Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Η αποτελεσματικότητα των μέτρων Ντράγκι εξαρτάται από τις τράπεζες ενώ συνεχίζεται η διαπλοκή τους με το δημόσιο χρέος.


Όπως είναι γνωστό, ο Mario Draghi υποσχέθηκε μέχρι 1 τρις ευρώ φρέσκο νέο χρήμα για την πραγματική οικονομία με τις αποφάσεις της 5ης Ιουνίου. Σε άρθρο μας (Κ. Μελάς, Οι πρώτες εκτιμήσεις για τα μέτρα της ΕΚΤ, http://www.kostasmelas.gr/2014/06/blog-post_3012.html) είχαμε σημειώσει ότι το βασικό πρόβλημα των μέτρων ήταν οι δυσκολίες του διαύλου μέσω του οποίου η προσφερόμενη ρευστότητα θα φθάσει στον επιλεγέντα ως επιθυμητό στόχο. Ο δίαυλος είναι το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα και ο στόχος η πραγματική οικονομία. Εκτός των γενικών προβλημάτων  άσκησης της νομισματικής πολιτικής που δημιουργούνται σε παρόμοιες περιπτώσεις, οι τεχνικές λεπτομέρειες που καθορίζουν επακριβώς τον τρόπο άσκησης της νομισματικής πολιτικής (ECB,  Modalities of the targeted longer-term refinancing operations, 3 July 2014) δημιούργησαν επιπλέον ζητήματα που συνδέονται, σχεδόν ευθέως, με την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής και την επίτευξη του βασικού στόχου. Σύμφωνα λοιπόν με τα όσα αναφέρονται στο προαναφερόμενο κείμενο διατυπώνονται οι εξής παρατηρήσεις.
Πρώτον, δεν υπάρχουν , ας το ονομάσουμε «υποχρεωτικές οδοί» έτσι ώστε το προσφερόμενο χρήμα να φθάσει στην πραγματική  αγορά, δηλαδή στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά. Κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τη θεσμική λειτουργία του Ευρωσυστήματος. Η νομισματική πολιτική δεν ασκείται μέσω διοικητικών αποφάσεων καθορισμού της πιστωτικής επέκτασης. Με αυτό το καθεστώς οι τράπεζες μπορούν να κάνουν πρακτικά ότι θέλουν ως προς την άσκηση της πιστωτικής επέκτασης. Καταρχάς δεν είναι υποχρεωμένες να συμμετάσχουν παρά μόνο αν έχουν τη δυνατότητα να δανείσουν με τα πιστοληπτικά κριτήρια τα οποία στην παρούσα φάση, λόγω της παρατεταμένης στασιμότητας της οικονομίας αλλά και των νέων κριτηρίων της Βασιλείας ΙΙΙ είναι προφανώς πολύ υψηλότερα. Εάν θέλουν όμως  να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα ,το μοναδικό αποτέλεσμα που πρέπει να δείξουν, είναι ότι τα δάνειά τους προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις συνολικά αυξάνονται. Αυτό δεν είναι δύσκολο να επιτευχθεί ανεξαρτήτως αν κάνουν χρήση των δανείων της ΕΚΤ ή όχι. Φθάνει μια απλή αναχρηματοδότηση των ήδη υφιστάμενων δανείων και κάτι ακόμη.

Δεύτερον, για να αποφύγουν την προβλεπόμενη ποινή, δηλαδή να επιστρέψουν τα δάνεια στην ΕΚΤ, σε δύο χρόνια αντί για τέσσερα, οι τράπεζες πρέπει να αποδείξουν ότι έχουν σεβαστεί μια συγκεκριμένη παράμετρο. Η ροή των νέων δανείων   ο ρυθμός αύξησης της πιστωτικής επέκτασης) στην οικονομία θα πρέπει να είναι υψηλότερη από ένα ελάχιστο μέγεθος. Αυτό το αντιπροσωπευτικό  μέγεθος , όμως, δεν είναι το ίδιο για όλες τις τράπεζες. Οι τράπεζες οι οποίες τον τελευταίο χρόνο, έχουν αυξήσει τις πιστώσεις τους μπορούν να τις διατηρήσουν αμετάβλητο το ρυθμό αύξησης δίχως περαιτέρω μεγέθυνση. Δηλαδή το αντιπροσωπευτικό μέγεθος (
benchmark) που χρειάζεται να υπερβούν είναι μηδενικό. Τώρα οι τράπεζες που το τελευταίο χρόνο έχουν μειώσει την πιστωτική τους επέκταση , όπως στην Ελλάδα, μπορούν να συνεχίσουν να την μειώνουν, σύμφωνα με την τάση του προηγούμενου έτους, για ένα έτος  και στη συνέχεια να διατηρήσουν το ρυθμό επέκτασης σταθερό για το επόμενο  χρόνο. Δηλαδή στην περίπτωση αυτή ο αντιπροσωπευτικός δείκτης (benchmark) είναι αρνητικός. Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι : τα τραπεζικά ιδρύματα δεν είναι υποχρεωμένα να προβούν σε αύξηση της χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας ,το προσεχές έτος, για να έχουν πρόσβαση στην έκτατη χρηματοδότηση από την ΕΚΤ, με το χαμηλό επιτόκιο 0,25%. Έτσι, αν θέλουν , την περίοδο αυτή μπορούν , μέσω της έκτατης χρηματοδότησης, να αγοράζουν Έντοκα ή Ομόλογα του Δημοσίου των οποίων η απόδοση είναι πολλαπλάσια (πάνω από 3,5%). Δύσκολο φαίνεται να αντισταθούν σε ένα κέρδος (πρόσοδος) χωρίς κόπο, πάνω από 3,0%.
Εν κατακλείδι, παρατηρούμε ότι οι τράπεζες εξακολουθούν να έχουν τις ίδιες δυνατότητες, όπως και στην προηγούμενη κατάσταση, να αποσπούν προσόδους μέσω της  αγοράς δημοσίου χρέους ενώ παράλληλα διατηρείται η σχέση διαπλοκής με το δημόσιο. Εδώ πρέπει να τονίσουμε μια εμφατική διαφορά με την πολιτική που άσκησε(ει) η FED : ενώ στις ΗΠΑ το δημόσιο και το ιδιωτικό χρέος το αγόραζε η FED, εδώ οι αγορά γίνεται μέσω των εμπορικών τραπεζών. Γίνεται άμεσα κατανοητή η διαφορά ως προς την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής αλλά και της αποφυγής δημιουργίας και ιδιοποίησης προσόδων εκ μέρους του εμπορικού τραπεζικού συστήματος εις βάρος της πραγματικής οικονομίας.