Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Η εκδίκηση της πολιτικής.



Ο πρωθυπουργός της χώρας κ. Σαμαράς, κατά τη διάρκεια της παράθεσης δείπνου στις 28 αντιπροσωπείες των χωρών – μελών της ΕΕ προέβη σε μια άκρως ενδιαφέρουσα, όσο και αληθινή στη γενικότητας της, δήλωση . Η οικονομική κρίση, είπε ο έλληνας πρωθυπουργός, προκαλεί προβλήματα στη δημοκρατία. Οι δημοκρατικοί θεσμοί δέχονται μεγάλη πίεση σε τέτοιες περιόδους. Σωστό. Γιατί όμως δέχονται μεγάλη πίεση σε τέτοιες περιόδους οι δημοκρατικοί θεσμοί; Νομίζω ότι αυτό είναι το άμεσο ερώτημα το οποίο θα πρέπει να θέσει κανείς.
Δεν είμαι στο μυαλό του πρωθυπουργού για να γνωρίζω την απάντηση την οποία θα έδινε στο παραπάνω ερώτημα αλλά η γενικότερη πολιτική συμπεριφορά της κυβέρνησης , επιτρέπει να προβούμε σε ορισμένες εκτιμήσεις για το είδος της απάντησης που θα δινόταν.
Οι  ανάγκες  διαχείρισης της πολιτικής συγκυρίας εκ μέρους της κυβέρνησης , μάλιστα ενόψει των εκλογών του Μαΐου, διαμορφώνουν τον πολιτικό της λόγο. Ο πολιτικός λόγος της κυβέρνησης συνεπώς διαμορφώνεται με βάση τις απαιτήσεις  της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής και ειδικά το σκέλος της δημοσιονομικής τοιαύτης. Η όλη προσπάθεια της κυβέρνησης να αναδείξει τα θετικά αποτελέσματα της οικονομικής πολιτικής της,, την έχει οδηγήσει να υποτάξει όλες τις υπόλοιπες πλευρές του πολιτικού της οπλοστασίου στην εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου και μοναδικού στόχου. Δηλαδή η κυβέρνηση , για να το διατυπώσουμε  αφαιρετικά, έχει δεχτεί , κατά τρόπο απόλυτο, την πρωτοκαθεδρία ενός οικονομικού στόχου και άρα της οικονομίας , έναντι των υπολοίπων «στιγμών» του κοινωνικού βίου. Πρόκειται δηλαδή για την αποδοχή του γνωστού προτάγματος περί αυτονόμησης της οικονομίας και της υποταγής της πολιτικής (και των άλλων «στιγμών» της κοινωνίας) στις ανάγκες της πρώτης. Θα μπορούσαμε να το αποδώσουμε με τη ρήση «οικονομικοποίηση της πολιτικής». Στην ουσία δηλαδή επιχειρείται να εμφανισθεί η πολιτική ως δούλα της οικονομίας. Κάτι ανάλογο συνέβαινε στο Μεσαίωνα όπου όλες οι στιγμές του κοινωνικού βίου ήταν υπηρέτες της Θεολογίας. Τώρα , επειδή η οικονομία (η συγκεκριμένη κυρίαρχη μορφή της)  υποτίθεται ότι λειτουργεί σε μεγάλο  βαθμό «εξ αντικειμένου» ο ρόλος της πολιτικής είναι απλά να προσαρμόζεται μόνο και συνεχώς στις απαιτήσεις της οικονομίας και στο «φυσικό» πλαίσιο που αυτή καθορίζει.
Δύο λόγια μόνο για το επιστημονικό status της οικονομίας[1].  
Υπάρχει μια προφανής ασυμφωνία ανάμεσα στις αρχές πάνω στις οποίες βασίζεται η οικονομική έρευνα και στην εφαρμογή τους στην πράξη. Από τη μια πλευρά τονίζεται εμφαντικά ότι η οικονομική επιστήμη παρατηρεί μόνο την κοινωνική ζωή και αναλύει τι αναμένεται να συμβεί κάτω από διάφορες συνθήκες και ότι ποτέ δεν αναλαμβάνει να συναγάγει το πώς όφειλαν να είναι τα πράγματα. Από την άλλη , όμως, ουσιαστικά κάθε οικονομολόγος προβαίνει στη συναγωγή τέτοιων συμπερασμάτων. Κι ακόμη, οι διάφορες οικονομικές θεωρίες είναι κατά κανόνα διαρθρωμένες κατά τρόπο που ακριβώς εξυπηρετεί το σκοπό της συναγωγής τέτοιου είδους συμπερασμάτων. Το αποτέλεσμα είναι να διατυπώνονται πολιτικές συνταγές με υποτιθέμενο επιστημονικό και αντικειμενικό χαρακτήρα. Θα νόμιζε κανείς ότι οι όροι «παρατήρηση» και «δεδομένο» δεν έχουν την ίδια σημασία στα οικονομικά με τη σημασία που τους δίνεται αλλού στην επιστημονική ορολογία. Οι οικονομολόγοι δίνουν την εντύπωση ότι μπορούν να αναφέρονται σε μια σφαίρα αξιών που είναι και αντικειμενικές και υποκειμενικές στην παρατήρηση[2]. Κανοναρχούν απόψεις που αφορούσαν εκείνο που θεωρούσαν κοινωνικά επιβεβλημένο. Επιδιώκουν να υπολογίσουν, βασιζόμενοι άμεσα πάνω στα επιστημονικά τους ευρήματα, την πορεία των δραστηριοτήτων που είναι «επιθυμητή» , ή «σωστή» από οικονομική άποψη, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που αντιτάχθηκαν προς ορισμένα μέτρα πολιτικής , βασιζόμενοι στην άποψη ότι η πραγματοποίησή τους θα είχε σαν συνέπεια να μειωθεί η γενική ευημερία, ή ότι η λήψη των μέτρων αυτών θα σήμαινε ότι αγνοούνται οι οικονομικοί κανόνες. Είναι ρητή η άποψη ότι η οικονομική ανάλυση είναι ικανή να οδηγεί στη διατύπωση κανόνων με την έννοια «προτύπων». Ο ελεύθερος ανταγωνισμός ο οποίος αποτελεί μια καθαρή απαγωγική κατασκευή  , δεν αποσκοπεί απλά να δώσει κάποια  επιστημονική εξήγηση της πορείας των οικονομικών σχέσεων κάτω από ορισμένες και συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αποτελεί ταυτόχρονα την απόδειξη ότι κάτω από αυτές τις υποθετικές συνθήκες θα επιτυγχανόταν η μεγιστοποίηση του «συνολικού εισοδήματος» ή η μεγιστοποίηση της «ικανοποίησης των αναγκών» της κοινωνίας. Ο «ελεύθερος ανταγωνισμός» , με αυτό τον τρόπο , γίνεται κάτι περισσότερο από ένα σύνολο αφηρημένων υποθέσεων, που χρησιμοποιείται σαν εργαλείο της ανάλυσης των αιτιακών σχέσεων που συνδέουν τα γεγονότα. Παίρνει τη θέση του Πολιτικού Desideratum.   Οι οικονομολόγοι είναι η μοναδική ομάδα επιστημόνων που μπορούν όχι να παράγουν μέσω της επιστήμης τους , το δέον από το είναι, αλλά να ισχυριστούν ότι τα δύο αυτά ταυτίζονται με τον τρόπο που αυτοί μεθοδολογικά χειρίζονται την επιστήμη τους.
Άρα σύμφωνα με την λογική της κυβέρνησης ό,τι (πολιτικό) έρχεται αντιμέτωπο με τις απαιτήσεις της οικονομίας προκαλεί προβλήματα στη … Δημοκρατία.  
Όμως η αλήθεια της πραγματικότητας δεν κρύβεται πίσω από ένα δάχτυλο. Η πολιτική διάσταση της πραγματικότητας δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από « επιστημονικά φτηνές» αντιλήψεις περί πρωτοκαθεδρίας της οικονομίας. Πάντα έρχεται η στιγμή  που εμφανίζεται με όλη της τη μεγαλοπρέπεια συντρίβοντας όλες τις πλασματικές αντιλήψεις που στηρίζονται στην αυτονόμηση της οικονομίας. Η πολιτική είναι ο συνδετικός ιστός όλων των υποσυστημάτων της κοινωνίας. Η λογική της κυβέρνησης συντρίβεται ολοσχερώς όταν σε μία περίοδο που υπάρχει η εντύπωση σταδιακής αποκαταστάσεως της οικονομικής σταθερότητας, η λεγόμενη μεγάλη εικόνα, ανέκυψε εκ των πραγμάτων μείζον πρόβλημα πολιτικής ρευστότητας.   Η πολιτική παίρνει την εκδίκησή της.


[1] Μια εκτενής ανάλυση για τα θέματα αυτά υπάρχει στο : Κ. Μελάς, Η Ατελέσφορη Επιστήμη , Ευρασία , Ιούνιος 2013.
[2] G. Myrdal, Το Πολιτικό Στοιχείο στην Οικονομική Θεωρία. Παπαζήση 1985.