Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Πάλι για την έξοδο στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Α.
Πρόκειται για  «φυσιολογική» εξέλιξη η οποία δεν αξίζει ούτε θριαμβολογίες ούτε καταστροφολογίες.  Προφανώς η έξοδος επιταχύνθηκε για πολιτικούς λόγους.
Η συγκυρία στις διεθνείς αγορές είναι εξαιρετικά ευνοϊκή. Υπάρχουν πλήθος κεφαλαίων τα οποία επιζητούν υψηλές αποδόσεις με σχετική ασφάλεια λόγω της χαλαρής νομισματικής πολιτικής των κεντρικών τραπεζών αλλά και τις απόσυρσης μεγάλου όγκου κεφαλαίων από τις αναδυόμενες αγορές. Το ίδιο έκανε και το Πακιστάν, που πραγματοποίησε την πρώτη του διεθνή ομολογιακή έκδοση μετά από επτά χρόνια. Και η προσπάθειά του στέφθηκε από επιτυχία. Συγκεκριμένα, το Πακιστάν πούλησε ομόλογα ύψους 2 δισ. δολαρίων, με τα δύο τρίτα της έκδοσης να αγοράζονται από Αμερικανούς διαχειριστές κεφαλαίων. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Παπούα Νέα Γουινέα, το Μπαγκλαντές και το Μπουτάν αναμένεται να βγουν επίσης στις αγορές φέτος, ελπίζοντας να εκμεταλλευτούν τα χαμηλά επιτόκια. Ακόμη και ο Ισημερινός είναι έτοιμος να ζητήσει 700 εκ δολάρια στο άμεσο μέλλον. Η Wall Street Journal αποδίδει τη μεγάλη ζήτηση στη βελτίωση των οικονομιών των χωρών αυτών, αλλά και στην αναζήτηση αποδόσεων από τους επενδυτές.  Συγχρόνως η απόδοσή του ελληνικού ομολόγου  είναι πολύ καλή για τους επενδυτές οι οποίοι αισθάνονται επιπλέον εξαιρετική ασφάλεια  αν ληφθεί υπόψη ότι η έκδοση διέπετε από το Αγγλικό δίκαιο. Αναφέρω ότι το Πακιστάν το οποίο βρίσκεται διαβαθμισμένο στην κατηγορία junk πλήρωσε επιτόκιο 8,25%.  Παράλληλα η «έξοδος» «είχε προετοιμαστεί καλά» κάτι που με απλά λόγια σημαίνει ότι οι ανάδοχοι θα εξασφάλιζαν τουλάχιστον την κάλυψη μεγάλου μέρους του. Εξάλλου, η λίστα των αναδόχων επιβεβαιώνει το σενάριο αυτό, αφού ανάμεσα στις έξι τράπεζες που ανέλαβαν την έκδοση, συγκαταλέγονται τέσσερα αμερικανικά ονόματα. Πρόκειται για τις Bank of America Merrill Lynch, Goldman Sachs, JP Morgan και Morgan Stanley. Επίσης κορυφαίοι θεσμικοί επενδυτές, όπως η Franklin Templeton, θα πρωταγωνιστήσουν. Η Franklin έχει επενδύσει πολλά τόσο στην Ιρλανδία όσο και στην Ελλάδα.
Τώρα:
 Η στατική απεικόνιση της κατάστασης που απορρέει από την «ελεγχόμενη έξοδο» στις αγορές κεφαλαίων δεν θα αποκτήσει την πρέπουσα οικονομική σημασία αν δεν συνοδευθεί από τρεις συγκεκριμένες εξελίξεις:
Η πρώτη αφορά στο κατά πόσον η ασκούμενη οικονομική πολιτική θα αποκτήσει κάποιο βαθμό ελευθερίες αυτή καθαυτή. Προφανώς η κυβέρνηση πρέπει να εξηγήσει που και πως θα χρησιμοποιήσει τα συγκεκριμένα δάνεια κεφάλαια.
Η δεύτερη αφορά στο κατά πόσον αυτή η πράξη θα συνοδευθεί από την σταδιακή επαναφορά των ελληνικών επιχειρήσεων στη θέση του «ευυπόληπτου δανειζόμενου» μειώνοντας ουσιαστικά τον κίνδυνο χώρας και δίνοντας στις ελληνικές επιχειρήσεις τη δυνατότητα αποκατάστασης των «πιστοληπτικών γραμμών» με τις συνεργαζόμενες επιχειρήσεις του εξωτερικού. Με απλά λόγια θα διευκολύνει στην αύξηση της ανύπαρκτης ρευστότητας της οικονομίας.
Και η τρίτη από την διατηρησιμότητα της δυνατότητας εξόδου στις αγορές με «λογικό» κόστος χρήματος, κάτι που αναμένεται να σπρώξει προς τα κάτω το κόστος των εναλλακτικών τρόπων δανεισμού (έντοκα δημοσίου)

Β.
Επειδή οι σημερινές  προβολές για τις  μελλοντικές εξελίξεις στην  καμπύλη των αποδόσεων της αγοράς ομολόγων είναι πτωτική η καθυστέρηση εξόδου στις αγορές , πχ.  προς τα μέσα του δευτέρου εξαμήνου 2014 , πιθανά θα είχε μικρότερο κόστος για την ελληνική οικονομία και επιπλέον θα αποτελούσε μια καλύτερη βάση εκκίνησης. Εναλλακτικά η Ελλάδα θα έπρεπε να συνεχίσει να δανείζεται μέσω των εντόκων γραμματίων με το συγκεκριμένο κόστος. Ένα ακόμη  σημείο προς διερεύνηση αποτελεί η επίδραση που θα έχει η έξοδος στην αναγκαία όσο ποτέ αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους.