Τετάρτη, 4 Ιουνίου 2014

Κάθε μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη έχει συγκεκριμένο σχέδιο για την πορεία της ΕΕ ενταγμένο στη δική της πλανητική ή περιφερειακή στρατηγική.

Κάθε μεγάλη δύναμη της ΕΕ συμμετέχει στις κοινές διαδικασίες  πρωταρχικά ως φορέας των συμφερόντων της εθνικής της κυριαρχίας  και για αυτό άλλωστε οι όποιες αποφάσεις έχουν ληφθεί αποτελούν προϊόν συμβιβασμού και διαφύλαξης των συμφερόντων τους . Κάθε μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη έχει  συγκεκριμένο σχέδιο για την πορεία της ΕΕ ενταγμένο στη δική της πλανητική ή περιφερειακή στρατηγική.
Το Εθνικό Συμφέρον δεν εκλείπει αλλά επιδιώκεται ολοένα και περισσότερο να εξυπηρετείται όχι προδήλως και ευθέως αλλά μέσω της επιρροής την οποία τα κράτη ασκούν στους κοινούς θεσμούς και στις κοινές πολιτικές των πολυμερών ή διεθνών δομών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση στους θεσμούς και τις πολιτικές της ΕΕ. Οι διακυβερνητικοί θεσμοί «αποτελούν σκληρές αρένες εργαλειακών διακρατικών διαπραγματεύσεων» στερούμενοι της ικανότητας να παράγουν συλλογικές νόρμες[1]    

Η Μ. Βρετανία έχει επιλέξει να δρα, από τότε που υποχρεώθηκε να παραχωρήσει την παγκόσμια πρωτοκαθεδρία ,πάντοτε υπό και σε συνεργασία με τις ΗΠΑ[2]. Αντιθέτως η Γαλλία αποφεύγει να δρα  με τρόπο που να δηλώνει πλήρη υποταγή ή συμφωνία με τις ΗΠΑ. Η Γερμανία μετά την ειρηνική ενοποίηση του γεωγραφικού της χώρου επιχειρεί σιγά αλλά σταθερά την αποκατάσταση της προπολεμικής ζώνης επιρροής  της στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα. Το διάβασμα της ιστορίας δεν γίνεται ποτέ με τον ίδιο τρόπο από τις μεγάλες ( αλλά και μικρές) ευρωπαϊκές δυνάμεις και δεν συνάγονται από όλες  τα ίδια συμπεράσματα. 
Κάθε μεγάλη δύναμη της ΕΕ συμμετέχει στις κοινές διαδικασίες  πρωταρχικά ως φορέας των συμφερόντων της εθνικής της κυριαρχίας  και για αυτό άλλωστε οι όποιες αποφάσεις έχουν ληφθεί αποτελούν προϊόν συμβιβασμού και διαφύλαξης των συμφερόντων τους . Κάθε μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη έχει  συγκεκριμένο σχέδιο για την πορεία της ΕΕ ενταγμένο στη δική της πλανητική ή περιφερειακή στρατηγική.
Το Εθνικό Συμφέρον δεν εκλείπει αλλά επιδιώκεται ολοένα και περισσότερο να εξυπηρετείται όχι προδήλως και ευθέως αλλά μέσω της επιρροής την οποία τα κράτη ασκούν στους κοινούς θεσμούς και στις κοινές πολιτικές των πολυμερών ή διεθνών δομών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση στους θεσμούς και τις πολιτικές της ΕΕ. Οι διακυβερνητικοί θεσμοί «αποτελούν σκληρές αρένες εργαλειακών διακρατικών διαπραγματεύσεων» στερούμενοι της ικανότητας να παράγουν συλλογικές νόρμες[3]    

Η εθνική σε αντιπαράθεση με την ευρωπαϊκή προσέγγιση ως προς τη μεταφορά μέρους της εθνικής κυριαρχίας σε κεντρικό «ομοσπονδιακό» επίπεδο είναι βαθιά ριζωμένη σε σειρά χωρών. Αλλά και μεταξύ των χωρών που φαίνεται να επιθυμούν την πολιτική ολοκλήρωση υπάρχουν κράτη που είναι υπέρ της συνομοσπονδίας[4] και όχι της ομοσπονδίας[5].Δέχονται τη μείωση της εθνικής κυριαρχίας χωρίς την αύξηση της υπερεθνικής. Η Γερμανία  είναι και υπήρξε πάντοτε ένα «ομοσπονδιακό» κράτος. Ως εκ τούτου η κυριαρχούσα αντίληψη στις Γερμανικές πολιτικές ελίτ  και στους διαμορφωτές της κοινής γνώμης εστίαζε στην εμφάνιση ενός Ομοσπονδιακού Κράτους λίγο πολύ δομημένου κατά το Γερμανικό Ομοσπονδιακό πρότυπο[6]. Η προσήλωση της Γερμανικής πολιτικής στην Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και μάλιστα με τη μορφή της Ομοσπονδίας οφείλεται στην θεωρητικώς  και εμπειρικώς βάσιμη υπόθεση ότι εντός μιας ενοποιημένης Ευρώπης η πολιτική ηγεσία και ηγεμονία της Γερμανίας θα προέκυπτε αφ’ εαυτής. Επομένως οι δράσεις προετοιμασίας εντός του κοινοτικού πλαισίου   πρέπει να είναι τέτοιες που να εξυπηρετούν αυτό τον σκοπό.  Αντιθέτως η Γαλλία εκκινούσα πάντοτε από τη σταθερά βάση του Εθνικού κράτους  δύσκολα θα δεχόταν τη μεταφορά βασικών εθνικών της κυριαρχικών δικαιωμάτων σε κάποιο υπερεθνικό επίπεδο. Πιο εύκολα θα ήταν υπέρ ενός είδους Συνομοσπονδίας ανεξαρτήτων κρατών , ενισχυμένη ίσως αλλά πάντως όχι ένα Ομόσπονδο κράτος. Η Αγγλία από την άλλη μεριά είναι αρνητική σε όλες αυτές τις επιχειρήσεις σύγκλισης και στην καλύτερη των περιπτώσεων τις θεωρεί αναγκαίο κακό.

Όλα τα παραπάνω αποτελούν εκφρασμένες απόψεις μου εδώ και πολλά χρόνια και συνεχίζω  να τις υποστηρίζω και σήμερα[7]. Μάλιστα τα τελευταία γεγονότα σχετικά με την εκλογή του προέδρου της  ευρωπαϊκής επιτροπής έρχονται προς επίρρωση όλων όσων έχω υποστηρίξει. Η διαμάχη μεταξύ Γερμανίας και ΜΒ η οποία επικεντρώνεται στο πρόσωπο του Jean-Claude Juncker, όπως είναι άμεσα κατανοητό εντάσσεται στην οπτική την οποία αναφέραμε προηγουμένως. Πρόκειται για την διαφορετική οπτική για την ευρωπαϊκή ένωση. Είναι εντυπωσιακό ότι στον έντυπο γερμανικό και αγγλικό τύπο υπάρχουν σαφείς τοποθετήσεις που περιγράφουν ευκρινώς το διακύβευμα . Συγκεκριμένα : η γερμανική Der Spiegel στο Editorial (03.06.2014) δημοσιεύει άρθρο με τον αποκαλυπτικό τίτλο:  Decision Time: Britain Must Choose Now If It Will Stay in Europe στο οποίο δηλώνεται με απροκάλυπτο τρόπο ότι η ΜΒ θα πρέπει επιτέλους να αποφασίσει τι θέλει να κάνει με την ευρωπαϊκή ένωση. Δεν μπορεί να συνεχίσει να εκβιάζει με βάση τα εσωτερικά της προβλήματα. Σε απάντηση η αγγλική Financial Times δημοσιεύει  άρθρο του γνωστού δημοσιογράφου Gideon Rachman με τον χαρακτηριστικό τίτλο: Block Junker to save real democracy in Europe(02.06.2014). Στο συγκεκριμένο άρθρο η κριτική επικεντρώνεται τόσο στο πρόσωπο του Jean-Claude Juncker, το οποίον θεωρεί ικανό γραφειοκράτη και διεκπεραιωτή των εντολών του Βερολίνου αλλά και στην αδυναμία του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου να αποτελέσει δημοκρατικό δεδομένο από τη στιγμή που δεν υφίσταται «ευρωπαϊκός δήμος». Φυσικά πέρα από τα επιχειρήματα που παρουσιάζονται υπάρχει σαφέστατα κρυμμένη αλλά εμφανής η διαφορετική οπτική των δύο χωρών ως προς την αντίληψη τους για την ευρωπαϊκή ένωση. Ο τρίτος της παρέας η Γαλλία προς στιγμή σιωπά αναμένοντας μήπως καταφέρει , εκμεταλλευόμενη τη συγκεκριμένη σύγκρουση προωθήσει κάποιο δικό της υποψήφιο πχ τον πρώην υπουργό οικονομικών Pierre Moshovisi. Οι υπόλοιπες χώρες αναμένουν στο ακουστικό τους τις αποφάσεις , θυμίζοντας έντονα τα μέλη ενός ΔΣ επιχείρησης που αναμένουν τις ανακοινώσεις – αποφάσεις  του Διευθύνοντα Συμβούλου .  
   




[1] B. Rosamond, Theories of European Integration, Basingstoke, Macmillan 2000, σελίδα 154.
[2] Εκτός των άλλων ίσως η παταγώδης αποτυχία στο Σουέζ το 1956, σε συνεργασία με τη Γαλλία , να έχει παίξει καταλυτικό ρόλο σε αυτή την επιλογή.   Το ίδιο γεγονός φαίνεται να οδήγησε την Γαλλία σε αντίθετα συμπεράσματα που συνοψίζονται στο «ποτέ πλήρη εξάρτηση από τις ΗΠΑ».
[3] B. Rosamond, Theories of European Integration, Basingstoke, Macmillan 2000, σελίδα 154.
[4] «Το συνομοσπονδιακό πρότυπο αφορά στη συνένωση κυρίαρχων κρατών μέσω μιας Διεθνούς Συνθήκης και όχι μέσω ενός τυπικού ή άτυπου συντάγματος. Το εν λόγω πρότυπο πρεσβεύει ότι η δημοκρατική αρχή υπηρετείται καλύτερα από την ανάδυση μια δημοκρατικής κοινωνίας κρατών και όχι από τη συγκρότηση μιας νέας πολιτείας, αποτελούμενης από το δικό της δήμο, ως ανώτατη νομιμοποιητική αρχή του κοινού συστήματος. Σε μια συνομοσπονδιακή μορφή συνένωσης, τα συστατικά μέρη διατηρούν το δικαίωμα στην αυτοδιοίκηση και την ικανότητα να φτάνουν σε αμοιβαίως επωφελή αποτελέσματα πολιτικής μέσω διαπραγματευόμενων συμφωνιών, χωρίς να εγκαθιδρύουν μια ενιαία ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Η πολιτική εξουσία στο κοινό πλαίσιο ασκείται μέσω της συνδιαχείρισης των εθνικών κυριαρχιών, η οποία παραπέμπει στη λογική της συγκυριαρχίας. Αν και μια συνομοσπονδία περιλαμβάνει ένα ευρύτατο φάσμα θεσμικών δυνατοτήτων, η οργάνωση της κεντρικής διοίκησης, εξακολουθεί να στηρίζεται στις συνταγματικές τάξεις των μερών. Η ΕΕ δανείζεται σήμερα μια σειρά από συνομοσπονδιακά στοιχεία , αποτελώντας μια εξελιγμένη μορφή περιφερειακής συνομοσπονδίωσης, με τα κράτη να διαχειρίζονται από κοινού ακόμη και θεμελιώδεις πολιτικές εξουσίες μέσω των κοινών θεσμών διακυβέρνησης.»  Δ. Ν. Χρυσοχόου , Δοκίμιο για τη Διεθνή Θεωρία. Παπαζήση 2006, σελίδες 226-227.

[5] «Από την πλευρά του , το ομοσπονδιακό πρότυπο αποσκοπεί στη διαμόρφωση ενός σύνθετου δήμου, στη διάχυση της πολιτικής ισχύος στα μέρη , στην πολιτική μάθηση και κοινωνικοποίηση των μειονοτήτων , και στη διασφάλιση συνταγματικών εγγυήσεων, ελέγχων και ισορροπιών, ώστε κάθε  ομόσπονδη πολιτεία να εκπροσωπείται σε κεντρικό επίπεδο. Στις ομοσπονδιακές ιδιότητες συγκαταλέγεται και η συντακτική εξουσία του δήμου, ως πολιτειακά αυτοκαθοριζόμενης ενότητας». Δ. Ν. Χρυσοχόου , Δοκίμιο για τη Διεθνή Θεωρία. Παπαζήση 2006, σελίδα 227.  Για όλες τις λεγόμενες «κρατοκεντρικές προσλήψεις» δες το Κεφάλαιο 2 της παραπάνω εργασίας όπου υπάρχει και μεγάλος αριθμός βιβλιογραφικών αναφορών.  Επίσης δες: Δ. Θ .Τσάτσος. , Η ‘Έννοια της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Συμπολιτεία. Πόλις 2007, σελίδα 76,  όπου ο συγγραφέας αναφέρει: «Στο μεν ομοσπονδιακό κράτος, το κεντρικό κράτος είναι αποκλειστικά κυρίαρχο, οι δε ομόσπονδες χώρες έχουν αυτονομία όχι όμως και κυριαρχία. Στην ομοσπονδία κρατών συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Το συλλογικό υποκείμενο δηλαδή εκφράζει, στο πλαίσιο Διεθνούς Συνθήκης, μια ομόφωνη κοινή βούληση, ή σε ορισμένα θέματα ασκείται συμφωνημένη πολιτική, δεν έχει όμως καμία απολύτως κυριαρχική αρμοδιότητα. Η κυριαρχία των κρατών που μετέχουν στην ομοσπονδία παραμένει ακέραιη».


[6] Την προσήλωση της Γερμανίας στον στόχο των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» διεκήρυξε  ο Καγκελλάριος  Helmut Kohl κατά την υπογραφή της Συνθήκης των Τεσσάρων συν Δύο (3.10.1990) για την επανένωση των δύο Γερμανιών. Μια δεκαετία αργότερα την επαναβεβαίωσε ο Υπουργός Εξωτερικών Joschka Fischer κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στο Πανεπιστήμιο Humboldt του Βερολίνου (12.5.2000). Το επανέλαβε πριν από λίγες μέρες ο Υπουργός Οικονομικών της  Wolfgang Schäuble.
[7] Κ. Μελάς, Η Σαστισμένη Ευρώπη, Εξάντας 2009.