Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Η ολιγοπωλιακή διάρθρωση της ελληνικής αγοράς , η "κυριαρχία του καταναλωτή" και η παραγωγική βάση .



Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας είναι το θέμα της καρτελοποίησης, δηλαδή η ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς, με τις εναρμονισμένες πρακτικές, την κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης μεγάλων επιχειρήσεων και τις καταχρηστικές πρακτικές ενάντια στους καταναλωτές. Τα ολιγοπώλια είναι ο βασικός λόγος που στην ελληνική αγορά διαπιστώνονται σε καθημερινή βάση, αυξημένες τιμές σε πολλαπλό αριθμό ομοειδών αγαθών σε σχέση με άλλα περισσότερο αναπτυγμένα ευρωπαϊκά κράτη.

Την ολιγοπωλιακή διάρθρωση της ελληνικής αγοράς νομίζω ότι πλέον δεν την αμφισβητεί κανείς αναλυτής. Εξάλλου, τα διαθέσιμα στοιχεία είναι καταλυτικά στην υποστήριξη της παραπάνω άποψης. Μπορώ να δώσω ορισμένα παραδείγματα:
• Στο χώρο της λιανικής αγοράς τροφίμων, 10 αλυσίδες πολυκαταστημάτων ελέγχουν πάνω από το 85% της αγοράς.
• Στο χώρο των προμηθευτών, σε σύνολο 1.375 εταιρειών, οι 100 πρώτες κατέχουν το 76,1% των πωλήσεων, οι 50 πρώτες το 62% και οι 30 πρώτες το 51%.
• Σε ένα σύνολο 60 προϊόντων πρώτης ανάγκης και ευρείας κατανάλωσης, μία εταιρεία προμηθεύει περίπου το 60% για κάθε ένα προϊόν, ενώ οι δύο μεγάλες εταιρείες το 99% αντίστοιχα.
• Στο χώρο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι τέσσεροι μεγαλύτεροι τραπεζικοί όμιλοι κατέχουν πάνω από το 85% των ιδίων κεφαλαίων, των καταθέσεων, των χορηγήσεων και του ενεργητικού.
• Στο χώρο των καυσίμων συμβαίνει ακριβώς το ίδιο.

Παράλληλα, υπάρχουν κλειστά επαγγέλματα, κυρίως στο χώρο των υπηρεσιών, που δημιουργούν και καρπώνονται μεγάλες προσόδους αλλά και ρέπουν προς την φοροδιαφυγή.

Η κυρίαρχη αντίληψη σήμερα στην Ελλάδα φαίνεται να αναγνωρίζει την ύπαρξη αυτών των καταστάσεων και επιδιώκει την καταπολέμηση και την πάταξή τους.
 Η όλη προσπάθεια κατατείνει στην εμπέδωση του ελεύθερου ανταγωνισμού, στη βελτίωση των συνθηκών του, στην πάταξη όλων των εμποδίων που υψώνονται εμπρός του. Σε αυτή τη συλλογιστική όλα αυτά τα εμπόδια αποτελούν απλά στρεβλώσεις και ατέλειες της λειτουργίας της αγοράς και ως εκ τούτου χρειάζεται ένας εποπτικός μηχανισμός –κάτι σαν την Επιτροπή Ανταγωνισμού–, ο οποίος να επεμβαίνει όποτε προκύπτει ανάγκη.
Το ότι εδώ και πολλά χρόνια σε διάφορες χώρες έχουν ψηφισθεί αντι- trust  νόμοι και αντιμονοπωλιακές νομοθεσίες δείχνει με πολύ απλό τρόπο την αλήθεια του πράγματος.
Η απλή αυτή αλήθεια αποκαλύπτει περίτρανα ένα από τα μεγαλύτερα ψέματα πάνω στα οποία  έχει κτισθεί μια ολόκληρη αντίληψη για τον τρόπο λειτουργίας του οικονομικού συστήματος στο οποίο όλοι μας ζούμε : την κυριαρχία του καταναλωτή.
Στις συμβατικές αλλά κυρίαρχες οικονομικές θεωρίες η αγορά ταυτίστηκε με την κυριαρχία του καταναλωτή, με τη δύναμή του να αποφασίζει τι θα παραχθεί , τι θα αγοραστεί και τι θα πουληθεί.. Υποστηρίζεται ότι ο καταναλωτής έχει την απόλυτη δύναμη στην οποία είναι υποταγμένη η καπιταλιστική επιχείρηση.
Μια τέτοιας μορφή οικονομική δημοκρατία , ωστόσο, αποτελεί μια τόσο εμφανή επινόηση, που είναι απορίας άξιο πως μπορεί να την υποστηρίζει κανείς.
Το πραγματικά απίστευτο είναι ότι η άποψη περί κυριαρχίας του καταναλωτή εξακολουθεί να γίνεται αποδεκτή  από όλο και μεγαλύτερο αριθμό ατόμων που είναι πρόθυμοι να υποκαταστήσουν τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές τους ελευθερίες με το «δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής» ενός μαζικού προϊόντος σε «εύλογη τιμή».


 Η διαπίστωση όμως που προκύπτει από την ιστορική εμπειρία είναι η ακόλουθη: δεδομένου ότι καθ’ όλη την ιστορική περίοδο του καπιταλισμού τα συγκεκριμένα φαινόμενα δεν είναι συγκυριακά αλλά αποτελούν μια διαχρονική συνεχώς επεκτεινόμενη μεγεθυντική διαδικασία, αποτελούν και δομικό χαρακτηριστικό του συστήματος. Τα μονοπώλια, τα ολιγοπώλια δεν συνιστούν απλώς ατέλειες ή στρεβλώσεις των αγορών, αλλά είναι οργανικό αποτέλεσμα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Δεν είναι μόνον άρνηση του ελεύθερου ανταγωνισμού (ολοκληρωτικά πλασματική έννοια) αλλά είναι παιδιά του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Είναι εκδηλώσεις της εγγενούς στον καπιταλισμό τάσης για συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Αυτή η εγγενής τάση, δείτε το παράδοξο αλλά πραγματικό, γίνεται περισσότερο έντονη και δυνατή όσο οι πολιτικές δυνάμεις επιχειρούν να απελευθερώσουν την οικονομία από παλιούς ή νέους περιορισμούς ρύθμισής της. Επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί απάντηση στο πρόβλημα των ολιγοπωλίων ο ελεύθερος ή υγιής ανταγωνισμός· απλούστατα διότι τέτοιος δεν υπάρχει ούτε υπήρξε ποτέ. Υπάρχει ο πραγματικός καπιταλιστικός ανταγωνισμός[1], στον οποίο οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν όλα τα υπάρχοντα μέσα, θεμιτά και αθέμιτα, από τη διαπλοκή με την πολιτική εξουσία μέχρι τις μαφιόζικες λύσεις εξόντωσης του αντιπάλου.

Εκείνο όμως που είναι εντυπωσιακό είναι ότι συνεχώς επανέρχονται στην οικονομία ζητήματα που θα έπρεπε να θεωρούνται λυμένα τα τελευταία τουλάχιστον 150 έτη για να μην πω και περισσότερο. Στο ζήτημα των ολιγοπωλίων, των καρτέλ, των πολυεθνικών , της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό  σύστημα. η βιβλιογραφία είναι άπειρη αλλά και αποφασιστικά καταλυτική σε όσα υποστηρίξαμε.
Είναι εντυπωσιακό ότι για τον τρόπο με τον οποίο πολιτεύονται πλήθος πολυεθνικών επιχειρήσεων οι οποίες κατέχουν σημαντικότατο τμήμα του εμπορίου στην ελληνική αγορά και παρά το ότι επανειλημμένα  έχουν διαπιστωθεί σημαντικές  διαφορές τιμών στα ίδια προϊόντα   στην ελληνική αγορά και στις αγορές των ευρωπαϊκών χωρών δεν γίνεται νύξη από τους ιθύνοντες.
Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα  η οποία απεγνωσμένα προσπαθεί να συγκρατήσει βασικές παραγωγικές δραστηριότητες της οικονομίας της και μετά από μια σημαντική απίσχναση όλων των πλευρών του παραγωγικού της ιστού τα τελευταία 30 χρόνια , θα έπρεπε το πρώτο μέλημα των ελληνικών κυβερνήσεων να ήταν, η πάση θυσία ενίσχυση και διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας. Υπ’ αυτή την έννοια το πακέτο μέτρων του ΟΟΣΑ η οποία η ίδια παρήγγειλε και πλήρωσε θα έπρεπε να συνδυάζεται με ένα πακέτο μέτρων ενίσχυσης και διεύρυνσης της παραγωγικής βάσης της οικονομίας. Υπό αυτή τη λογική θα έπρεπε να γίνει σαφής διαχωρισμός  των βασικών παραγωγικών δραστηριοτήτων από τις απλές εμπορικές δραστηριότητες και από τις προσφερόμενες υπηρεσίες.  Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τον  ίδιο τρόπο το θέμα των φαρμακείων με το θέμα της παραγωγής γάλακτος , ούτε το θέμα της βαριάς βιομηχανίας (πχ. κόστος ενέργειας)  με  το ζήτημα των αμοιβών των δικηγόρων. Αυτό θα πρέπει να αποτελεί πάγια αντίληψη αν πραγματικά επιθυμούμε την παραμονή της χώρας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας σε ένα επίπεδο που να εξασφαλίζει σχετικά την θέση που έχουμε σήμερα. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν γίνεται. Εδώ  υπάρχει το δίλλημα «το συμφέρον του καταναλωτή»  ή η διατήρηση και η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης με προσαρμογές στις σύγχρονες συνθήκες. Η ζωή προχωρά μόνο με διλλήματα.
Η  τυφλή προσήλωση στις «ανάγκες» του καταναλωτή  σε ένα περιβάλλον έντονης ανισομερούς ανάπτυξης των οικονομιών είναι γνωστό ότι εξυπηρετεί την  δυνατότερη οικονομία με βάση τους γνωστούς μηχανισμούς που διαθέτει.  Η παραπάνω τυφλή προσήλωση μετατρέπεται σε απόλυτο  ιδεολόγημα  όταν αποσπάται παντελώς από την πάγια και ιστορική θέση  ότι καμία  χώρα του κόσμου δεν αναπτύσσεται  σε καθεστώς υποτιθέμενου απολύτου «ελευθέρου» εμπορίου διότι  απλούστατα κάτι τέτοιο δεν έχει υπάρξει στην ιστορία της οικονομίας των τελευταίων τριών αιώνων για να περιοριστούμε στην περίοδο της νεωτερικότητας . Ουσιαστικά θα πρόκειται για μια υποταγή ς  χωρίς  καμία αντίσταση στα ξένα κελεύσματα. 






[1]  Για το ζήτημα αυτό, βλ. Κ. Μελάς & Γ. Πολλάλης, Παγκοσμιοποίηση και πολυεθνικές επιχειρήσεις, κεφ. 2, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2005.