο Ecofin, της Τρίτης 8 Ιουλίου, παρουσία του προέδρου της ΕΚΤ Μάριο Ντράγκι, του  προέδρου της ΕΒΑ (European Banking Authority) Αντρέα Ενρια και του επιτρόπου  αρμόδιου για τις Χρηματοπιστωτικές Υπηρεσίες Μισέλ Μπαρνιέ, έφερε στην επιφάνεια έναν προβληματισμό, σχετικά με την πραγματική κατάσταση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, που  εδώ και αρκετό καιρό συζητιέται «υπογείως» αλλά μόνο μετά τις συγκεκριμένες δηλώσεις αναδύεται στο φως της δημοσιότητας. 
Σύμφωνα με δημοσιεύματα του τύπου ο έλληνας υπουργός φέρεται να είπε:
 «Η ελληνική οικονομία και το ελληνικό τραπεζικό σύστημα στρεσάρονται συνεχώς τα τέσσερα τελευταία χρόνια, σε βαθμό που δεν έχει προηγούμενο. Τώρα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θέλει να αυξήσει το στρεσάρισμα στο τετράγωνο. Εάν επιμείνει, τότε ο κίνδυνος είναι να ενταφιάσει την οικονομία σε μια στιγμή που δείχνει να σταθεροποιείται».
Τι σημαίνουν τα παραπάνω λόγια του υπουργού οικονομικών; Σημαίνουν απλά ότι εάν εφαρμόσει η ΕΚΤ, στους ελέγχους (stress test) που πρόκειται να γίνουν το Φθινόπωρο, τα κριτήρια του αυστηρού σεναρίου σύμφωνα με τις οδηγίες της ΕΒΑ και European Systemic Risk Board (ESRB)  τότε είναι σίγουρο ότι οι ελληνικές τράπεζες θα χρειαστούν επιπλέον κεφάλαια για να εξασφαλίσουν την φερεγγυότητά τους. Ήδη  σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες στους επικείμενους ελέγχους  που προετοιμάζει η ΕΚΤ υπάρχουν τουλάχιστον δύο στοιχεία που, εάν υιοθετηθούν τελικά, θα έχουν αρνητικές επιπτώσεις: α) η απομείωση της αξίας των ελληνικών ομολόγων που έχουν στην κατοχή τους ξένες κυρίως τράπεζες και επενδυτές, κατά 10% με το βασικό σενάριο και κατά 16% με βάση το δυσμενές, β) να μη ληφθούν υπόψη τα εγκεκριμένα από την Κομισιόν business plans με τα μέτρα κεφαλαιακής ενίσχυσης που υλοποιούν ήδη οι ελληνικές τράπεζες.
Αν πράγματι προκύψουν νέες μεγάλες κεφαλαιακές ανάγκες για τις ελληνικές τράπεζες, το πρώτο άμεσο αποτέλεσμα που θα προκύψει είναι ότι θα οξυνθούν τα προβλήματα ρευστότητας στην οικονομία και θα υπονομευθούν περαιτέρω οι ήδη δύσκολες προοπτικές ανάκαμψης. Κατά συνέπεια, το διακύβευμα των στρες τεστ δεν είναι μόνο το εάν θα περισσέψουν κεφάλαια από το ΤΧΣ, ώστε να καλυφθεί μέρος του  χρηματοδοτικού κενού για το 2015 (σύμφωνα με το ΔΝΤ ανέρχεται σε 12,6 δις ευρώ), κάτι που ανατρέπει το σημερινό σχεδιασμό της αλλά θα δυσκολευθεί περαιτέρω η ίδια η προσπάθεια σταθεροποίησης και ανάκαμψης της οικονομίας.
Συγχρόνως προκαλεί έναν εύλογο προβληματισμό σχετικά με την εγκυρότητα των τελευταίων stress test που πραγματοποίησε η ΤτΕ και τα οποία ανέδειξαν τις ανάγκες του τραπεζικού συστήματος σε 6,0 δις ευρώ.  
Βλέπουμε λοιπόν, ότι μετά από τις προσπάθειες των τελευταίων ετών, με βάση το σχεδιασμό της τρόικας και της κυβέρνησης εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικά προβλήματα στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα με τις αρνητικές συνέπειες που  αυτό έχει  για  την ελληνική οικονομία. Μάλιστα θέτει ,in senso stretto, εν αμφιβόλω και το γενικότερο πλαίσιο εντός του οποίου επιχειρείται η διάσωση και η σταθεροποίηση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος το οποίο εκλαμβάνει  ως ανεξάρτητη μεταβλητή και όχι  ως ενδογενή,  εξαρτώμενη από το σύνολο των μεταβλητών της οικονομίας.

Β.
Η διάσωση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του οικονομικού προγράμματος που επιβλήθηκε στην ελληνική οικονομία. Η με όλους τους τρόπους βοήθεια, η με πάση θυσία επιβίωση του τραπεζικού συστήματος ακολουθεί την απλή αλλά απαράδεκτη (με την έννοια της οικονομικής αποτελεσματικότητας) λογική η οποία έχει ως εξής  : πρώτα διασώζουμε και σταθεροποιούμε το τραπεζικό σύστημα και στη συνέχεια με την συμβολή του αρχίζει η επανεκκίνηση- μεγέθυνση της οικονομίας. Απλή λογική η οποία όμως δυσκολεύεται να βρει επαφή με την πραγματικότητα, όπως άλλωστε πολλές από τις αντιλήψεις της νεοκλασικής σχολής : άψογη λογική συνέπεια των προτάσεών της , αλλά ελάχιστη σχέση με την πραγματική οικονομία. Το τραπεζικό σύστημα σε μια νομισματική οικονομία δεν αποτελεί αυτόνομο και εξωτερικό τμήμα του οικονομικού συστήματος , είναι σύμφυτο του οικονομικού συστήματος. Η σωστή και εύρυθμη λειτουργία του οικονομικού συστήματος αποτελεί την μοναδική προϋπόθεση για την σωστή και εύρυθμη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος το οποίο με τη σειρά του στηρίζει την περαιτέρω μεγέθυνση της οικονομίας. Δημιουργείται ένας ενάρετος κύκλος. Αντίθετα στη σημερινή κατάσταση έχει δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος , όσο και να «σταθεροποιείται» το τραπεζικό σύστημα με σημαντικά κεφάλαια για την ανακεφαλαιοποίηση του, αν το οικονομικό σύστημα δεν τεθεί σε λειτουργία, θα απαιτούνται συνεχώς νέα κεφάλαια ενώ παράλληλα όχι μόνο δεν θα διοχετεύεται ρευστότητα στην οικονομία αλλά αντιθέτως θα απορροφάται. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η απουσία χρηματοδότησης της οικονομίας οξύνει τα προβλήματα μεγέθυνσής της.
 Η συνεχής διόγκωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί την απόδειξη του παραπάνω συλλογισμού. Ο εγκατεστημένος φαύλος κύκλος μεταξύ τραπεζικού συστήματος και οικονομικής δραστηριότητας χρειάζεται να σπάσει.
Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε μια σαφή κατάσταση η ανισορροπίας: οι καταθέσεις, που αποτελούν την κύρια και ασφαλή πηγή χρηματοδότησης, ανέρχονται σε 163206 δις ευρώ(ΤτΕ, Ιούνιος 2014), ενώ οι χρηματοδοτήσεις του προς τον ιδιωτικό τομέα (εκτός χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων)  σε 208100 δις ευρώ(ΤτΕ, Ιούνιος 2014). Το μεγάλο αυτό άνοιγμα που οφείλεται κυρίως στη δραστική μείωση των καταθέσεων καλύπτεται από δανεισμό μέσω της ΕΚΤ . Παράλληλα το ελληνικό τραπεζικό σύστημα βρίσκεται σαφώς σε φάση απομόχλευσης . Μειώθηκαν δραστικά οι χρηματοδοτήσεις προς τον ιδιωτικό τομέα (Ιούνιος 2010: 259986δις ευρώ – Ιούνιος 2014: 214431 δις ευρώ), εκποιήθηκαν περιουσιακά στοιχεία, συγχωνεύθηκαν ή εξαγοράστηκαν τραπεζικά ιδρύματα κτλ. Συνεπώς είναι πιθανολογικά και λογικά δύσκολο, για να μην πούμε αδύνατον , με την παρούσα κατάσταση στην μεγέθυνση του ΑΕΠ, να προκύψει αύξηση των χρηματοδοτήσεων , ανοίγοντας περαιτέρω την ήδη υπάρχουσα διαφορά μεταξύ των χρηματοδοτήσεων και των καταθέσεων. Οι πιθανότητες, αλλά και η λογική, δείχνουν αντιθέτως ότι η τάση σύγκλισης θα κινηθεί στην κατεύθυνση της μείωσης των χρηματοδοτήσεων ώστε να μικρύνει το άνοιγμα με τις καταθέσεις. Το βάρος συνεπώς θα πρέπει να δοθεί , παράλληλα με τα λαμβανόμενα μέτρα αναδιάρθρωσης του ισολογισμού των τραπεζών τα οποία είναι αναγκαία αλλά όχι ικανά, πρωταρχικά, στην ενδογενή αύξηση των καταθέσεων της ελληνικής οικονομίας. Διότι οι ελπίδες ότι θα επιστρέψουν οι καταθέσεις που εγκατέλειψαν την ελληνική οικονομία στο άμεσο μέλλον είναι φρούδες, αν προηγουμένως δεν υπάρξει επαρκής χρόνος  ικανός να αποδειχτεί  η σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας. Όμως η διέπουσα λογική το πρόγραμμα δημοσιονομικής πολιτικής (υπερβολική  φορολογική επιβάρυνση, περαιτέρω μείωση των αποδοχών των εργαζομένων, δομική αδυναμία του εξαγωγικού τομέα, ασήμαντες εισροές ΑΞΕ αλλά και επενδύσεων συνολικά, απουσία τρόπου χορήγησης εναλλακτικής ρευστότητας, διάλυση της αγοράς ακινήτων κτλ) δεν αφήνει πολλές πιθανότητες για την αύξηση των καταθέσεων στο προβλεπτό μέλλον.
Εν κατακλείδι, πρέπει η ελληνική οικονομία να εισέλθει σε ανοδική πορεία για να  αρχίσει και το τραπεζικό σύστημα να βρίσκει το δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει. Η μονόπλευρη διάσωση, με όλου τους τρόπους, του τελευταίου, μπορεί να επιφέρει αντίθετα αποτελέσματα από τα αναμενόμενα.