Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Η διάσπαση βορρά – νότου στην ευρωζώνη γίνεται όλο και περισσότερο μη υποστηρίξιμη.

 
Η πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση δημιούργησε ένα βαθύ διαχωρισμό στην ευρωζώνη, μεταξύ χωρών δανειστριών και δανειζομένων, μεταξύ αυτών που διατάζουν και αυτών που υπακούουν δημιουργώντας χώρες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας.
Είναι γνωστό ότι μια αποτελεσματική νομισματική ένωση χρειάζεται ένα μηχανισμό διαχείρισης των ασύμμετρων διαταραχών, αλλά η Γερμανία αντιτίθεται σε περισσότερα νομισματικά κίνητρα. Η γερμανική συμπεριφορά ελαχιστοποίησης του δυνητικού  κόστους της νομισματικής ένωσης προσομοιάζει με τη σύγχρονη συζήτηση για την ανισότητα- η εμμονή της στην δημοσιονομική λιτότητα και τους κινδύνους του πληθωρισμού εξηγείται με βάση την άποψη, ότι είναι καλύτερο να προστατεύσει τα συμφέροντά της ως αποταμιευτής και ως επενδυτής , ακόμη και αν αυτό οδηγεί στην αύξηση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών.   
Ο διαχωρισμός μεταξύ Βορρά-Νότου γίνεται εύκολα διακριτός σε τρία κύρια σημεία.
Πρώτον, στην έλλειψη προσοχής στις πολιτικές ενεργητικής  ζήτησης. Αυτή η έλλειψη εμφανίζεται καθαρά στα υπερβολικά υψηλά πραγματικά επιτόκια στην ευρωζώνη, εκτός από την Γερμανία, υψηλότερα από τα αντίστοιχα των ΗΠΑ ή του ΗΒ , αδιαφορώντας αν αυτά έχουν λιγότερο ή περισσότερο επισφαλείς επιδράσεις στη μεγέθυνση , ανεργία και πληθωρισμό. Οι διαρθρωτικές αλλαγές δεν δουλεύουν χωρίς μεγέθυνση. Όπως τελευταία αρχίζει να παραδέχεται και η ΕΚΤ, η ασθενής μεγέθυνση «περιορίζει» τη δυνητική μεγέθυνση , ιδιαίτερα επειδή διατηρείται η μακροπρόθεσμη ανεργία. Όχι μόνο η προσφορά δεν δημιουργεί τη ζήτησή της, αλλά η ελλιπής ζήτηση δημιουργεί και ελλιπή προσφορά.  
Δεύτερον στην ασυμμετρία σχεδιασμού και αποτελεσματικότητας των κανόνων λειτουργίας της οικονομίας. Αυτή παρατηρείται σε αρκετά σημεία. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών πάνω από 3,0% του ΑΕΠ τιμωρείται ενώ το πλεόνασμα τιμωρείται μόνο αν υπερβεί το 6,0% του ΑΕΠ. Γιατί; Διότι απλούστατα αυτό επιθυμούσε η Γερμανία διότι όταν καθιερώθηκε ο κανόνας το πλεόνασμα της ήταν υψηλότερο από 3,0%. Όπως έχουμε πολλές φορές αναφέρει το γερμανικό πλεόνασμα τα τελευταία τρία έτη υπερβαίνει το 6,0%.  
Σε συνάρτηση των συζητήσεων περί μεταρρυθμίσεων , η Γερμανία είναι η χώρα στην ευρωζώνη η οποία , τα τελευταία έτη, έχει πραγματοποιήσει τις λιγότερες μεταρρυθμίσεις, και αρνείται να αναπροσανατολίσει την οικονομική της πολιτική προς την κατεύθυνση αύξησης της εγχώριας ζήτησης συνεισφέροντας στη μεγέθυνση της ευρωζώνης , πχ. αυξάνοντας τις δημόσιες δαπάνες, «ελευθερώνοντας» τον τομέα των υπηρεσιών αλλά και το τραπεζικό της σύστημα.
Ακόμη και η ΕΚΤ η οποία καταστατικά έχει υποχρέωση να διατηρεί τον πληθωρισμό στο 2,0%, διστάζει ,για να μην πω αρνείται , να ακολουθήσει τις υποχρεώσεις της αυξάνοντας το κόστος της δημοσιονομικής προσαρμογής. Αυτό εξηγείται ως ακολούθως :  λόγω ότι υπάρχει διαφορά πληθωρισμού μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης και της Γερμανίας, η απαιτούμενη επεκτατική νομισματική πολιτική ώστε ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη να φθάσει στο 2,0% θα οδηγήσει τον γερμανικό πληθωρισμό στο ή πάνω από το 3,0% κάτι που είναι  πολιτικά  δύσκολο να το διαχειριστεί η γερμανική κυβέρνηση σε σχέση με την μέχρι σήμερα ρητορική της.
Η αφήγηση που έχει επικρατήσει για το ξέσπασμα της κρίσης έχει  μεγάλη σημασία διότι από αυτήν εξάγονται οι πολιτικές επίλυσής της. Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση η κρίση προήλθε από την έλλειψη ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών περιφερειακών χωρών και συνεπώς η λύση είναι η ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας. Το παράδειγμα για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας είναι η Γερμανία, η οποία υιοθέτησε μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και επιβράδυνση στην αύξηση των μισθών , την δεκαετία πριν την κρίση , οι οποίες τη βοήθησαν να έχει τα καλύτερα αποτελέσματα στην ευρωζώνη  με χαμηλή ανεργία και εκτεταμένο πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Ενώ η αφήγηση φαίνεται λογική δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η αύξηση της γερμανικής ανταγωνιστικότητας δεν οφείλεται στην επιβράδυνση των μισθών η οποία βεβαίως αποτελεί πραγματικότητα.  Τα εντυπωσιακά εξωτερικά πλεονάσματα της Γερμανίας οφείλονται στην ικανότητά της να παράγει υψηλής ποιότητας αγαθά μεταξύ των οποίων τα κεφαλαιουχικά αποτελούν την αιχμή του δόρατος. Η ζήτησή τους αυξάνεται συνεχώς λόγω της ταχείας ανάπτυξης της κινέζικης οικονομίας και των υπολοίπων αναπτυσσομένων χωρών αλλά  και των χωρών –παραγωγών πετρελαίου  στις οποίες η χρήση κεφαλαιουχικών προϊόντων είναι απαραίτητη. 
Τα γερμανικά προϊόντα δεν είναι διεθνώς ανταγωνιστικά λόγω του χαμηλού κόστους αλλά  λόγω της υψηλής ποιότητά τους. Βεβαίως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ελαστικότητα της αγοράς εργασίας αλλά θεωρώ ότι δεν είναι ο βασικός λόγος. Επίσης η ύπαρξη του ευρώ και η αδυναμία ανταγωνιστικών υποτιμήσεων των υπολοίπων χωρών της ευρωζώνης είναι ένας περισσότερο σημαντικός παράγοντας αλλά αυτό αφορά στον χώρο της ευρωζώνης. 
Επίσης ένα από τα σημαντικά κλειδιά της μεγέθυνσης της γερμανικής οικονομίας αποτελεί το σημαντικό νομισματικό κίνητρο το οποίο απολαμβάνει. Τα γερμανικά πραγματικά επιτόκια έπεσαν σημαντικά κατά τη διάρκεια της κρίσης περισσότερο και από τα αντίστοιχα των ΗΠΑ . Η Γερμανία ωφελήθηκε ποικιλοτρόπως από τις ποσοτικές διευκολύνσεις. Εκτός του χαμηλότερου κόστους χρηματοδότησης της οικονομίας της , τα χαμηλά πραγματικά επιτόκια επέτρεψαν την ευκολότερη δημοσιονομική προσαρμογή (χαμηλότερα επιτόκια για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους)  σε σχέση με τις περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης.  
Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι σε σημαντικό βαθμό η πρόσφατη υψηλή αποτελεσματικότητα της γερμανικής οικονομίας οφείλεται και σε συγκυριακούς λόγους. Όμως αυτοί οι συγκυριακοί λόγοι  επιταχύνουν προς το χειρότερο τη δυνατότητα πολιτικής διαχείρισης και υποστήριξης της παρατηρούμενης διάσπασης μεταξύ Βορείων και Νοτίων χωρών. Το γεγονός αυτό έχει αρχίσει να δημιουργεί τεράστια προβλήματα κάτι το οποίο και πολιτικά εμφανίζεται με την άνοδο εκείνων των κομμάτων τα οποία, το καθένα για τους λόγους του , επιθυμεί την αλλαγή της παρούσας κατάστασης.