Δευτέρα, 30 Ιουνίου 2014

Χαμηλά επιτόκια και διαρθρωτική οικονομική στασιμότητα.


Όπως είναι γνωστό, σήμερα , η κυβέρνηση των ΗΠΑ, μπορεί να δανειστεί για δέκα χρόνια με σταθερό επιτόκιο περίπου 2,5% . Με την προσαρμογή του πληθωρισμού το πραγματικό κόστος δανεισμού πέφτει στο 0,5%. Η Γερμανία δανείζεται για την ίδια περίοδο με 0,9% ενώ ο πληθωρισμός τον Ιούνιο κυμαίνεται γύρω στο 1,0%. Δηλαδή στη Γερμανία το πραγματικό κόστος δανεισμού είναι μηδενικό.  Τα χαμηλά επιτόκια δείχνουν ότι ο αναπτυγμένος κόσμος βρίσκεται χωρίς δεύτερη σκέψη  σε κατάσταση στασιμότητας και μάλιστα με μακροχρόνια χαρακτηριστικά.(πχ. Larry Summers, http://larrysummers.com/imf-fourteenth-annual-research-conference-in-honor-of-stanley-fischer/)
Η κυρίαρχη οπτική εξηγεί αυτή την πτώση των επιτοκίων με βάση τις αλλαγές στα θεμελιώδη της αποταμίευσης και της επένδυσης (International Monetary Fund (2014), “Perspectives on global interest rates”, IMF World Economic Outlook, Chapter 3, April). Με άλλα λόγια παρατηρείται υψηλή αποταμίευση στις αναδυόμενες οικονομίες , αυξανόμενη προτίμηση σε «ασφαλείς» τοποθετήσεις ενώ συγχρόνως παρατηρείται υψηλή αβεβαιότητα στις αναπτυγμένες οικονομίες γεγονός που εμποδίζει τη ζήτηση επενδύσεων.
Παραδόξως  απουσιάζουν από τη συζήτηση αναφορές για το ρόλο των νομισματικών και χρηματοοικονομικών παραγόντων δηλαδή απουσιάζουν συζητήσεις για τις παγκόσμιες αγορές χρήματος και κεφαλαίων και τον ιδιαίτερο στόχο που αυτές έχουν στη διαμόρφωση των επιτοκίων. Τα επιτόκια όμως διαμορφώνονται στην αγορά χρήματος και κεφαλαίου. Οι ΚΤ επιχειρούν να διαμορφώσουν τις βραχυχρόνιες καμπύλες απόδοσης , ενώ οι χρηματοπιστωτικές αγορές επιχειρούν να διαμορφώσουν τις μακροχρόνιες καμπύλες απόδοσης προεξοφλώντας (με βάσει τις προσδοκίες τους) τις κινήσεις των ΚΤ και την επίδρασή τους στην μεγέθυνση και τον πληθωρισμό.
Έτσι, σε κάθε χρονική στιγμή, τα επιτόκια αντανακλούν την αλληλεπίδραση μεταξύ της αντίδρασης της ΚΤ και των πιστεύω- προσδοκιών του ιδιωτικού τομέα.
Η ταυτοποίηση της εξέλιξης των πραγματικών επιτοκίων με βάση τα θεμελιώδη των συναρτήσεων της αποταμίευσης και της επένδυσης ,στηρίζεται στην εγγενή  προϋπόθεση  ότι η ΚΤ και οι χρηματοοικονομικές αγορές μπορούν χοντρικά (δύσκολα) να περιγράψουν την εξέλιξη του πραγματικού επιτοκίου ισορροπίας διαχρονικά.
Για τις ΚΤ , ο υπολογισμός του επιτοκίου ισορροπίας – μια αφηρημένη έννοια η οποία δεν μπορεί να παρατηρηθεί- είναι μια τρομακτική πρόκληση. Το να θέσουν τα επιτόκια στη σωστή κατεύθυνση , οι ΚΤ τυπικά επαφίενται στην εκτίμηση μη παρατηρούμενων μεταβλητών , μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται: το ίδιο το πραγματικό επιτόκιο ισορροπίας, το δυνητικό προϊόν, και η τάση του ποσοστού ανεργίας. Οι δεδομένες εκτιμήσεις περιέχουν υψηλή αβεβαιότητα , εξαρτώνται συντριπτικά από το χρησιμοποιούμενο υπόδειγμα, και υπόκεινται σε μεγάλες αναθεωρήσεις.
Οι τεράστιες δυσκολίες (ουσιαστικά πρόκειται για αδυναμία) που συναντούν τα εμπειρικά υποδείγματα για να προσδιορίσουν το επιτόκιο ισορροπίας με βάση τις συναρτήσεις αποταμίευσης και επένδυσης επιβεβαιώνουν εμμέσως πλην σαφώς τη θέση του Keynes ότι η κλασικά και νεοκλασική θεωρία του προσδιορισμού του ύψους του επιτοκίου είναι απροσδιόριστες με την έννοια ότι δεν περιέχουν όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για αυτό τον προσδιορισμό.   
Ακόμη, η πολιτική αποτελεσματικότητα της ΚΤ μπορεί να είναι μη ολοκληρωμένη. Η μεγάλη επικέντρωση  στον βραχυπρόθεσμο πληθωρισμό και στη σταθεροποίηση του προϊόντος  η νομισματική πολιτική μπορεί να μη δίνει προσοχή στις χρηματοοικονομικές εξελίξεις. Δεδομένου ότι ο χρηματοοικονομικός κύκλος έχει μακρύτερη διάρκεια από τον αντίστοιχο επιχειρηματικό, οι ορίζοντες της τυπικής πολιτικής πιθανά να μην επιτρέπει στις αρχές το κατάλληλο υπολογισμό των αποφάσεών τους   στο μέγεθος του μελλοντικού προϊόντος. Το γεγονός ότι οι χρηματοοικονομικές άνοδοι και πτώσεις μπορούν να συμβούν ξαφνικά η υπόθεση του σταθερού πληθωρισμού δεν βοηθά.
Οι συμμετέχοντες στις χρηματοοικονομικές αγορές λειτουργούν σε καθεστώς μεγάλης αβεβαιότητας ακριβώς όπως και οι ΚΤ. Η ικανότητα του τραπεζικού συστήματος δημιουργίας χρήματος είναι ένας από τους βασικούς λόγους απόκλισης των παρατηρούμενων επιτοκίων από τα θεωρούμενα επιτόκια ισορροπίας. Η ποσότητα της πίστωσης προσαρμόζεται στην ζήτηση με βάση τα ισχύοντα επιτόκια.
Στα τελευταία  30 χρόνια σημαντικές χρηματοπιστωτικές κρίσεις (Κ. Μελάς, Οι Σύγχρονες Κρίσεις του Παγκόσμιου Χρηματοπιστωτικού Συστήματος, ΑΑ. Λιβάνη 2001) έχουν δημιουργήσει σειρά σοβαρών προβλημάτων στην παγκόσμια οικονομία. Οι διακυμάνσεις στη τιμολόγηση και στις εκτιμήσεις του κινδύνου είναι κρίσιμες σε αυτό το πλαίσιο. Ένα δεδομένο επίπεδο επιτοκίου ελεύθερο κινδύνου μπορεί να είναι συνδεδεμένο με πολλές διατάξεις ασφαλίστρου κινδύνου πάνω σε πλήθος επιτοκίων , με διαφορετικές επιπτώσεις στις αποφάσεις αποταμίευσης και επένδυσης. Ένας μεγάλος  αριθμός πραγματικών επιτοκίων ισορροπίας μπορεί να περιλάβει αυτές τις εκτιμήσεις κινδύνου. Οι νομισματικές και χρηματοοικονομικές εξελίξεις φαίνονται σημαντικές. Για παράδειγμα , η νομισματική πολιτική μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις των ατόμων σχετικά με την ανάληψη κινδύνου.  
Η επικέντρωση στα θεμελιώδη της αποταμίευσης και της επένδυσης ως προσδιοριστικά των επιτοκίων βρίσκεται στην καρδιά των κυρίαρχων μακροοικονομικών υποδειγμάτων , τα οποία υποθέτουν ότι το χρήμα και τα χρηματοοικονομικά μεγέθη είναι ουδέτερα για την εξέλιξη του προϊόντος  μακροπροθέσμως. Ακολουθούν πιστά τη νεοκλασική αντίληψη για τον προσδιορισμό του επιτοκίου: το ύψος του επιτοκίου προσδιορίζεται βάσει των συναρτήσεων αποταμιεύσεων και επενδύσεων. Έτσι το επιτόκιο, όπως και κάθε άλλη τιμή οποιουδήποτε αγαθού, αποτελεί ένα πραγματικό φαινόμενο αφού ο καθορισμός του γίνεται από τις πραγματικές δυνάμεις της αγοράς, δηλαδή την προσφορά και τη ζήτηση αποταμιεύσεων. Αδιαφορούν, όπως έχουμε ήδη αναφέρει,  για τη γνωστή  θέση του Keynes (J.M.Keynes,Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος, Κεφάλαια 13-14)  ότι η τιμή του επιτοκίου αποτελεί το μηχανισμό εξισορρόπησης της προσφοράς και της ζήτησης στην αγορά χρήματος και όχι το μηχανισμό εξισορρόπησης της αποταμίευσης με την επένδυση.
Αλλά οι διαδοχικές κρίσεις έδειξαν ότι το χρήμα και τα χρηματοοικονομικά στοιχεία μπορούν να έχουν μακροχρονίως ύστερα αποτελέσματα. Όχι μόνο μπορούν οι χρηματοοικονομικοί παράγοντες – ειδικά η μόχλευση- να διευρύνει τις κυκλικές διακυμάνσεις , αλλά μπορούν να οδηγήσουν την οικονομία μακριά από το μονοπάτι της σταθερής μεγέθυνσης.
Μια εξάπλωση του κεφαλαιακού αποθέματος κατά τη διάρκεια της ανόδου μπορεί να περιορίσει τον πληθωρισμό και να προλάβει την ανάγκη «σκλήρυνσης» της νομισματικής πολιτικής. Την ίδια στιγμή , μεγάλες αλλαγές στις σχετικές τιμές οι οποίες τυπικά συμβαίνουν σε χρηματοοικονομικές ανόδους εκτρέπουν τους πόρους στους αναδυόμενους τομείς με τρόπους που δεν είναι εύκολο να αντιστραφούν.  
Η μακροχρόνια ύστερη επίδραση του χρηματοοικονομικού κύκλου γίνεται εμφανείς στη φάση της πτώσης. Η συσσώρευση χρέους και η συνδεδεμένες «λανθασμένες» κατανομές πόρων , ειδικά το περισσευούμενο κεφάλαιο, αφήνει μια δύσκολη παρακαταθήκη η οποία είναι δύσκολο να επιλυθεί. Είναι φανερό ότι τα χρήμα και οι χρηματοοικονομικές του εκφράσεις δεν είναι καθόλου ουδέτερες όπως θεωρούν οι κυρίαρχες απόψεις.    
Όλα τα παραπάνω υποδεικνύουν ότι η καθοδική τάση στα πραγματικά επιτόκια δεν αντανακλούν παθητικά αλλαγές στα υποκείμενα μακροοικονομικά θεμελιώδη . Χαμηλά επιτόκια μπορεί να ειδωθούν ως τα σπέρματα ανόδου και καθόδου των χρηματοοικονομικών κύκλων.
Οικονομικές πολιτικές που δεν χρησιμοποιούνται  ενάντια στις ανόδους και τη δημιουργία φούσκας - αλλά χρησιμοποιούνται με  ευκολία  με τρόπο επιθετικό και συστηματικό κατά τη διάρκεια των πτώσεων και της διάρρηξης της φούσκας  - οδηγούν σε μεροληπτική κάθοδο των επιτοκίων  
Σύμφωνα λοιπόν με  όλα τα προηγούμενα φαίνεται  ότι το κυρίαρχο οικονομικό υπόδειγμα λειτουργεί με βασικές παραδοχές που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα μιας αναπτυγμένης νομισματικής οικονομίας. Το χρήμα δεν μπορεί να είναι ουδέτερο κάτι που απαιτεί ριζική αλλαγή των υποδειγμάτων που επιχειρούν να αναλύσουν την παγκόσμια οικονομία.


Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Προκειμένου να εργαστούν , εργάζονται δωρεάν.



Από το τέλος του Β’ΠΠ η τεχνολογία έχει πραγματοποιήσει τεράστια βήματα διαφοροποιώντας ριζικά τόσο τα παραγόμενα προϊόντα όσο και τις συνθήκες παραγωγής. Σύμφωνα με «παλαιές» αντιλήψεις το γεγονός αυτό θα επέτρεπε τη μείωση των ωρών της ανθρώπινης εργασίας  επιτρέποντας να υπάρχει απασχόληση για όλους ενώ  παράλληλα  η αύξηση του ελεύθερου χρόνου των εργαζομένων θα διεύρυνε την δημοκρατία.
Τα γεγονότα οδηγήθηκαν όμως σε διαφορετική κατεύθυνση. Όχι μόνο οι ώρες εργασίας δεν μειώθηκαν , όχι μόνο οι εργαζόμενοι εργάζονται περισσότερες ώρες και μάλιστα χωρίς να αμείβονται επιπλέον αλλά σήμερα διαπιστώνουμε έκπληκτοι ότι σειρά εργαζομένων καλούνται να εργασθούν χωρίς αμοιβή προκειμένου να έχουν μια απασχόληση. Οι στατιστικές είναι αμείλικτες : σήμερα υπάρχει μια μεγεθυντική τάση σύμφωνα με την οποία ένας αυξανόμενος αριθμός ατόμων , ειδικά οι νέοι στην ηλικία,  δέχονται να εργασθούν χωρίς ανταμοιβή. Ειδικά αυτό παρατηρείται στις λεγόμενες «δημιουργικές απασχολήσεις» όπως ΜΜΕ, διαφήμιση , σχεδιασμός κτλ. Οι λόγοι που το κάνουν οι νέοι είναι πολλαπλοί: υπάρχουν όσοι ελπίζουν ότι με το να «βάλουν το πόδι τους» στην επιχείρηση , αργά ή γρήγορα θα ανταμειφθούν για τον κόπο τους. Υπάρχουν άλλοι που θεωρούν ότι θα αποκτήσουν μια εργασιακή εμπειρία που θα γραφεί στο βιογραφικό τους και θα τους βοηθήσει στην ανεύρεση μια μελλοντικής θέσης εργασίας. Υπάρχουν άλλοι οι οποίοι θεωρούν ότι θα γνωρίσουν ανθρώπους και θα δημιουργήσουν δημόσιες σχέσεις που θα τους βοηθήσει επίσης στην ανεύρεση μελλοντικής εργασίας. Άλλοι επειδή θεωρούν ότι είναι  εντελώς αντιπαραγωγικό να μένουν στο σπίτι χωρίς να κάνουν κάτι.
Αυτή την κατάσταση που επικρατεί στην σύγχρονη αγορά εργασίας  υπάρχουν συγγραφείς που την θεωρούν δίκαια , ενδιαφέρουσα και προτείνουν στους νέους να την ακολουθήσουν , όπως ο Charles Hoehn, συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο,  Recession proof graduate: how to land the job you want by doing free work (Οι πτυχιούχοι αντιμέτωποι με την ύφεση : πώς να βρείτε εργασία που επιθυμείται εργαζόμενοι δωρεάν).
Να εργάζεται κανείς δωρεάν , σύμφωνα με το κοινό νου, σημαίνει το μέγιστο της εκμετάλλευσης . Μάλιστα μεγαλύτερη εκμετάλλευση από το δούλο στον οποίο ο αφέντης έπρεπε τουλάχιστον να παρέχει τροφή και στέγη , έστω και σε απαράδεκτες συνθήκες. Αντιθέτως ο καλός μας συγγραφέας το περιγράφει «ως ένα μοναδικό  τρόπο απόκτησης εργασιακής εμπειρίας υψηλού επιπέδου , ενδυνάμωσης των ικανοτήτων και μάθησης των μυστικών της επιθυμητής εργασίας». Αφήνω ασχολίαστα τα παραπάνω. Στην συγκεκριμένη αντιμετώπιση της εργασίας των νέων συμβάλλουν τρεις παράγοντες : τα νέα εργασιακά υποδείγματα στον τομέα της ηλεκτρονικής  (επιτρέπει την εργασία από το σπίτι) , η στασιμότητα και η ύφεση της οικονομίας στις δυτικές χώρες και η αύξηση αυτών που εργάζονται ως    free-lance είτε από επιλογή είτε από ανάγκη. Ο σύνδεσμος που αντιπροσωπεύει τους  βρετανούς  free-lance (Professional Contractors Group),αποκάλυψε ότι αυτή η κατηγορία των εργαζομένων στην Ευρωπαϊκή Ένωση  αυξήθηκε κατά 45,0% μεταξύ 2011 και 2013 από 6 σε 9 εκατομμύρια. Φυσικά η Ελλάδα βρίσκεται στην πρωτοπορία αυτής της απαράδεκτης κατάστασης.
Οι επιχειρήσεις έχουν αποτινάξει από τις πλάτες τους το κόστος των εργαζομένων αλλά έχουν κρατήσει για τον εαυτό τους ολόκληρη την παραγωγική δύναμη των εργαζομένων.
Με τον συγκεκριμένο τρόπο δεν διαλύεται , αν δεν έχει διαλυθεί η αγορά εργασίας , διαλύεται η ατομικότητα των νέων εργαζομένων . Η σύγχρονη αντίληψη τους στερεί από το βασικό ειδολογικό ανθρώπινο χαρακτηριστικό : την εργασία. Ο άνθρωπος γίνεται άνθρωπος μέσω της εργασίας.  

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Η εξάπλωση της φτώχειας στην γηραιά ήπειρο.


Υπάρχει μια χώρα της οποίας το 33,0% του πληθυσμού της βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχιας. Που δεν μπορεί να παράσχει κατοικία αντάξια του ονόματός της σε 18 εκατομμύρια άτομα. Που δεν μπορεί να θρέψει μα κατάλληλο τρόπο 500000 παιδιά. Δεν είναι το Μπουρούντι. Είναι η Μεγάλη Βρετανία, μια από τις οκτώ βιομηχανικές δυνάμεις του κόσμου. Στη ΜΒ το ποσοστό φτώχειας πέρασε από το 14% στο 33% των οικογενειών σε διάστημα 30 χρόνων, από το 1983, το έτος που η Μάργκαρετ Θάτσερ άρχισε την δεύτερη θητεία της ως πρωθυπουργός της χώρας , αλλάζοντας ριζικά τη ΜΒ , και μπορούμε να πούμε και ολόκληρο το δυτικό κόσμο , με βάση την νεοφιλελεύθερη ατζέντα. Εκείνες οι μεταρρυθμίσεις θεωρήθηκαν από τις κυρίαρχες δυνάμεις οι ρίζες ενός αναγκαίου και λαμπερού εκμοντερνισμού. Εφαρμόσθηκαν σε πολλές χώρες του κόσμου ανεξάρτητα αν στην κυβέρνηση ήταν κόμματα της δεξιάς ή κόμματα της σοσιαλδημοκρατίας. Η επονομαζόμενη "Thatcher revolution" κυριάρχησε στη Δύση και όχι μόνο σε αυτήν. Η παγκοσμιοποίηση που μεταμόρφωσε Κίνα, Ινδία, Ρωσία, Βραζιλία, Τουρκία και άλλες χώρες σε αναδυόμενες οικονομίες , πιο δυνατές οικονομικά και από τις παραδοσιακές δυτικές δυνάμεις βασίστηκε στο δικό της υπόδειγμα. Το Poverty and Social Exclusion Project το μεγαλύτερο πρόγραμμα έρευνας που πραγματοποιήθηκε ποτέ στη ΜΒ, χρηματοδοτούμενο από το   Economic and Social Research Council υπό την καθοδήγηση οκτώ πανεπιστημίων γέρνει στην επιφάνεια την αυξανόμενη φτωχοποίηση. Οι πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης τόσο από τις συντηρητικές κυβερνήσεις (Κάμερον) όσο και τις εργατικές ( Μπλέρ και Μπράουν) έχουν αποτύχει.   

Η φτώχεια φαίνεται ότι αυξάνει στη ΜΒ σε επίπεδα του τρίτου κόσμου. Ίσως το πιο σημαντικό δεδομένο είναι αυτό που διαψεύδει τον διαδεδομένο μύθο ή το στερεότυπο (της Νέας Μακροοικονομικής Οικονομίας και των Ορθολογικών Προσδοκιών) σύμφωνα με τον οποίο είναι η σπανιότητα της εργασίας (ή η άρνηση της εργασίας λόγω χαμηλών μισθών . Η περίφημη θέση του
Lucas ως ερμηνεία της ανεργίας) που προκαλεί τη φτωχοποίηση. Από τη μελέτη προκύπτει ότι τα μισά άτομα κάτω από το «κατώφλι της φτώχειας» (προσδιοριζόμενη από την αδυναμία να προμηθευθούν τρία ή περισσότερα απαραίτητα αγαθά για την επιβίωση)  εργάζονται περισσότερο από 40 ώρες την εβδομάδα. Το επίπεδο των μισθών είναι φανερό ότι δεν ακολούθησε το επίπεδο του κόστους ζωής. Συνεπώς το 1/3 των βρετανικών οικογενειών δεν έχει αρκετή τροφή, ρουχισμό. Είναι φτωχοί.  Φυσικά όλα αυτά κρύβονται πίσω από τα λαμπερά φώτα του City του Λονδίνου, τα ακριβά εστιατόρια και τους …  Ρώσους ολιγάρχες .

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Μ. Ντράγκι: το ευρώ δεν δημιούργησε την κρίση.


Η ανάκαμψη της ευρωζώνης είναι πολύ ασθενική. Η ανεργία είναι υψηλή σε ένα περιβάλλον σχεδόν αντιπληθωρισμού όχι όμως ενός αντιπληθωρισμού  με την έννοια της συνολικής πτώσης των τιμών σε ολόκληρη την ευρωζώνη. Σύμφωνα με τον Μάριο Ντράγκι (συνέντευξη στην ολλανδική εφημερίδα De Telegraaf) η ΕΚΤ αναμένει να δει πως θα λειτουργήσουν τα μέτρα νομισματικής πολιτικής που υιοθέτησε την 5η Ιουνίου 2014. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΕΚΤ «η κρίση και η ανεργία είναι το αποτέλεσμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης αλλά και λανθασμένων επιλογών της οικονομικής πολιτικής. Το ευρώ μπορεί να το διαμεσολάβησε με ένα συγκεκριμένο τρόπο  αλλά δεν το δημιούργησε. Επίσης η ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας βρίσκεται στα πρώτα στάδια σε σχέση με τις ΗΠΑ . Για το λόγο αυτό έχουμε επιμηκύνει μέχρι το τέλος του 2016  την πρόσβαση των τραπεζών σε απεριόριστη  ρευστότητα . Αυτό σημαίνει ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν χαμηλά για μεγάλο χρονικό διάστημα». Επίσης ο πρόεδρος της ΕΚΤ δεν αρνήθηκε ότι αν συνεχιστεί ο χαμηλός πληθωρισμός είναι έτοιμος να προχωρήσει στην αγορά ομολόγων , όχι μόνο κρατικά αλλά και εταιρικά. Λόγω των γεγονότων στο Ιράκ υπάρχει πιθανότητα να έχουμε κάποια αύξηση του πληθωρισμού λόγω αύξησης των τιμών του πετρελαίου «εκτός αν γίνουμε μάρτυρες μιας ενδυνάμωσης του ευρώ». Η τελευταία υπογραμμισμένη φράση υποδηλώνει εμμέσως πλην σαφώς, όπως έχω υποστηρίξει,  ότι η συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ ξεφεύγει των δυνατοτήτων της ΕΚΤ να την επηρεάσει.
Εκείνο που χρειάζεται να σχολιάσουμε είναι η άποψη του Ντράγκι ότι το ευρώ μπορεί να έπαιξε ρόλο στην κρίση αλλά δεν τη δημιούργησε. Νομίζω ότι θέλει να πει ότι η αρχιτεκτονική του ευρώ δεν αποτελεί αιτία της κρίσης αλλά απλά η κρίση διαμεσολαβείται  από αυτή την αρχιτεκτονική. Κανένας δεν μπορεί να διαφωνήσει ότι η κρίση δεν δημιουργήθηκε από το ευρώ. Ούτε μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι αυτό καθ’ αυτό το νόμισμα (οποιοδήποτε νόμισμα) είναι δημιουργός της κρίσης. Όποιος το ισχυρίζεται αποδίδει στο «νεκρό» νόμισμα ζωντανές ιδιότητες που δεν έχει και ούτε μπορούσε να έχει. Ξεθάβει πάλι την έννοια του φετιχισμού. Είναι οι οικονομικές πολιτικές που στηρίζουν τη λειτουργία του νομίσματος και οι οποίες απορρέουν από την αρχιτεκτονική δομή δημιουργίας του που έχουν την ευθύνη για την ύπαρξη συγκεκριμένων προβλημάτων τα οποία οξύνουν την κρίση και την θεριεύουν. Αυτό διακρίνεται από μια απλή σύγκριση με τον τρόπο λειτουργίας ενός άλλου νομίσματος στην αντιμετώπιση των ίδιων προβλημάτων πχ στην παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση, όταν η αρχιτεκτονική δόμηση του είναι διαφορετική και συνεπώς και διαφορετικές οι απορρέουσες οικονομικές πολιτικές.
Θα αναφέρω ένα απλό παράδειγμα για την κατανόηση των όσων υποστηρίζω χωρίς θεωρητικές διανθίσεις.  
Υπενθυμίζουμε ότι ο πρώην διοικητής της Fed Μπεν Μπερνάνκι είχε θέσει ως στόχο την πτώση της ανεργίας στο 6,5% για να αρχίσει να μειώνει την επεκτατική νομισματική πολιτική  που είχε θέσει σε εφαρμογή κάτι που επιβεβαίωσε και η διάδοχός του Τζάνετ Γιέλλεν . Σύμφωνα με τα στοιχεία του Απριλίου 2014 το ποσοστό ανεργίας έπεσε στο 6,3%. Στην ευρωζώνη το ποσοστό ανεργίας βρίσκεται στο 11,8% , μια αβυσσαλέα διαφορά , αλλά το κυριότερο η ΕΚΤ δεν θέτει (εκ του καταστατικού της δεν προβλέπεται) στόχο για το ποσοστό ανεργίας. Συνεπώς ο βασικός στόχος της οικονομικής πολιτικής (διαβάστε όλα τα εγχειρίδια οικονομικής πολιτικής που διδάσκονται στα πανεπιστήμια) η προσπάθεια πλήρους απασχόλησης δεν αποτελεί στόχο της ΕΚΤ σε πλήρη αντίθεση με αυτό που συμβαίνει στις ΗΠΑ.

Εάν ρωτήσεις για αυτή την διαφορά  τους γνωστούς νεοκλασικούς οικονομολόγους που κυριαρχούν σήμερα στην ΕΕ αλλά και τον υπεύθυνο ευρωπαίο επίτροπο Όλι Ρεν (ο οποίος καταλαβαίνει ελάχιστα πράγματα από την οικονομία) η πλέον πιθανή απάντηση θα ήταν ότι η αγορά εργασίας στις ΗΠΑ είναι απολύτως απορρυθμισμένη κάτι που βοηθά τα μέγιστα στην απασχόληση. Αυτός είναι ο πολικός αστέρας των τεχνοκρατών της ΕΕ καθώς και των περισσότερων πολιτικών της , μαζί με την ανάγκη εξισορρόπησης των δημοσίων λογαριασμών , δηλαδή των σημοσιονομικών ελλειμμάτων και του δημοσίου χρέους.    
Αλλά είναι στα αλήθεια αυτός ο λόγος της μεγάλης διαφοράς μεταξύ ΗΠΑ-ΕΕ; Πριν από την κρίση η αγορά εργασίας των ΗΠΑ, ήταν το ίδιο απορρυθμισμένη όπως σήμερα , εκείνη των ευρωπαϊκών χωρών όχι τόσο, αλλά η διαφορά στην ανεργία ποτέ δεν ήταν τόσο μεγάλη. Στις ΗΠΑ ήταν 4,6% κοντά στο ιστορικά ελάχιστο (διπλασιάστηκε τον επόμενο χρόνο όταν μπήκε στην κρίση , στο 9,6%). Στην ΕΕ ήταν στο 7,2% , μια διαφορά 2,6% η οποία δικαιολογείτο από το υψηλότερο ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ στις ΗΠΑ( 2004:3,1%, 2005: 4,4%, 2006: 3,2%) από τον αντίστοιχο στην ΕΕ(2004: 2,4%, 2005: 1,7%, 2006: 3,1%). Μετά το ξέσπασμα της κρίσης το ποσοστό των αμερικανών χωρίς εργασία ξεπέρασε το αντίστοιχο των ευρωπαίων αλλά από το 2010 άρχισε να μειώνεται ενώ το ποσοστό των άνεργων  ευρωπαίων να αυξάνεται.

Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα μπορεί να αποδοθεί μόνο στον Μπερνάνκι ; Όχι βέβαια. Το υπουργείο των οικονομικών των ΗΠΑ δεν τον άφησε μόνο του. Παράλληλα άσκησε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική πρωταρχικά για τη διάσωση επιχειρήσεων (χρηματοπιστωτικού και μη χρηματοπιστωτικού τομέα) σε συνδυασμό με την επεκτατική νομισματική πολιτική της
Fed. Όλα αυτά με το ρεπουμπλικανικό κόμμα (και με το κόμμα του τσαγιού να πρωτοστατεί) να είναι εντελώς αντίθετο.
 Στην Γραφική παράσταση 1 φαίνεται η εξέλιξη και η προοπτική του δημοσιονομικού ελλείμματος των ΗΠΑ. Στην ΕΕ αντίθετα η δημοσιονομική πολιτική είναι άκρως περιοριστική . Τα αποτελέσματα είναι αποκαλυπτικά : η ανεργία στα ύψη, το ΑΕΠ εξακολουθεί να ευρίσκεται σε επίπεδο κατώτερο κατά -3,0% από την αρχή της κρίσης , ενώ ο λόγος ΔΧ/ΑΕΠ από το 65,0% ανήλθε στο 95,0%. Οι πολιτικές λιτότητας σε περίοδο κρίσης είναι απολύτως αποτυχημένες.
Αναδύεται επομένως μια άλλη σημαντική διαφορά που επίσης απορρέει από την αρχιτεκτονική του ευρώ και της νομισματικής ένωσης , με την έννοια ότι αυτή στηρίζεται στο Σύμφωνο Σταθερότητας ,στη μη διάσωση κρατών, στους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς σε κάθε στιγμή και σε κάθε περίπτωση και στην αποκοπή της συνδυαστικής συνέργιας  νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής με στόχο τη μεγέθυνση του ΑΕΠ.
Συνεπώς βεβαίως το ευρώ δεν δημιούργησε την κρίση όμως οι οικονομικές πολιτικές που θεσμίζονται από την αρχιτεκτονική του δομή και εκφράζονται ως οικονομικές πολιτικές, διαιωνίζουν την κρίση και καταδικάζουν χώρες μέλη σε απαράδεκτα υψηλά κόστη ευκαιρίας χωρίς καμία  διέξοδο για την μείωση του πρωταρχικού στόχου κάθε οικονομικής πολιτικής : την ανεργία. 

                                              Γραφική παράσταση 1