Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Η πορεία θέσμισης της ΕΕ .




Η μέχρι σήμερα πορεία προς την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση πραγματοποιήθηκε χωρίς ποτέ να αντιμετωπισθούν οι θεμελιώδεις αντιθέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ. Θεμελιώδεις και πάγιες αντιθέσεις , όχι απλές αποκλίσεις θέσεων , ποικιλία απόψεων ή έστω ιδεολογικές συγκρούσεις. Τις αντιθέσεις αυτές οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ με την μέχρι σήμερα ακολουθούμενη διαδικασία για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν θέλησαν να αντιμετωπίσουν. Παραμερίστηκαν με επιμέλεια , κρύφτηκαν κάτω από το χαλί. Η προώθηση της ολοκλήρωσης ουσιαστικά στηρίχθηκε σε «μη-λύση» των βασικών προβλημάτων. Αυτή η λογική της ολοκλήρωσης ήταν απολύτως σύμφωνη με τη «μέθοδο Μονέ»  η οποία στηρίζεται ως γνωστό ,στην αλληλουχία κρίσεων. Με τα ίδια τα λόγια του Μονέ  «Η Ευρώπη θα συντίθεται μέσω κρίσεων και δεν θα είναι παρά το άθροισμα των λύσεων που η ίδια θα φέρει στις λύσεις αυτές» Η κρίση αποτέλεσε πάντοτε ανάγκη γιατί μόνο έτσι η λύση , ο τελικός συμβιβασμός επεκτεινόταν και σε άλλους τομείς , διευρύνοντας το φάσμα των τομέων της από κοινού δράσης , βαθαίνοντας την ολοκλήρωση. Αποτέλεσμα αυτής της νεολειτουργικής λογικής ήταν και η διαμόρφωση των ευρωπαϊκών θεσμών κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο με προεξάρχουσα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση υπήρξε προϊόν μιας συνωμοσίας των πολιτικών ελίτ.
Οι ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ αντελήφθησαν εγκαίρως ότι η επέκταση της ενοποίησης σε χώρους που παράγουν σύγκρουση και όχι συναίνεση , εκεί δηλαδή όπου διακυβεύεται η ίδια η αυτονομία των κρατών , όπως στους χώρους της «υψηλής πολιτικής» θα υπονόμευε την επιχειρησιακή ικανότητα της υπερεθνικής μεθόδου να ορίσει το κοινό συμφέρον και να το αναδείξει μέσα από συντονισμένες μορφές συλλογικής δράσης. 
 Βασίσθηκε στην παθητική συναίνεση των πολιτών των ευρωπαϊκών χωρών , οι οποίοι θεώρησαν  κατ’ αρχάς αδιάφορα τα γενόμενα λόγω της σαφούς έλλειψης ενημέρωσης δεδομένου ότι οι διαδικασίες προώθησης της ολοκλήρωσης γίνονταν (και γίνονται ) «εξ’ υφαρπαγής»,   δευτερευόντως επειδή  φαίνεται ότι «πείσθηκαν» μέσω μιας βασικής υπόσχεσης εκ μέρους των ευρωπαϊκών πολιτικών ηγεσιών ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα έχει θετικές οικονομικές επιδράσεις στην καθημερινότητά τους και στην γενικότερη ευημερία τους φθάνει να εγκαταλειφθεί κάθε είδος «λαϊκισμού» που δημιουργεί μόνο προβλήματα στην οικονομία.
 Αυτή η «πειθώ» οφείλεται πρωταρχικά στα ΜΜΕ και στην ηγεμονία που αυτά ασκούν στη διαμόρφωση των επιθυμητών αντιλήψεων. Η αίσθηση αυτή    ήταν καταλυτικά κυρίαρχη στις νεοεισερχόμενες χώρες οι οποίες εμφανίζονται «βασιλικότερες του βασιλέως».
Όμως παρόλα αυτά , η ΕΕ , αυτό το ιδιαίτερο μόρφωμα, κατάφερε να δημιουργήσει, με το πέρασμα του χρόνου και παρά το τεράστιο δημοκρατικό έλλειμμα ,  ένα δικό του πολιτικό σύστημα , ιδιόμορφο, με τους δικούς του κανόνες και τα δικά του θεσμικά όργανα που νομοθετούν σ’ ένα εξαιρετικά ευρύ πεδίο, ξεκινώντας από την Οικονομία  και φθάνοντας μέχρι τον χώρο της Δικαιοσύνης , του Περιβάλλοντος και της Μετανάστευσης. Με τη διαδικασία αυτή και στα «μουλωχτά» δημιουργήθηκε ένα ευρύ θεσμικό πλαίσιο , ένα νομικό δίχτυ που απλώθηκε πάνω από τα εθνικά κράτη   υποτάσσοντας σημαντικά κομμάτια της κυριαρχίας τους. Επομένως είναι λίγο παράδοξο σήμερα να ομιλούμε για απουσία πολιτικής πρακτικής  εκ μέρους των πολιτικών ελίτ των ευρωπαϊκών χωρών.  Το Πολιτικόν αναπόφευκτα είναι πάντοτε παρών στις ανθρώπινες και ως εκ τούτου και στις κοινωνικές διεργασίες.
 Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου  η «πολιτική» έκφραση  στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αποτέλεσε τη συνισταμένη των «διακυβερνητικών» βουλήσεων των εθνικών κυβερνήσεων. Οι βουλήσεις αυτές ,παρότι διαθλώμενες σε ένα βαθμό από την ιστορικότητα του κάθε εθνικού κράτους, ουσιαστικά συγκλίνουν στην εγκαθίδρυση και στην   διεύρυνση της εσωτερικής αγοράς ως βασικού εργαλείου της ολοκλήρωσης σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η «κοινή υπόθεση» της Ευρώπης αποτέλεσε μέχρι την περίοδο αυτή,  στόχο  «διακρατικών» συμφωνιών ελλείψει  μιας ενιαίας(;) πολιτικής βούλησης.
Η κατάσταση μεταβάλλεται τυπικά από την ημερομηνία ψήφισης της Ενιαίας Πράξης (1986). Από την ημερομηνία αυτή ουσιαστικά βρισκόμαστε μπροστά στο φαινόμενο και της «πολιτειακής» δημιουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η έννομη συγκρότηση της – τυπικά- μετά τη συνθήκη του Μάαστριχ άρχισε να μη βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στις κατηγορίες του διεθνούς δικαίου. Αυτό συνεχίστηκε με τις συνθήκες του Άμστερνταμ, της Νίκαιας και της Λισαβόνας. «Εκείνο που αποτελεί  σημαντικό χαρακτηριστικό είναι ότι  η μορφή που λαμβάνει η ενωσιακή διαδικασία συνιστά (ειδικά μετά το Συμβούλιο Κορυφής  των Βρυξελλών 21/22.6.2007) μια νέα ιστορική φάση.  Η ύλη της ενωσιακής διαδικασίας παρουσιάζει πλέον, και μάλιστα σε εντεινόμενο βαθμό , χαρακτηριστικά πολιτειακής υφής…η ενωσιακή τάξη αποκτά μια μερική συνταγματική ποιότητα… Τούτο διαπιστώνεται από το γεγονός  της άμεσης υποταγής στις αποφάσεις της τόσο των κρατών μελών όσο και των πολιτών επιστρατεύοντας τις αρχές οι οποίες στο πλαίσιο του κράτους νομιμοποιούν την εξουσία. Γι’ αυτό ακριβώς και γίνεται δεκτό ότι η ευρωπαϊκή ενωσιακή τάξη αποκτά μια μερική συνταγματική ποιότητα. Έτσι εξηγείται η προσφυγή του ενωσιακού νομοθέτη σε έννοιες και ρυθμίσεις που ανάγονται σε κατηγορίες του κρατικογενούς ευρωπαϊκού συνταγματικού λόγου.
Το παρόν στάδιο , αν και παραμένει κρατικοκεντρικής έμπνευσης , στο βαθμό κατά τον οποίο τα κράτη , μέσα από συνεργατικές νόρμες διακυβέρνησης , διατηρούν το συνολικό πολιτικό έλεγχο σχετικά με τις εξελίξεις του κοινού συστήματος, θεωρείται ότι αποτελεί ένα στάδιο μετάβασης προς μια ευρωπαϊκή πολιτεία.
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 καθίσταται ολοένα και πιο εμφανές ότι η ΕΕ βρίσκεται εγγύτερα στη μορφή ενός πολιτικού συστήματος –παρά ενός , έστω και ιδιότυπου, διεθνούς οργανισμού, - με αξιοσημείωτη ικανότητα διακυβέρνησης , στα πλαίσια του οποίου διαμορφώνονται και εφαρμόζονται πολιτικές όπως συμβαίνει στο εσωτερικό των συστατικών μερών.
Προβάλλεται έτσι η θεώρηση της ΕΕ ως πολιτείας σε αντίθεση με τη μορφή της περιφερειακής ένωσης που ασχολείται κυρίως με τη ρύθμιση θεμάτων που εμπίπτουν στη σφαίρα της λειτουργικής διακυβέρνησης.
 Η λειτουργία αυτού του μηχανισμού ουσιαστικά σηματοδοτεί  μια νέα διάσταση άσκησης της πολιτικής : το Συμβούλιο Αρχηγών (οι 27 πρωθυπουργοί των χωρών-μελών) αποτελεί ένα αυτονομημένο σώμα (από την εκλογική τους βάση)  το οποίο αποφασίζει πολιτικά και νομοθετεί μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής  και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στο όνομα του ήδη υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου( που το ίδιο είχε θεσπίσει σε παλαιότερες διαδικασίες) ενδύοντας το βεβαίως με το ένδυμα ενός φυσικού νόμου που είναι δεδομένος και άτεγκτος. Οι ενέργειές του είναι ουσιαστικά ανεξέλεγκτες. Ούτε τα Εθνικά Κοινοβούλια ούτε και το Ευρωκοινοβούλιο μπορούν να ελέγξουν τις αποφάσεις αυτού του περίεργου μορφώματος το οποίο διαθέτει νομοθετικές , εκτελεστικές και δικαστικές αρμοδιότητες. Ακόμη και σήμερα με την σχετική διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του ευρωκοινοβουλίου  τα πράγματα δεν έχουν μεταβληθεί στο ποιος αποφασίζει στα ουσιώδη ζητήματα της ΕΕ. Παράλληλα και στα ζητήματα που το ευρωκοινοβούλιο έχει ουσιαστικές αρμοδιότητες δεν είναι δυνατόν να διαμορφωθούν εύκολα πλειοψηφίες  που να θέσουν εν αμφιβόλω τις αποφάσεις των κυβερνήσεων και της ευρωπαϊκής επιτροπής. Μάλιστα με το πέρασμα του χρόνου όλο και περισσότερο θα αποκαλύπτεται ο παραπάνω τρόπος λειτουργίας του ευρωκοινοβουλίου εν τοις πράγμασι.   
 Έτσι επί της ουσίας έχει δημιουργηθεί ένα ευρύ θεσμικό πλαίσιο που ορίζει εγγενώς , μονοδιάστατα και απαρέγκλιτα τις διαχειριστικές πολιτικές για την εκπλήρωση ενός στόχου , την πραγμάτωση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Στην πραγματικότητα η ΕΕ κυβερνάται υπό μιαν έννοια με ένα υπερεθνικό τρόπο , αλλά με καθοριστική συμμετοχή των αρχηγών των εθνικών κρατών , τα οποία αντιπροσωπεύουν ορισμένους κύκλους των ελίτ των κοινωνιών τους. Χωρίς να υφίστανται άμεσες πιέσεις , τα εθνικά κράτη της ΕΕ συγχωνεύονται απαλά από τους αρχηγούς τους σε μια «σχετικά ανεξέλεγκτη» πολιτεία. Παρατηρείται στην πράξη μια συνεχής διάδραση μεταξύ των πολιτικοοικονομικών σχέσεων των συστατικών κρατών , οι οποίες διευθύνονται όμως από τους κεντρικούς θεσμούς. Οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν χάσει ένα σημαντικό μέρος του πολιτικού ελέγχου που διέθεταν παλαιότερα. Οι εκπορευόμενες διαδικασίες από το αυτονομημένο κέντρο, διαπερνά τα κρατικά σύνορα , διεισδύοντας στις εσωτερικές πτυχές της εθνικής πολιτικής.
 Η εγγενής αδυναμία ελέγχου αυτής της διαδικασίας λόγω απουσίας ενός ευρωπαϊκού «δήμου» την καθιστά  όχι μόνο δημοκρατικά έωλη στα μάτια των ευρωπαίων πολιτών  αλλά ,  όπως υποστηρίζουν οι οπαδοί της θεωρίας της καρτελοποίησης της πολιτικής, την κατατάσσουν στην κατηγορία ενός καρτέλ το οποίο επικυριαρχεί στα πολιτικά συστήματα των εθνικών κρατών-μελών. Ελάχιστες δυνατότητες υπάρχουν να ασκηθούν άλλες πολιτικές από κυβερνήσεις που θα έχουν έναν διαφορετικό προσανατολισμό. Μάλιστα η επικυριαρχία επί των πολιτικών συστημάτων των εθνικών κρατών είναι καθοριστική και στο ποια κόμματα θα εκλεγούν στη διακυβέρνηση της χώρας. Η εναλλαγή των κομμάτων που αποδέχονται και εφαρμόζουν τις πολιτικές του «ευρωπαϊκού μορφώματος »» στην εξουσία, αποτελεί και την ασφαλιστική δικλείδα λειτουργίας του όλου συστήματος. Παράλληλα όμως αυτή η λειτουργία προπλάσματος του «ευρωπαϊκού κράτους» οδηγεί σε σοβαρούς περιορισμούς της δημοκρατίας – ακόμα και της μορφής που η τελευταία λαμβάνει μέσα στα πλαίσια των δυτικών μαζικοδημοκρατικών κοινωνιών.
Είναι σημαντικό επίσης να σημειωθεί  ότι οι αλλαγές επεκτείνονται πλέον και σε επίπεδο λειτουργίας της ΕΕ  και του τρόπου λήψης των αποφάσεων. Με βάση τις αλλαγές αυτές τα μεγαλύτερα κράτη αποκτούν περισσότερη ισχύ ενώ τα μικρά και μεσαία κράτη βλέπουν να περιορίζεται η ισχύς τους  στη διαμόρφωση των νόμων της ΕΕ. Αυτό θα επιτευχθεί καθιστώντας το μέγεθος του πληθυσμού ένα βασικό στοιχείο στις αποφάσεις για τους ευρωπαϊκούς νόμους και επομένως μειώνοντας το σχετικό βάρος των ψήφων και την επιρροή των μικρών και μεσαίων κρατών σε σύγκριση με τα μεγάλα κράτη, εκ των οποίων η Γερμανία (μετά την ενοποίηση) είναι το μεγαλύτερο. Προϋπόθεση επιτυχίας αυτής της προσπάθειας η κατάργηση του καθεστώτος ομοφωνίας σχεδόν σε όλα τα ζητήματα (εκτός της εισόδου νέου μέλους στην ένωση).

Παράλληλα παύει το δικαίωμα του κάθε κράτους-μέλους να αντιπροσωπεύεται μονίμως στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το σώμα που έχει το μονοπώλιο στις προτάσεις νόμων της ΕΕ, κάνοντας τον αριθμό των επιτρόπων μικρότερο από αυτό των κρατών-μελών. Αυτό ενδιαφέρει λιγότερο τα μεγάλα κράτη γιατί το πολιτικό και οικονομικό τους βάρος εξασφαλίζει ότι μπορούν να υπερασπίσουν τα συμφέροντά τους μέσα στις διαδικασίες διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής πολιτικής ακόμα και αν δεν διαθέτουν κατά καιρούς αντιπροσώπευση στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή .
 Αυτές οι αλλαγές έχουν πολύ σοβαρές επιπτώσεις στη δυνατότητα των  μικρότερων χωρών να υπερασπισθούν, έστω νομικά, ισότιμα τα ζητήματα των λαών τους.
Το συμπέρασμα  που αβίαστα συνάγεται είναι ότι στην ΕΕ οι μεγάλες δυνάμεις είναι αυτές που και τυπικά πλέων καθορίζουν τις εξελίξεις. Σιγά-σιγά αποκαθίσταται και στο ευρωπαϊκό κοινωνικό επιφαινόμενο η λογική της κυριαρχίας των ισχυρότερων χωρών ,οι οποίες μέχρι και σήμερα βεβαίως επέβαλαν τις απόψεις τους  ,στο πλαίσιο όμως τις ομοφωνίας. Ως τέτοιες  μόνο η Γερμανία ,η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία μπορούν να θεωρηθούν. Είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύει κανείς ότι χώρες όπως η Λιθουανία , η Λετονία ,η Εσθονία, η Μάλτα , το Λουξεμβούργο ,η Κύπρος , η Δανία ,η Ελλάδα , το Βέλγιο , η Ολλανδία , η Ιρλανδία αλλά και η Ιταλία μπορούν να επηρεάσουν τις αποφάσεις των μεγάλων δυνάμεων όχι μόνο στις παγκόσμιες εξελίξεις αλλά και σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Ανέκαθεν οι μεγάλες δυνάμεις καθόριζαν τις εξελίξεις και δεν υπάρχει κανένας λόγος αυτό να μεταβληθεί σήμερα αλλά και στο προσεχές μέλλον. Οι ανέξοδες διακηρύξεις  των πολιτικών ηγεσιών των μικρών και μεσαίων ευρωπαϊκών χωρών ,ότι μπορούν να παίξουν ουσιαστικό ρόλο στην κατεύθυνση που πρέπει να λάβει η ΕΕ αποτελούν  απλώς αυταπάτες , αν πράγματι είναι αυταπάτες,  και δεν αποσκοπούν στην χειραγώγηση και στον επηρεασμό της κοινής γνώμης των χωρών τους για πολύ ευνόητους λόγους. Αν πράγματι είναι αυταπάτες, αυτό συμβαίνει ότι δεν αντιλαμβάνονται ότι η ευόδωση των επιδιώξεών τους εξαρτιέται από την εκάστοτε ισορροπία μεταξύ των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων , από τις κρίσεις που διαπερνούν αυτές τις σχέσεις , αλλά και από τις ανάγκες της εσωτερικής πολιτικής τους οι οποίες τις περισσότερες φορές είναι άλλης φύσεως από τις ανάγκες των μικρών ή μεσαίων, από άποψης δυνάμεως,  χωρών. Επομένως οι χώρες αυτές ενώ αποτελούν μέρος του παιχνιδιού , ουσιαστικά αδυνατούν να συμμετάσχουν με ίσους όρους. Εμπλέκονται σε παιχνίδια υπέρτερα των δυνάμεων τους , αναμένοντας μόνο τη στιγμή που θα υπάρξει, αν υπάρξει, η προσοδοφόρος , για αυτές ,ευνοϊκή συγκυρία. Και αυτή δε γενικές γραμμές συμβαίνει όταν τα συμφέροντά τους ταυτιστούν για μια δεδομένη χρονική στιγμή, με τα συμφέροντα κάποιας μεγάλης δύναμης στην αντιπαράθεσή της με τις υπόλοιπες μεγάλες δυνάμεις.   
Στην  ιστορία της ανθρωπότητας πάντοτε τα θεσμικά υποκείμενα , όποια μορφή και αν έχουν, εισέπρατταν ανάλογα με την ισχύ τους. Αυτό όμως γίνεται προφανές και απροκάλυπτο σε περιόδους σημαντικών κρίσεων. Τις υπόλοιπες στιγμές ντύνεται με τον μανδύα των δημοκρατικών διαδικασιών και των ηθικοκανονιστικών προταγμάτων.