Τρίτη, 29 Απριλίου 2014

Σαν να μην πέρασε μια μέρα…


Οι αμερικανικές μεγάλες τράπεζες έχουν ήδη αρχίσει την επόμενη χρηματοπιστωτική κρίση.
Σύμφωνα με τον Κανόνα του Volcker (Volcker Rule) οι μεγάλες τράπεζες (μεγάλες που δύσκολα πτωχεύουν..) θα πρέπει να αποφεύγουν να προβαίνουν σε επικίνδυνα και κερδοσκοπικά παίγνια.
Αλλά οι μεγάλες τράπεζες επανέρχονται με μεγαλοπρέπεια στην ίδια σειρά πρακτικών οι οποίες οδήγησαν στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, μια από τις χειρότερες που έχει ζήσει ο πλανήτης. Σαν να μην διδάχτηκαν απολύτως τίποτε …με κίνδυνο να οδηγηθούμε σε μια νέα κρίση.
Είναι αλήθεια ότι τα τραπεζικά ιδρύματα των ΗΠΑ, πολέμησαν εξ αρχής τον κανόνα Volcker, ο οποίος σημειωτέον θα αρχίσει να εφαρμόζεται από το 2015.
Σύμφωνα με τον κανόνα Volcker οι τράπεζες δεν μπορούν να κατέχουν μερίδιο ιδιοκτησίας σε hedge funds ή  private equity και δεν μπορούν να «στοιχηματίζουν» στις αγορές όπως τις «παλιές καλές μέρες».
Οι Εγγυημένες Υποχρεώσεις Δανείων[1] [Collateralized Loan Obligations (CLOs)] είναι ένα από τα χρηματοπιστωτικά εργαλεία τα οποία οι τράπεζες επιθυμούν να εμπορεύονται. Ο κανόνας Volcker υπογραμμίζει ότι μπορούν να εμπορεύονται την απλούστερη εκδοχή των  CLOs, τα οποία περιέχουν μόνο εμπορικά δάνεια (commercial loans). Ενώ ο ίδιος κανόνας απαγορεύει να εμπορεύονται  CLOs τα οποία περιέχουν ομόλογα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία. Βεβαίως το πρόβλημα είναι ότι οι τράπεζες ήδη κατέχουν τέτοια CLOs και έτσι γεννιέται το ερώτημα τι να κάνουν με αυτά τα χρηματοπιστωτικά εργαλεία. Παράλληλα οι τράπεζες επικαλούνται την άποψη ότι πρόκειται στην ουσία για τα δάνειά τους και ότι έχουν δικαίωμα να επιχειρούν στο χώρο των δανείων , ο οποίος είναι και αποκλειστική αρμοδιότητά τους. Στην ουσία επιθυμούν σφόδρα να εμπορεύονται αυτά τα προϊόντα. Μάλιστα ήδη στο Κογκρέσο αρκετοί ρεπουμπλικάνοι βουλευτές καταθέτουν προτάσεις για την αλλαγή του κανόνα Volcker.
Βεβαίως υπάρχει το ερώτημα γιατί αφού οι τράπεζες θεωρούν ότι τα δάνεια αξίζουν να παρακρατηθούν δεν τα παρακρατούν ως τέτοια στο ενεργητικό τους. Ίσως ….επειδή εάν μπορούν να τα εμπορευθούν χρειάζεται να τα αντισταθμίσουν ως προς τους κινδύνους και στη συνέχεια να τα ..ξανα αντισταθμίσουν … και στη συνέχεια να τα ξανα..ξανα…αντισταθμίσουν κτλ. κάτι που αποτελεί την φρενίτιδα της κερδοσκοπίας. Ας δούμε όμως περισσότερα στοιχεία για τα CLOs και το ρόλο τους στη δημιουργία της μεγάλης πλανητικής κρίσης του 2008.
Οι  εγγυημένες υποχρεώσεις χρέους   (Collateralized Debt  Obligations).
Πρόκειται επίσης για χρηματοπιστωτικά προϊόντα που παράγονται από την τιτλοποίηση χρεών, στη συγκεκριμένη περίπτωση εμπορικών δανείων και στη βάση αυτή αναπτύσσονται πιστωτικά παράγωγα. Μαζί με τα  Mortgage- Backed Securities πωλούνται σε διάφορους επενδυτές. Και τα δύο χρηματοπιστωτικά παράγωγα χρησιμοποιούνται από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα για να μειώσουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις οι οποίες επιβάλλονται από τις ρυθμιστικές αρχές των χωρών αλλά και από τις Συμφωνίες της Βασιλείας I και II.[2], και να αυξήσουν την πιστωτική τους επέκταση.
Τα περιουσιακά στοιχεία που χρησιμοποιούνται αποτελούνται από διάφορες μορφές χρέους με σχεδόν ομοιόμορφα χαρακτηριστικά που μπορούν με αρκετή ευκολία να ομαδοποιηθούν . Τέτοιου είδους είναι τα  στεγαστικά και εκπαιδευτικά δάνεια , δάνεια μέσω πιστωτικών καρτών , δάνεια για αγορά αυτοκινήτων, καταναλωτικά δάνεια , εισφορές κοινωνικής ασφάλισης , φόροι κτλ. Η αποπληρωμή όλων αυτών των δανείων βασίζεται στις μελλοντικές ροές εσόδων. Πρόκειται για παράγωγα προϊόντα που διαπραγματεύονται εκτός υπάρχοντος δημόσιου θεσμικού πλαισίου (Over the Counter, OTC). Δηλαδή πρόκειται για συμφωνίες μεταξύ ιδιωτών – χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων οι οποίες πάντοτε βρίσκουν τρόπους συνεννόησης και επικοινωνίας. Το είδος του χρέους που χρησιμοποιείται ως εγγύηση   μπορεί να είναι δάνεια  ή διάφορα χρεόγραφα. Μπορεί όμως να χρησιμοποιηθούν και ήδη υπάρχοντα   CDO, οπότε έχουμε CDO2 ή CDO3κτλ.
Τα  CDO ιδιαίτερα έδωσαν τη δυνατότητα στα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να επιτύχουν επενδυτικούς πόρους για την χρηματοδότηση ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων subprime και άλλων συναφών δραστηριοτήτων , επεκτείνοντας ή αυξάνοντας τη φούσκα  και δημιουργώντας  μεγάλες ποσότητες προμηθειών. Περίπου 1,6 τρις δολάρια σε CDO δημιουργήθηκαν μεταξύ 2003-2007 με βάση τα ενυπόθηκα δάνεια subprime.. Ένα CDO ουσιαστικά τοποθετούσε ροές ρευστών από διάφορα στεγαστικά ενυπόθηκα δάνεια ή άλλες μορφές χρέους σε μια δεξαμενή, από την οποία τα ρευστά κατανέμονταν σε ειδικά χρεόγραφα με σειρά προτεραιότητας. Τα χρεόγραφα αυτά  ανάλογα με την πιστοληπτική ικανότητα των χρεών που αντιπροσώπευαν ελάμβαναν βαθμό  αξιολόγησης από τους γνωστούς οίκους αξιολόγησης .
Ήταν η Goldman Sachs[3] η οποία δημιούργησε πρώτη το συνθετικό εγγυημένο χρεωστικό ομόλογο CDO καλυμμένο με ομόλογα τα οποία καλύπτονταν με subprime ενυπόθηκα δάνεια. Ήταν κατ’ αρχάς μπορούμε να πούμε  ένα CDO. Στη συνέχεια μπορεί να δημιουργούνταν CDO2 όσο και  CDO3. Η λογική ήταν η ίδια  με τα αρχικά CDO ή ομόλογο βασισμένο σε ενυπόθηκα δάνεια subprime. Εδώ δημιουργούνταν μια δεξαμενή με ενυπόθηκα ομόλογα αντί για ενυπόθηκα δάνεια.
Οι επενδυτικές τράπεζες συγκέντρωναν χιλιάδες δάνεια και , θεωρώντας ως δεδομένο ότι είναι σχεδόν απίθανο να σταματήσει η εξυπηρέτησή τους ταυτόχρονα, δημιουργούσαν πολυκατοικίες από CDO , όπου τόσο ο κίνδυνος όσο και η απόδοση μειωνόταν όσο κάποιος ανέβαινε τους ορόφους. Έτσι στους κάτω ορόφους ήταν  CDO με βάση πολύ επισφαλή δάνεια και λάμβαναν βαθμολογία 3Β μέχρι τα ρετιρέ όπου η βαθμολογία ήταν 3Α.
Η Goldman Sachs άνοιξε το δρόμο (μετά από λίγο θα ακολουθήσουν και οι άλλες μεγάλες επενδυτικές τράπεζες των ΗΠΑ, αλλά και οι Ευρωπαϊκές τράπεζες : Deutsche Bank, Credit Suisse, UBS)  σε ένα πολύ επικίνδυνο αλλά πολύ κερδοφόρο παιγνίδι με έναν  συγκεκριμένο τρόπο: δημιουργούσε  CDO καλυμμένα με ομόλογα καλυμμένα σε ενυπόθηκα δάνεια χρησιμοποιώντας κυρίως ομόλογα χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας με βαθμολογία 3Β. Όπως γίνεται κατανοητό τα CDO αυτής της βαθμολόγησης είναι πολύ δύσκολο να πουληθούν. Αν όμως ήταν δυνατόν αυτά να μετατραπούν σε  CDO 3Α   τότε  τα κέρδη θα ήταν σημαντικότατα. Αυτό μπορούσε να συμβεί μόνο με την συμμετοχή (αθέλητη ή μη ) των οίκων αξιολόγησης. Και αυτό έγινε: οι οίκοι αξιολόγησης έδωσαν βαθμολογία 3Αστο 80% των νέων CDO. Με τον τρόπο αυτό η Goldman Sachs κέρδισε απίστευτα ποσά ενώ κατέβαλε επίσης σημαντικά ποσά στους οίκους αξιολόγησης . Όλοι ήταν ευχαριστημένοι..Στην όλη σύλληψη του σχεδίου έτσι ώστε να μπορεί να συνεχίζει να κινείται και να πραγματώνεται ήταν αναγκαία η παραγωγή ενυπόθηκων δανείων subprime. Μάλιστα όχι δανείων βαθμολογίας 3Α,αλλά μόνον ενυπόθηκων δανείων subprime με βαθμολογία 3Β!!!! Αυτά θα τιτλοποιούνταν σε ομόλογα με βαθμολογία 3Β και θα αποτελούσαν την πρώτη ύλη για CDO 3Β, τα οποία με τη μεσολάβηση των οίκων αξιολόγησης θα μετατρέπονταν σε CDO 3Α   δημιουργώντας υψηλότατη κερδοφορία. Το πρόβλημα που υπήρχε ήταν ότι ο δημιουργούμενος καθημερινά όγκος των ενυπόθηκων δανείων subprime με βαθμολογία 3Β δεν ήταν αρκετός για να καλύψει την απληστία των επενδυτικών τραπεζών. Πάλι η Goldman Sachs βρήκε τη λύση: άρχισε να δημιουργεί CDO με βάση τα CDS που εν τω μεταξύ η ίδια πωλούσε ως αντιστάθμιση κινδύνου για τα CDO που επίσης η ίδια δημιουργούσε. Με τα CDS δημιουργούσε η Goldman Sachs πανομοιότυπα αντίγραφα των χειρότερων από τα ομόλογα που ήδη υπήρχαν, μια διαδικασία που επαναλαμβανόταν συνεχώς. Έτσι δημιουργήθηκε μια ανατροφοδοτούμενη διαδικασία, δημιουργούνταν συνεχώς CDO 3Β, στη συνέχεια CDS ως αντιστάθμισμα των κινδύνων που απέρρεαν από τα πρώτα και στη συνέχεια νέα CDO με βάση τα CDS. Συνεπώς είχαμε μια συνεχή αύξηση και των CDO   και των CDS . Οι επενδυτικές τράπεζες κέρδιζαν και από τις δύο πλευρές. Όμως ποιος έφερε το κόστος μιας πιθανής κρίσης. Ποιος πωλούσε ασφάλεια σε μια αγορά που διογκωνόταν επικίνδυνα και ήταν έτοιμη να εκραγεί;  Σίγουρα οι τελικοί αγοραστές των CDS δεν ήταν οι επενδυτικές τράπεζες. Ήταν οι ασφαλιστικές εταιρείες και συγκεκριμένα οι : AIG Financial Products, Zurich Reinsurance  Financial Products, Swiss Reinsurance  Financial Product, Credit Suisse  Financial Product , Gen Reinsurance  Financial Product. Η AIG Financial Products όμως άνοιξε το δρόμο. Ήταν το βασικό υπόδειγμα. Ποια μπορεί να είναι η εξήγηση αυτής της συμπεριφοράς; Ο M. Lewis[4] δίνει μια αληθοφανή εξήγηση: « Στα πρώτα δεκαπέντε χρόνια λειτουργίας της παρουσίαζε αδιάλειπτη εντυπωσιακή κερδοφορία. … Το 1998 η AIG Financial Products μπήκε στη νέα αγορά εταιρικών  CDS … Τα CDS που πουλούσε η AIG Financial Products θα απέφερε κέρδη 300 εκατομμυρίων ετησίως ή το 15,0% των κερδών της . ..Στη συνέχεια όμως οι τράπεζες που χρησιμοποιούσαν την AIG Financial Products για να ασφαλίζουν στοίβες από δάνεια προς την IBM και την GE τώρα της ζητούσαν να τους ασφαλίσει πολύ πιο μπλεγμένες στοίβες, που περιλάμβαναν υπόλοιπα πιστωτικών κρατών , φοιτητικά δάνεια, δάνεια αγοράς αυτοκινήτων, ενυπόθηκα δάνεια υψηλής ποιότητας , μισθώσεις αεροσκαφών  και σχεδόν οτιδήποτε άλλο παρήγαγε ροές εισοδήματος. Μιας και υπήρχαν πολλοί διαφορετικοί τύποι δανείων προς διαφορετικούς τύπους ανθρώπων , η λογική που ίσχυε για τα εταιρικά δάνεια φαινόταν να ισχύει και για αυτά.  Στη δεύτερη φάση που ξεκίνησε στα τέλη του 2004 , όλα τα παραπάνω δάνεια άρχισαν να αντικαθίστανται από μεγαλύτερες στοίβες , που περιλάμβαναν σχεδόν αποκλειστικά αμερικανικά ενυπόθηκα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης…. Οι στοίβες «καταναλωτικών δανείων» που οι εταιρείες της Wall Street , με πρώτη και καλύτερη την Goldman Sachs , ζητούσαν από την AIG Financial Products να ασφαλίσει περιελάμβαναν ενυπόθηκα δάνεια μειωμένης εξασφάλισης σε ποσοστά που κυμαίνονταν από 2,0% έως 95,0%. Μέσα σε λίγους μήνες η AIG Financial Products είχε, ουσιαστικά, αγοράσει subprime ενυπόθηκα ομόλογα βαθμολογίας 3Β που η αξία τους ανερχόταν σε 50 δις δολάρια , ασφαλίζοντάς τα κατά του ενδεχόμενου αθέτησης πληρωμών».





[1] Κ. Μελάς, Οι Σύγχρονες Κρίσεις του Παγκόσμιου Χρηματοπιστωτικού Συστήματος (1974-2008). ΑΑ. Λιβάνη 2001, σ.289.
[2] Δες : G. Soros, Η Οικονομική Κρίση του 2008, ΑΑ .Λιβάνη 2008.

[3] Η Goldman Sachs είναι  πάλι η εταιρεία  που στη συνέχεια θα δημιουργήσει CDO με κάλυψη CDS σε έναν φαινομενικό παραλογισμό αλλά που στην ουσία είχε στόχο την απρόσκοπτη κερδοσκοπία και από τις δύο πλευρές της αγοράς (πώλησης και αγοράς) . Η χειραγώγηση της αγοράς με τον τρόπο αυτό είναι εμφανής.
[4] M.Lewis,  Το Μεγάλο Σορτάρισμα, Εκδόσεις Παπαδόπουλος 2010, σελ.107-109.