Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Η επιχειρηματολογία του M. Draghi για το αμετάβλητο της νομισματικής πολιτικής.


Η ΕΚΤ, στη συνεδρίαση της 8ης Μαΐου 2014 στις Βρυξέλες αποφάσισε να μην προβεί σε αλλαγή του ύψους των επιτοκίων της και να συνεχίσει την μέχρι τώρα νομισματική πολιτική.  Σύμφωνα με την ΕΚΤ δεν έχει φθάσει η στιγμή για μια περαιτέρω επεκτατική νομισματική πολιτική στην ευρωζώνη.
Η επιχειρηματολογία του προέδρου M. Draghi προκειμένου να θεμελιώσει την απόφαση κινήθηκε  στο ακόλουθο πλαίσιο.  
Ο πληθωρισμός σε ετήσια βάση (HICP) διαμορφώθηκε τον Απρίλιο στο 0,7% έναντι 0,5% το Μάρτιο. Η αύξηση οφείλεται κυρίως στην άνοδο των τιμών των υπηρεσιών. Επομένως δεν παρατηρήθηκαν σημάδια περαιτέρω μείωσης προς τον αντιπληθωρισμό. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΕΚΤ ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει στα ίδια χαμηλά επίπεδα, με ελαφρά ανοδική τάση στους προσεχείς μήνες του 2014, θα αρχίσει να αυξάνεται σιγά-σιγά το 2015 , για να φθάσει σε επίπεδο γύρω από το στόχο 2,0% στο τέλος του … 2016.  Πάντως το ζήτημα θα επανεξετασθεί τον Ιούνιο αμέσως μετά τις ευρωεκλογές.
Σύμφωνα με τον  M. Draghi το σημερινό ευρωπαϊκό  νομισματικό περιβάλλον υφίσταται τις επιδράσεις δύο συγκυριακών γεγονότων , ενός γεωπολιτικού και ενός νομισματικού ,  τα οποία το σπρώχνουν μακριά από την κανονικότητα του  δυσκολεύοντας τη διαμόρφωση σχετικά σταθερών προσδοκιών  οι οποίες , ως γνωστόν, αποτελούν την πυξίδα , διαμόρφωσης της ακολουθούμενης νομισματικής πολιτικής.
Το γεωπολιτικό γεγονός αφορά στις εξελίξεις στην Ουκρανία. Οι εξελίξεις αυτές έχουν προκαλέσει ροή πόρων προς την ευρωζώνη και το ευρώ αναζητώντας ασφαλές καταφύγιο. Τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΚΤ αναφέρουν ότι 160 δις ευρώ εγκατέλειψαν την Ρωσία πολλά εκ των οποίων κατευθύνθηκαν στο ευρώ.
Παράλληλα η FED έχει αρχίσει να μεταβάλλει το μέγεθος της  επεκτατικής της νομισματικής πολιτικής  , η οποία άρχισε από το 2008, μέσω της συνεχούς αλλά σταδιακής μείωσης αγορών χρεογράφων . Το γνωστό tapering.  Συγχρόνως προανάγγειλε ότι θα διατηρήσει το βασικό επιτόκιο της  σε μηδενικό επίπεδο για απροσδιόριστη διάρκεια , υπονοώντας σαφώς για όσο χρόνο το κρίνει απαραίτητο προκειμένου να βοηθήσει στην μεγέθυνση της οικονομίας.  Η σταδιακή μεταβολή – προσαρμογή της  νομισματικής πολιτικής της FED , οδήγησε μεγάλο μέρος των κεφαλαίων τα οποία εγκατέλειψαν  (πουν) τις αναδυόμενες αγορές να οδηγηθούν στην ΕΕ για λόγους ασφαλείας αλλά και αποδόσεων (δες ομόλογα περιφερειακών χωρών της ΕΕ). Αυτό καταδεικνύεται από την αύξηση του δείκτη MFI net external assets,  μέσω του οποίου παρακολουθείται η παρακράτηση στοιχείων ενεργητικού σε ευρώ από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εκτός των χωρών του ευρώ.
Οι δύο αυτές εξελίξεις προκαλούν ανατίμηση του ευρώ , γεγονός που με τη σειρά του μειώνει την αξία των εισαγομένων πρώτων υλών, της ενέργειας  και των τροφίμων , πιέζοντας προς τα κάτω τον πληθωρισμό.
Το ερώτημα που θέτει η ΕΚΤ είναι κατά πόσον οι δύο αυτές κινήσεις είναι απλά συγκυριακές ή θα αποτελέσουν μια μονιμότερη κατάσταση.  Εάν είναι μονιμότερης διάρκειας η ΕΚΤ πρέπει να παρέμβει για διορθωτικές κινήσεις . Αν είναι απλά συγκυριακές χρειάζεται να περιμένει μέχρι να εξαλειφθεί αυτή η συγκυρία. Επομένως  σύμφωνα πάντα με την ΕΚΤ , απαιτείται διαμόρφωση σαφούς εικόνας των προσδοκιών οι οποίες αποτελούν τη βάση άσκησης της νομισματικής πολιτικής. Στην αντίθετη περίπτωση υπάρχει κίνδυνος να δοθούν λανθασμένα  σημάδια στην οικονομία. 
Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στη σχολή οικονομικής  σκέψης στην οποία ανήκει σήμερα η ΕΚΤ παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που ομολογουμένως καταβάλει ο πρόεδρος  M. Draghi.  Το ότι συναρτά την παρέμβασή του με βάση τις διαμορφούμενες προσδοκίες των αγορών  , in ultima istanza, και  δεν τη συναρτά για την υποβοήθηση της διαμόρφωσης των προσδοκιών όπως πχ πράττει η FED, η Bank of England , η Bank of Japan κτλ, δείχνει απερίφραστα τη σχολή οικονομικής σκέψης υπηρετεί η ΕΚΤ.
Επίσης παρά την παρατηρούμενη άνοδο της τιμής του ενιαίου νομίσματος σε σχέση με το δολάριο αλλά και τα άλλα νομίσματα , ο πρόεδρος  M. Draghi εξήγησε ότι  το ύψος της ισοτιμίας του ευρώ  δεν αποτελεί στόχο της συναλλαγματικής πολιτικής παρά μόνο μελετώνται οι επιδράσεις του στον πληθωρισμό και στον ρυθμό μεγέθυνσης  της οικονομίας. 
Ειρήσθω εν παρόδω, το πραγματικό ΑΕΠ στην ευρωζώνη αυξήθηκε κατά 0,2%  το τελευταίο τρίμηνο του 2013, σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο και περίπου στο ίδιο επίπεδο αναμένεται να αυξηθεί και το πρώτο τρίμηνο του 2014 πιστοποιώντας την αναιμική μεγέθυνση της οικονομίας της ευρωζώνης η οποία παράλληλα  παρουσιάζει και υψηλή ανεργία . Το ποσοστό ανεργίας ανέρχεται στο 11,8%.
Για ακόμη μια φορά με τη συγκεκριμένη επιχειρηματολογία ο M. Draghi , προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ των γερμανικών γερακιών και των γαλλικών περιστεριών. Όμως η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να «αναζητά» την εξισορρόπηση των βουλήσεων των ισχυρών και κυρίαρχων κρατών της ένωσης. Μάλιστα αυτή η  προσπάθεια «εξισορρόπησης»  γίνεται περισσότερο εμφανής επειδή βρισκόμαστε μόνο λίγες μέρες πριν από τις ευρωεκλογές. Είναι φανερό ότι αν η ΕΚΤ αποφάσιζε τώρα, την ενδυνάμωση της επεκτατικής νομισματικής πολιτικής , αυτή η πράξη θα είχε πολιτικές επιδράσεις στο εκλογικό σώμα. Όμως η νομισματική πραγματικότητα δείχνει για την ανάγκη άμεσων παρεμβάσεων αδιαφορώντας για τις πολιτικές επιδράσεις.  Συγκεκριμένα η ετήσια μεγέθυνση   του Μ3 μειώθηκε στο 1,1% το μήνα Μάρτιο 2014, από 1,3 το Φεβρουάριο. Επίσης το Μ1 μειώθηκε κατά 5,6% το Μάρτιο μετά από μείωση 6,2% το Φεβρουάριο. Ο ετήσιος ρυθμός των δανείων σε μη χρηματοπιστωτικά ιδρύματα μειώθηκε κατά 3,1% το Μάρτιο ακριβώς όπως και το Φεβρουάριο. Η ετήσια μεγέθυνση των δανείων προς τα νοικοκυριά (μαζί με τις τιτλοποιήσεις) παραμένει καθηλωμένη από τις αρχές του 2013 στο 0,5%. Τα  πιστωτικά κριτήρια με βάση τα οποία τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα αξιολογούν τους πελάτες τους εξακολουθούν  παραμένουν σε υψηλά επίπεδα δυσκολεύοντας την χορήγηση νέων δανείων.
.