Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Η διάσπαση βορρά – νότου στην ευρωζώνη γίνεται όλο και περισσότερο μη υποστηρίξιμη.

 
Η πρόσφατη χρηματοοικονομική κρίση δημιούργησε ένα βαθύ διαχωρισμό στην ευρωζώνη, μεταξύ χωρών δανειστριών και δανειζομένων, μεταξύ αυτών που διατάζουν και αυτών που υπακούουν δημιουργώντας χώρες πρώτης και δεύτερης κατηγορίας.
Είναι γνωστό ότι μια αποτελεσματική νομισματική ένωση χρειάζεται ένα μηχανισμό διαχείρισης των ασύμμετρων διαταραχών, αλλά η Γερμανία αντιτίθεται σε περισσότερα νομισματικά κίνητρα. Η γερμανική συμπεριφορά ελαχιστοποίησης του δυνητικού  κόστους της νομισματικής ένωσης προσομοιάζει με τη σύγχρονη συζήτηση για την ανισότητα- η εμμονή της στην δημοσιονομική λιτότητα και τους κινδύνους του πληθωρισμού εξηγείται με βάση την άποψη, ότι είναι καλύτερο να προστατεύσει τα συμφέροντά της ως αποταμιευτής και ως επενδυτής , ακόμη και αν αυτό οδηγεί στην αύξηση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών.   
Ο διαχωρισμός μεταξύ Βορρά-Νότου γίνεται εύκολα διακριτός σε τρία κύρια σημεία.
Πρώτον, στην έλλειψη προσοχής στις πολιτικές ενεργητικής  ζήτησης. Αυτή η έλλειψη εμφανίζεται καθαρά στα υπερβολικά υψηλά πραγματικά επιτόκια στην ευρωζώνη, εκτός από την Γερμανία, υψηλότερα από τα αντίστοιχα των ΗΠΑ ή του ΗΒ , αδιαφορώντας αν αυτά έχουν λιγότερο ή περισσότερο επισφαλείς επιδράσεις στη μεγέθυνση , ανεργία και πληθωρισμό. Οι διαρθρωτικές αλλαγές δεν δουλεύουν χωρίς μεγέθυνση. Όπως τελευταία αρχίζει να παραδέχεται και η ΕΚΤ, η ασθενής μεγέθυνση «περιορίζει» τη δυνητική μεγέθυνση , ιδιαίτερα επειδή διατηρείται η μακροπρόθεσμη ανεργία. Όχι μόνο η προσφορά δεν δημιουργεί τη ζήτησή της, αλλά η ελλιπής ζήτηση δημιουργεί και ελλιπή προσφορά.  
Δεύτερον στην ασυμμετρία σχεδιασμού και αποτελεσματικότητας των κανόνων λειτουργίας της οικονομίας. Αυτή παρατηρείται σε αρκετά σημεία. Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών πάνω από 3,0% του ΑΕΠ τιμωρείται ενώ το πλεόνασμα τιμωρείται μόνο αν υπερβεί το 6,0% του ΑΕΠ. Γιατί; Διότι απλούστατα αυτό επιθυμούσε η Γερμανία διότι όταν καθιερώθηκε ο κανόνας το πλεόνασμα της ήταν υψηλότερο από 3,0%. Όπως έχουμε πολλές φορές αναφέρει το γερμανικό πλεόνασμα τα τελευταία τρία έτη υπερβαίνει το 6,0%.  
Σε συνάρτηση των συζητήσεων περί μεταρρυθμίσεων , η Γερμανία είναι η χώρα στην ευρωζώνη η οποία , τα τελευταία έτη, έχει πραγματοποιήσει τις λιγότερες μεταρρυθμίσεις, και αρνείται να αναπροσανατολίσει την οικονομική της πολιτική προς την κατεύθυνση αύξησης της εγχώριας ζήτησης συνεισφέροντας στη μεγέθυνση της ευρωζώνης , πχ. αυξάνοντας τις δημόσιες δαπάνες, «ελευθερώνοντας» τον τομέα των υπηρεσιών αλλά και το τραπεζικό της σύστημα.
Ακόμη και η ΕΚΤ η οποία καταστατικά έχει υποχρέωση να διατηρεί τον πληθωρισμό στο 2,0%, διστάζει ,για να μην πω αρνείται , να ακολουθήσει τις υποχρεώσεις της αυξάνοντας το κόστος της δημοσιονομικής προσαρμογής. Αυτό εξηγείται ως ακολούθως :  λόγω ότι υπάρχει διαφορά πληθωρισμού μεταξύ των χωρών της ευρωζώνης και της Γερμανίας, η απαιτούμενη επεκτατική νομισματική πολιτική ώστε ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη να φθάσει στο 2,0% θα οδηγήσει τον γερμανικό πληθωρισμό στο ή πάνω από το 3,0% κάτι που είναι  πολιτικά  δύσκολο να το διαχειριστεί η γερμανική κυβέρνηση σε σχέση με την μέχρι σήμερα ρητορική της.
Η αφήγηση που έχει επικρατήσει για το ξέσπασμα της κρίσης έχει  μεγάλη σημασία διότι από αυτήν εξάγονται οι πολιτικές επίλυσής της. Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση η κρίση προήλθε από την έλλειψη ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών περιφερειακών χωρών και συνεπώς η λύση είναι η ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας. Το παράδειγμα για την ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας είναι η Γερμανία, η οποία υιοθέτησε μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και επιβράδυνση στην αύξηση των μισθών , την δεκαετία πριν την κρίση , οι οποίες τη βοήθησαν να έχει τα καλύτερα αποτελέσματα στην ευρωζώνη  με χαμηλή ανεργία και εκτεταμένο πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Ενώ η αφήγηση φαίνεται λογική δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Η αύξηση της γερμανικής ανταγωνιστικότητας δεν οφείλεται στην επιβράδυνση των μισθών η οποία βεβαίως αποτελεί πραγματικότητα.  Τα εντυπωσιακά εξωτερικά πλεονάσματα της Γερμανίας οφείλονται στην ικανότητά της να παράγει υψηλής ποιότητας αγαθά μεταξύ των οποίων τα κεφαλαιουχικά αποτελούν την αιχμή του δόρατος. Η ζήτησή τους αυξάνεται συνεχώς λόγω της ταχείας ανάπτυξης της κινέζικης οικονομίας και των υπολοίπων αναπτυσσομένων χωρών αλλά  και των χωρών –παραγωγών πετρελαίου  στις οποίες η χρήση κεφαλαιουχικών προϊόντων είναι απαραίτητη. 
Τα γερμανικά προϊόντα δεν είναι διεθνώς ανταγωνιστικά λόγω του χαμηλού κόστους αλλά  λόγω της υψηλής ποιότητά τους. Βεβαίως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η ελαστικότητα της αγοράς εργασίας αλλά θεωρώ ότι δεν είναι ο βασικός λόγος. Επίσης η ύπαρξη του ευρώ και η αδυναμία ανταγωνιστικών υποτιμήσεων των υπολοίπων χωρών της ευρωζώνης είναι ένας περισσότερο σημαντικός παράγοντας αλλά αυτό αφορά στον χώρο της ευρωζώνης. 
Επίσης ένα από τα σημαντικά κλειδιά της μεγέθυνσης της γερμανικής οικονομίας αποτελεί το σημαντικό νομισματικό κίνητρο το οποίο απολαμβάνει. Τα γερμανικά πραγματικά επιτόκια έπεσαν σημαντικά κατά τη διάρκεια της κρίσης περισσότερο και από τα αντίστοιχα των ΗΠΑ . Η Γερμανία ωφελήθηκε ποικιλοτρόπως από τις ποσοτικές διευκολύνσεις. Εκτός του χαμηλότερου κόστους χρηματοδότησης της οικονομίας της , τα χαμηλά πραγματικά επιτόκια επέτρεψαν την ευκολότερη δημοσιονομική προσαρμογή (χαμηλότερα επιτόκια για την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους)  σε σχέση με τις περιφερειακές χώρες της ευρωζώνης.  
Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι σε σημαντικό βαθμό η πρόσφατη υψηλή αποτελεσματικότητα της γερμανικής οικονομίας οφείλεται και σε συγκυριακούς λόγους. Όμως αυτοί οι συγκυριακοί λόγοι  επιταχύνουν προς το χειρότερο τη δυνατότητα πολιτικής διαχείρισης και υποστήριξης της παρατηρούμενης διάσπασης μεταξύ Βορείων και Νοτίων χωρών. Το γεγονός αυτό έχει αρχίσει να δημιουργεί τεράστια προβλήματα κάτι το οποίο και πολιτικά εμφανίζεται με την άνοδο εκείνων των κομμάτων τα οποία, το καθένα για τους λόγους του , επιθυμεί την αλλαγή της παρούσας κατάστασης.

Παρασκευή, 30 Μαΐου 2014

Μετά τις εκλογές.


Με το τέλος της διαδικασίας των τριπλών εκλογών  και την απομάκρυνση από το καθεστώς του απόλυτου αποπροσανατολισμού και της απίστευτης πολιτικής ρητορείας χωρίς περιεχόμενο, είμαστε σε θέση να κοιτάξουμε ξανά πως διαμορφώνονται οι εξελίξεις στην οικονομία και ειδικά  σε αυτούς οι οποίοι , υπό μιαν έννοια, αποτελούν τους μοχλούς της μεγεθυντικής πορείας της χώρας.
-          Ένας από αυτούς είναι η χρηματοδότηση της οικονομίας. Παρά τα όσα συνεχίζουν να υποστηρίζονται (τουλάχιστον από το 2012) ότι η αύξηση της χρηματοδότησης της οικονομίας βρίσκεται προ των πυλών, τα στοιχεία της ΤτΕ δείχνουν διαφορετικές εξελίξεις. Συγκεκριμένα : 
Ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της συνολικής χρηματοδότησης του εγχώριου ιδιωτικού τομέα, τον Απρίλιο του 2014, διαμορφώθηκε στο -3,7%, από -4,1% τον προηγούμενο μήνα. Η καθαρή ροή της συνολικής χρηματοδότησης προς τον εγχώριο ιδιωτικό τομέα ήταν αρνητική κατά 674 εκατ. ευρώ.
Η καθαρή ροή της χρηματοδότησης προς τις επιχειρήσεις, τον Απρίλιο του 2014, ήταν αρνητική κατά 487 εκατ. ευρώ  και ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής διαμορφώθηκε σε -4,8%, από -5,3% το Μάρτιο του 2014. Ειδικότερα, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της χρηματοδότησης των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων διαμορφώθηκε σε -4,6%, από -5,1% τον προηγούμενο μήνα και η καθαρή ροή της χρηματοδότησής τους ήταν αρνητική κατά 483 εκατ. ευρώ.
Η καθαρή ροή της χρηματοδότησης προς τους ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις, τον Απρίλιο του 2014, ήταν αρνητική κατά 5 εκατ. ευρώ και ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της διαμορφώθηκε στο 0,8%, από 0,4% τον προηγούμενο μήνα.
Αρνητική κατά 182 εκατ. ευρώ ήταν η καθαρή ροή χρηματοδότησης προς τους ιδιώτες και τα ιδιωτικά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα, τον Απρίλιο του 2014  και ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της διαμορφώθηκε σε -3,2%, από -3,4% τον προηγούμενο μήνα.
-          Οι εξελίξεις στο εξωτερικό ισοζύγιο , ένας ακόμη επιλεγμένος  πυλώνας της οικονομικής πολιτικής , είναι οι ακόλουθες.
Το έλλειμμα του εμπορικού  ισοζυγίου  παρουσίασε ελάχιστη αύξηση , κατά 0,08%.
Οι εξαγωγές αγαθών (χωρίς πλοία και καύσιμα) βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2013 , αδυνατώντας να παρουσιάσουν την πολυπόθητη αύξηση. Η κατάσταση στο εμπορικό ισοζύγιο διασώζεται , αυτή τη  φορά από την  αύξηση των εισπράξεων από τις υπηρεσίες οι οποίες από 4162,2 εκ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2013 έφθασαν τα 4637,0 εκ. ευρώ το αντίστοιχο τρίμηνο του 2014. Η παρατηρούμενη μικρή αύξηση των εισαγωγών, θα πρέπει να εκληφθεί ως φυσιολογική επειδή συναρτάται με τη φθίνουσα πορεία της ύφεσης της οικονομίας , δεδομένου ότι μέρος των χρησιμοποιούμενων πόρων για την παραγωγή του ΑΕΠ προέρχεται από το εξωτερικό.
Η κατάσταση στο ισοζύγιο χρηματοοικονομικών συναλλαγών επίσης έχει ενδιαφέρον διότι οι εισροές ΑΞΕ (και δευτερευόντως των επενδύσεων χαρτοφυλακίου)  αποτελούν το δεύτερο πυλώνα πάνω στον οποίο η κυβέρνηση έχει στηρίξει τις ελπίδες της για μεγέθυνση της οικονομίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ , τα αποτελέσματα είναι πενιχρά:  Οι εισροές ΑΞΕ έφθασαν τα 288,3 εκ ευρώ. Επίσης οι Επενδύσεις Χαρτοφυλακίου έφθασαν το ύψος των 317,8 εκ ευρώ.  
-           Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές  αυξήθηκαν.
Και νέα αύξηση παρατηρήθηκε τον Απρίλιο στα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εφορία. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Εσόδων οι «καινούργιες» ληξιπρόθεσμες οφειλές - δηλαδή αυτές που σχηματίστηκαν μετά την 1/1/2014, έφτασαν στα 4,325 δισεκατομμύρια ευρώ έναντι 3,562 δισεκατομμυρίων ευρώ στο τέλος Μαρτίου.
Οι «παλαιές οφειλές» δηλαδή αυτές που είχαν σχηματιστεί μέχρι τέλος του 2013, ανήλθαν στα 61,644 δισεκατομμύρια ευρώ. Από αυτά έχουν εισπραχθεί 702 εκατομμύρια ευρώ με τον στόχο να προσδιορίζεται στο ένα δισεκατομμύριο ευρώ μέχρι το τέλος Ιουνίου και στα δύο δισεκατομμύρια ευρώ μέχρι το τέλος του χρόνου.
Συνολικά οι οφειλές - νέες και παλαιές- διαμορφώνονται κοντά στα 66 δισεκατομμύρια ευρώ.
Οι οφειλές που έχουν σχηματιστεί μετά την 1/1/2013, διαμορφώνονται περίπου στα 14 δισεκατομμύρια ευρώ.
Σύμφωνα με το υπουργείο Οικονομικών, το 2013 είχε συλλεγεί το 12,3% των ληξιπρόθεσμων έναντι 9,3% του 2014.

  -    Τα 1+1 δισ. ευρώ του Ιουνίου και Ιουλίου από την ευρωπαϊκή δόση προϋποθέτουν τα γνωστά 6 + 6 προαπαιτούμενα, ενώ στις 5 Ιουνίου θα αποφασίσει το Δ.Σ. του ΔΝΤ για τη δική του δόση των 3,6 δισ. ευρώ. Σε αντίθεση με το ελληνικό, το “ευρωπαϊκό κράτος” έχει συνέχεια, όπως και η τρόικα, η οποία τίποτε άλλο δεν γνωρίζει πέρα από την “υλοποίηση των δεσμεύσεων”…


Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Η Εξέλιξη των επιτοκίων και οι παγκόσμιες επενδύσεις



Όπως  φαίνεται από τη Γραφική παράσταση 1, ενώ οι παγκόσμιες επενδύσεις ως % του ΑΕΠ παραμένουν σχεδόν στο ίδιο επίπεδο την περίοδο 1980-2013, οι επενδύσεις των αναπτυγμένων οικονομιών παρουσιάζουν μια εντυπωσιακή μείωση καθ’ όλη την περίοδο ,αλλά ιδιαιτέρως μετά το 2000.  Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΝΤ παρατηρείται μια σχεδόν ομοιόμορφη τάση μείωσης της αξίας των επενδύσεων ,στις αναπτυγμένες χώρες, οι οποίες από 25% του ΑΕΠ το 1980 έπεσαν στο 19,5% το 2013. Αντιθέτως ο όγκος των επενδύσεων παρουσιάζει μια περισσότερο σύνθετη εικόνα: από το 20,0% του ΑΕΠ το 1980, παρουσιάζουν συνεχή αύξηση μέχρι το 2000 που υπάρχει η κορύφωση (22,5%). Στη συνέχεια μειώνονται συνεχώς μέχρι το 2013 (19,5%) (Δες : Γραφική παράσταση 2).  


Γραφική παράσταση 1 
Παγκόσμιες Επενδύσεις ως % του ΑΕΠ
 













Γραφική παράσταση 2.
Σχετικές Τιμές Επενδύσεων 1980-2013.

 

Η μείωση της κερδοφορίας των επενδύσεων είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό τα οποίο παρατηρείται κατά και μετά την παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση. Συνεπώς θα μπορούσε να θεωρηθεί ένας παράγοντας που συνέβαλε στη μείωση των επενδύσεων

 Γραφική παράσταση 3.
Κερδοφορία Επενδύσεων 1980-2013.

 


Τώρα για τις παρατηρούμενες αλλαγές στην παγκόσμια αποταμίευση μπορούν να ειπωθούν τα ακόλουθα : μετά το 2000 η αποταμίευση ως % του ΑΕΠ στις αναπτυσσόμενες οικονομίες αυξάνεται και από περίπου 24%  αγγίζει το 35% το 2013. Την ίδια περίοδο η αποταμίευση στις αναπτυγμένες χώρες μειώνεται και από 24% του ΑΕΠ το 2000 πέφτει στο 20% το 2013. Την περίοδο 1980-2000 η αποταμίευση και στις δύο περιοχές κυμαινόταν στο 24% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
 
Γραφική παράσταση 4.
Παγκόσμια Ονομαστική Αποταμίευση ως % του ΑΕΠ

 



Η οικονομική και χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση έχει αυξηθεί ικανοποιητικά κατά τη διάρκεια των 30 τελευταίων ετών έτσι ώστε τα πραγματικά επιτόκια να προσδιορίζονται από κοινούς παράγοντες. Έτσι , χρησιμοποιώντας ένα παγκόσμιο μέτρο για τη μέτρηση των πραγματικών επιτοκίων και εξερευνώντας υποδείγματα τα οποία αναφέρονται σε παγκόσμιο επίπεδο , για την αποταμίευση και τις επενδύσεις θεωρείται ότι είναι σωστό.
Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 , τα παγκόσμια πραγματικά επιτόκια έχουν μειωθεί σημαντικά. Το κόστος του κεφαλαίου έχει επίσης πέσει , αλλά  σε μικρότερη έκταση διότι η  απόδοση των μετοχικών αξιών αυξήθηκε από το 2000.

Η νομισματική πολιτική κυριάρχησε στην εξέλιξη και τον καθορισμό των πραγματικών επιτοκίων και στο κόστος του κεφαλαίου τη δεκαετία του 1980 και στα πρώτα έτη της δεκαετίας του 1990. Επίσης η εφαρμοσθείσα δημοσιονομική πολιτική στις αναπτυγμένες χώρες ήταν ο κύριος παράγοντας μείωσης των πραγματικών επιτοκίων στο υπόλοιπο της δεκαετίας του 1990. Επιπροσθέτως , η μείωση της σχετικής τιμής της επένδυσης μείωσε τη ζήτηση δανειακών κεφαλαίων τόσο τη δεκαετία του 1980 όσο και την αντίστοιχη του 1990.
Η μεγάλη αύξηση του ποσοστού αποταμίευσης στις αναδυόμενες αγορές μεταξύ 2000 και 2007 η οποία υπερέβη τη μείωση του ποσοστού δημόσιας αποταμίευσης στις αναπτυγμένες χώρες.  Συγκεκριμένα, η αύξηση της μεγέθυνσης του ΑΕΠ στις αναπτυσσόμενες οικονομίες θα πρέπει να θεωρείται ο βασικός λόγος αύξησης του ποσοστού αποταμίευσης στις χώρες αυτές.
Οι μετατοπίσεις τη δεκαετία του 2000 υπέρ των ομολόγων οφείλονται στη ζήτηση για ασφαλέστερα περιουσιακά στοιχεία. Οι περισσότερες  από αυτές  οφείλονται στους δημόσιους τομείς των αναδυομένων οικονομιών και στην αύξηση του κινδύνου των μετοχών έναντι των ομολόγων. Αυτές οι μετατοπίσεις οδήγησαν σε αύξηση της απαιτούμενης απόδοσης των μετοχών  (το οποίο προκαλεί αύξηση του ασφαλίστρου κινδύνου των μετοχών ) και στη μείωση των πραγματικών επιτοκίων ,. Η ποσοτική διευκόλυνση των ΚΤ  των ΗΠΑ και της  ΜΒ , μεταξύ 2008 και 2012, σίγουρα επέδρασε στην παρατηρηθείσα μετατόπιση υπέρ των μακροχρονίων ομολόγων.
Η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση είχε, σαφή, απότομα και συνεχή, αρνητικά   αποτελέσματα στις επενδύσεις των αναπτυγμένων χωρών. 
Τα πραγματικά επιτόκια και το κόστος του κεφαλαίου φαίνεται ότι θα αυξηθούν συντηρητικά στο μεσοπρόθεσμο διάστημα σε σχέση με το τρέχον επίπεδό τους. Αυτό θα οφείλεται μερικώς, σε κυκλικούς λόγους:  τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια των πρόσφατων ετών αντανακλούν μεγάλα αρνητικά «ανοίγματα από τα δυνητικά ΑΕΠ» στις αναπτυγμένες οικονομίες. Πράγματι, τα πραγματικά επιτόκια θα έπρεπε να είχαν μειωθεί περαιτέρω αν δεν υπήρχε το όριο του μηδέν στα ονομαστικά επιτόκια. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, τα πραγματικά επιτόκια και το κόστος του κεφαλαίου θα παραμείνουν χαμηλά στο μεσοπρόθεσμο διάστημα , ακόμη και όταν τα αρνητικά «ανοίγματα από τα δυνητικά ΑΕΠ» περιοριστούν.
Οι βασικοί λόγοι είναι οι ακόλουθοι:
Οι συνέπειες της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης θα παραμείνουν. Σύμφωνα με τις προβολές των στοιχείων του ΔΝΤ ο λόγος επενδύσεις/ΑΕΠ σε πολλές αναπτυγμένες οικονομίες είναι αδύνατον να επανέλθουν στα επίπεδα της περιόδου προ-κρίσης , εντός 5 ετών.
Η μεταστροφή των χαρτοφυλακίων υπέρ των ομολόγων που άρχισε τα πρώτα έτη της δεκαετίας του 2000 δεν φαίνεται να μεταβάλλεται.  Πάντως οι αποδόσεις των ομολόγων μπορεί να αυξηθούν πάλι καθώς θα συρρικνώνονται οι μη συμβατικές νομισματικές πολιτικές. Υπάρχουν όμως και άλλοι λόγοι όπως η πιθανή ισχυρότερη θεσμική ρύθμιση η οποία θα αυξήσει τη ζήτηση ασφαλέστερων περιουσιακών στοιχείων ή η μείωση των αποταμιεύσεων των αναπτυσσομένων οικονομιών.
Συμπερασματικά, τα πραγματικά επιτόκια αναμένεται να αυξηθούν , στο προβλεπτό μέλλον, αλλά όχι στο επίπεδο του μέσου της δεκαετίας του 2000 (περίπου 2,0%). 
Τώρα με βάση όλα έχουμε αναφέρει μπορούμε να προβούμε σε ορισμένα βασικά συμπεράσματα.
Ενώ τα ονομαστικά (και τα πραγματικά )επιτόκια έχουν μειωθεί σημαντικότατα όλη την περίοδο 1980-2013, και ταυτόχρονα η παγκόσμια αποταμίευση – επένδυση  έχει διατηρηθεί σχεδόν σταθερή.  Δηλαδή παρότι έχει διοχετευθεί πολύ μεγαλύτερη ρευστότητα στις παγκόσμιες αγορές  (προσδιοριζόμενη από τα πολύ χαμηλά επιτόκια) τα τελευταία έτη , οι επενδύσεις παραμένουν στο ίδιο επίπεδο. Αυτό σημαίνει ότι ένα μεγάλο μέρος της ρευστότητας παρακρατείται εκτός του εισοδηματικού κυκλώματος της οικονομίας  από το χρηματοπιστωτικό σύστημα , διογκώνοντας  τη νομισματική σφαίρα η οποία λειτουργεί αυτόνομα. Μάλιστα στις αναπτυγμένες οικονομίες η όποια μεγέθυνση δεν προέρχεται από αύξηση των επενδύσεων αλλά από τη συνεχή διόγκωση της μόχλευσης και τη δημιουργία φουσκών οι οποίες βεβαίως δεν μπορούν να υποστηριχθούν μακροχρονίως δημιουργώντας αλλεπάλληλες χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Το υπόδειγμα που εφαρμόζεται σήμερα και έχει εναποθέσει τη μεγέθυνσή του μόνο στις ιδιωτικές επενδύσεις θεωρώ ότι έχει φθάσει στα όρια του. Μάλιστα σε αυτό συνηγορεί και η αδυναμία της νομισματική  πολιτικής να συνεχίσει να παράγει μεγέθυνση σε στέρεες βάσεις. Η ανάπτυξη κυρίως στις αναπτυσσόμενες οικονομίες και ειδικά στην ΕΕ δεν μπορεί να επιτευχθεί ερήμην της επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής . Η μη επιμέτρηση των δημοσίων επενδύσεων  στα δημόσια ελλείμματα και κατά συνέπεια στο δημόσιο χρέος  αποτελεί την πρώτη σύμβαση που θα πρέπει να συνομολογηθεί ώστε να μπορέσει η οικονομία να αναπτυχθεί.      

Γραφική παράσταση 5.
Ονομαστικά Επιτόκια  1970-2013.


Δευτέρα, 26 Μαΐου 2014

Σιωπή και αναστοχασμός

Σιωπή και αναστοχασμός. Να κατακαθίσει ο κουρνιαχτός του εκλογικού παραληρήματος , να καταλαγιάσουν οι ψυχές και να ηρεμήσουν οι ερεθισμένες υπάρξεις. Τότε τα "ανήσυχα πνεύματα" θα χρειαστεί να  επιστήσουν για άλλη μια φορά την αναγκαία προσήλωση στην μελέτη της Πολιτικής και στην ανάγνωση της Πραγματικότητας.  Μόνο έτσι θα απομακρυνθεί η αλαζονεία , η αμετροέπεια και  η αυτοαναφορικότητα. Ας κάνουμε λοιπόν  λίγο υπομονή.