Παρασκευή, 25 Απριλίου 2014

Λίγα λόγια για την «κατάσταση εμπιστοσύνης» στην οικονομική δραστηριότητα.





Στην εποχή της μαζικοδημοκρατίας και της αυτοπραγμάτωσης εκείνο που πρωταρχικά τίθεται , εν αμφιβόλω, είναι ο ρόλος των επιστημών και ότι αυτός έχει αντιπροσωπεύει μέχρι τώρα στη δημιουργία «μιας συμπαγούς και συνεκτικής γλώσσας επικοινωνίας» στη σύγχρονη εποχή.
Ειδικά στο χώρο των κοινωνικών επιστημών τα πράγματα έχουν «εξοκείλει» σε βαθμό κακουργήματος θα έλεγα. Διαβάζουμε πχ ότι «η οικονομία είναι κλίμα και εμπιστοσύνη» μια ρήση η οποία επαναλαμβάνεται ακατάπαυστα ειδικά από αδαείς για τα θέματα αυτά κυρίως δημοσιογράφους και πολιτικούς. Ο χαρακτηρισμός «αδαείς» είναι απολύτως καλοπροαίρετος διότι θα μπορούσα να τους χαρακτηρίσω ως «δρώντες με συγκεκριμένο σκοπό χειραγώγησης».
Τελικά οι οικονομικές δραστηριότητες  είναι συνάρτηση του  κλίματος  και της κατάστασης εμπιστοσύνης; Κατ’ αρχάς θεωρώ ότι όλοι θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε. Όμως σε ένα συγκεκριμένο, πραγματικό περιβάλλον, όπως αυτό στο οποίο ασκούνται σήμερα οι οικονομικές δραστηριότητες το οποίο χαρακτηρίζεται από σχεδόν απόλυτη πρωτοκαθεδρία των χρηματοπιστωτικών αγορών (θεσμικών και μη θεσμικών) με συγκεκριμένο τρόπο (πλέον γνωστό από την διεθνή εμπειρία των τελευταίων τριάντα ετών σε πλανητικό επίπεδο αλλά και στην ελληνική περίπτωση 2002-2010) δεν μπορούμε ακόμη να αποφανθούμε για ποιες δραστηριότης μπορεί να χρησιμοποιηθεί  ο όρος κερδοσκοπία και σε ποιες ο όρος επιχειρηματικότητα;  Για να μην φορτίσω περαιτέρω τον ήδη φορτισμένο  όρο κερδοσκοπία  σε αντιπαράθεση με τον όρο επιχειρηματικότητα θα ανατρέξω στον πλέον ανώδυνο ορισμό ο οποίος δίνεται από τον Keynes[1] «Αν μου επιτραπεί να χρησιμοποιήσω τον όρο κερδοσκοπία , για να δηλώσω τη δραστηριότητα της πρόβλεψης της ψυχολογίας της αγοράς, και τον όρο επιχειρηματικότητα , για να δηλώσω τη δραστηριότητα της πρόβλεψης της προσδοκώμενης απόδοσης του ενεργητικού στη διάρκεια της ζωής του , τότε δεν συμβαίνει πάντοτε να υπερισχύει η κερδοσκοπία της επιχειρηματικότητας . Καθώς βελτιώνεται η οργάνωση των επενδυτικών αγορών , ο κίνδυνος να κυριαρχήσει η κερδοσκοπία, πραγματικά αυξάνεται». Ο Keynes γράφει τα παραπάνω λόγια  σε μια εποχή (1936) που καμία σχέση δεν έχει με την σημερινή στην οποία παρατηρείται  ποσοτική και   ποιοτική αναβάθμιση των χρηματοπιστωτικών αγορών[2] αλλά και η μεγάλη αυτονομία τους από την πραγματική οικονομία. Συνεχίζει ο Άγγλος οικονομολόγος « … όταν ο Αμερικάνος αγοράζει μια επένδυση, προσβλέπει όχι τόσο στη μελλοντική της απόδοση όσο σε μια ευνοϊκή μεταβολή στη συμβατική βάση αποτίμησης (στο κεφαλαιακό κέρδος), δηλαδή είναι, με την προαναφερθείσα έννοια, κερδοσκόπος. Οι κερδοσκόποι μπορεί να μη βλάπτουν σαν φυσαλλίδες σε ένα σταθερό ρεύμα επιχειρηματικότητας. Τα πράγματα όμως γίνονται σοβαρά, όταν γίνεται  η επιχειρηματικότητα μια φυσαλλίδα στη δίνη της κερδοσκοπίας»[3].
 Με τον τρόπο αυτό τίθεται εμμέσως πλην σαφώς το πολύ ταλαιπωρημένο ζήτημα της εμπιστοσύνης. Μια έννοια που ανάλογα με τον τρόπο που προσλαμβάνεται προκαλεί σχεδόν κάθετες διαφοροποιήσεις στην ανάγνωση των οικονομικών δραστηριοτήτων και επομένως και στη άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Στην κεϋνσιανή προβληματική   η έννοια δεν αντανακλά ένα «γενικό, αόριστο και διάχυτο κλίμα»[4]αλλά συνδέεται στενά με τα προβλήματα των μακροχρόνιων επενδύσεων[5]. Είναι οι μακροχρόνιες επενδύσεις αυτές που αποτελούν το βασικό κλειδί ανάπτυξης της οικονομίας. «Οι περισσότερες, πιθανώς, από τις αποφάσεις μας να αναλάβουμε κάποια ενέργεια, τις πλήρεις συνέπειες των οποίων θα έχουμε ύστερα από πολλές ημέρες, μπορούν να ληφθούν ως αποτέλεσμα ζωικών κινήτρων- μιας αυθόρμητης ώθησης σε δράση παρά σε αδράνεια και όχι ως το αποτέλεσμα ενός σταθμικού μέσου ποσοτικών ωφελημάτων πολλαπλασιασμένων με ποσοτικές πιθανότητες. …Αν τα ζωικά πνεύματα εξασθενήσουν και η αυθόρμητη αισιοδοξία κλονιστεί, αφήνοντας μας να εξαρτιόμαστε από μαθηματικές και μόνο προσδοκίες, τότε η επιχειρηματικότητα θα σβήσει και θα πεθάνει- αν και οι φόβοι της απώλειας μπορεί να μην έχουν περισσότερο λογική βάση από ό,τι είχαν πριν οι ελπίδες του κέρδους… Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα εξαρτώνται από κύματα άλογης ψυχολογίας. Αντίθετα, η κατάσταση των μακροπρόθεσμων προσδοκιών συχνά είναι σταθερή και, ακόμη και όταν δεν είναι, οι άλλοι παράγοντες ασκούν τις αντισταθμιστικές τους επιδράσεις.»[6].
Στην ελληνική οικονομία έχουμε ζήσει την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα αυτό το έργο με τις γνωστές καταστροφικές συνέπειες τις οποίες ζούμε σήμερα. Δεν έχει καμία σημασία αν ο κύριος δανειζόμενος ήταν το κράτος. Δεν αποτελεί επιχείρημα για τη δήθεν μη συμμετοχή του εγχώριου χρηματοπιστωτικού συστήματος στην όλη εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου. Όσο δημιουργούνται συνεχή κέρδη όλα τα στόματα παραμένουν κλειστά. Φαίνεται ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι, δυστυχώς, με την επανάληψη του ίδιου έργου. Το διεθνές περιβάλλον έχει δημιουργήσει ένα ασφυκτικό πλαίσιο λειτουργίας των οικονομιών από το οποίο είναι δύσκολο να ξεφύγει οποιαδήποτε χώρα ειδικά αν είναι μικρού μεγέθους. Ήδη η εγχώρια  αγορά κεφαλαίου «λαμβάνει ανάσες ζωής»   με συγκεκριμένες μικρής κλίμακας εισροές βραχυπρόθεσμων κεφαλαίων από το εξωτερικό κυρίως στον τραπεζικό τομέα. Όμως εδώ προκύπτει το πρόβλημα της διατηρησιμότητας  των συγκεκριμένων κεφαλαίων το οποίο είναι θέμα προσδοκιών για τις μελλοντικές εξελίξεις όχι μόνο της ελληνικής οικονομίας αλλά και του διεθνούς περιβάλλοντος. Πόσο μπορεί να εμπιστευθεί αυτού του είδους της εξωτερικές εισροές  οι οποίες πολύ εύκολα  μπορούν να αντιστραφούν και να ανατρέψουν την πορεία της οικονομίας προς αρνητικούς ρυθμούς, μόλις αυτή πάει να ανακάμψει;  Η αστάθεια των ιδιωτικών ροών κεφαλαίου είναι παροιμιώδης στις χρηματοοικονομικές κρίσεις της εποχής μας. Μάλιστα όταν το βασικό χαρακτηριστικό των κεφαλαιαγορών σε οικονομίες ευρισκόμενες σε ύφεση (σκεφτείτε ότι η Ελλάδα σωρευτικά παρουσιάζει ύφεση 25%) είναι οι τρομακτικά υποτιμημένες αξίες των περιουσιακών στοιχείων τότε, η προσέλκυση ξένων κεφαλαίων είναι ευκολότερη αλλά ταυτόχρονα και ιδιαίτερα ευάλωτες σε κερδοσκοπικές εκροές οι οποίες δημιουργούν ασταθείς καταστάσεις.
Συνεπώς η ανάγκη μακροχρόνιων κεφαλαιακών ροών που να ακινητοποιούνται στην ελληνική οικονομία αλλά και η σταδιακή ανάπτυξη των εσωτερικών αποταμιευτικών ροών είναι ζητήματα στρατηγικής σημασίας για τη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος.
Όπως ανέφερα προηγουμένως οι επιλογές είναι περιορισμένες και επιβάλλονται με σαφήνεια από το διεθνές χρηματοπιστωτικό περιβάλλον. Όμως το να πανηγυρίζουμε για την εισροή βραχυπροθέσμων κεφαλαίων τα οποία είναι απολύτως κερδοσκοπικά , απλά αποδεικνύεται για ακόμη μια φορά, ότι οι άνθρωποι δεν μαθαίνουν από τα λάθη τους και ότι οι πολιτικοί δεν «ορρωδούν προ ουδενός».



  





[1] J.M Keynes, Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος.  Παπαζήση ,2001 ,Κεφάλαιο 12.
[2] Κ. Μελάς, Οι Σύγχρονες Κρίσεις του Παγκόσμιου Χρηματοπιστωτικού Συστήματος, ΑΑ.Λιβάνη 2011.
[3] J.M Keynes, Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος.  Παπαζήση ,2001 ,σ. 187.
[4] « Η κατάσταση εμπιστοσύνης , όπως αποκαλείται , είναι ζήτημα το οποίο οι άνθρωποι της πράξης προσέχουν ιδιαίτερα. Οι οικονομολόγοι όμως, δεν το έχουν αναλύσει με προσοχή και ικανοποιούνται, κατά κανόνα, να το σχολιάζουν γενικά» J.M.Keynes , Γενική Θεωρία …σ.178
[5] «Ιδιαίτερα , δεν έχει καταστεί σαφές ότι η συνάφειά του με τα οικονομικά προβλήματα προέρχεται από τη σημαντική επίδραση στον πίνακα οριακής αποδοτικότητας του κεφαλαίου… Η κατάσταση εμπιστοσύνης είναι συναφής , επειδή είναι ένας από τους μείζονες παράγοντες που προσδιορίζουν τον πρώτο , που είναι το ίδιο πράγμα με τον πίνακα ζήτησης επενδύσεων» J.M.Keynes , Γενική Θεωρία …σ.178-179.
[6] J.M. Keynes , Γενική Θεωρία …σ.189-191.