Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Η ανταγωνιστικότητα τιμών δεν είναι κρίσιμο μέγεθος για τη βελτίωση του ελληνικού εξωτερικού ισοζυγίου


Ακόμη μια φορά πρέπει να τονισθεί ότι οι εξαγωγές που το κόστος εργασίας παίζει κάποιο ρόλο είναι πολύ λίγες για να τραβήξουν την οικονομία.

 Θα πρέπει να επαναλάβουμε ότι  η ανταγωνιστικότητα  τιμών δεν είναι κρίσιμο μέγεθος για τη βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου. Υπάρχουν πλήθος προσομοιώσεων , που έγιναν με οικονομετρικά υποδείγματα , τα οποία έδειξαν την πολύ μικρή ευεργετική επίδραση που έχει μια μείωση των μισθών στο εμπορικό ισοζύγιο.

Τελικά η μείωση των μισθών απορροφάται κατά κύριο λόγο από τα περιθώρια κέρδους.

Υπάρχουν τουλάχιστον δύο  αλληλοσυμπληρούμενες ενδείξεις για τη συγκεκριμένη επισήμανση :
1.Ο ρυθμός μεταβολής του αποπληθωριστή του ΑΕΠ υπερέβη το ρυθμό μεταβολής του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος και τα τέσσερα έτη του προγράμματος
το 2010 το 2011, το 2012 και το 2013[1] .
2.Η σχετική συμμετοχή των αμοιβών εξαρτημένης εργασίας στην προστιθέμενη αξία περιορίστηκε δραστικά  και τα τέσσερα έτη   (2010, 2011,2012,2013) σύμφωνα με τα στοιχεία των εθνικών λογαριασμών(ΕΛΣΤΑΤ). Αντίστοιχα, βέβαια αυξήθηκε η σχετική συμμετοχή του λειτουργικού πλεονάσματος[2].

Πίνακας  1
Σχετική συμμετοχή των αμοιβών
εξαρτημένης  Εργασίας στην ΠΑ.
2010
40,7
2011
39,7
2012
37,2
2013
33,2
Πηγή : ΕΛΣΤΑΤ

Η μείωση των μισθών περνάει ελάχιστα στις τιμές  των εξαγομένων προϊόντων. Την περίοδο 2010-2013 είχαμε σωρευτική μείωση των ονομαστικών μισθών (σύνολο της οικονομίας) ύψους -20,3% (ΤτΕ), ενώ στον μη τραπεζικό ιδιωτικό τομέα η μείωση έφτασε το -21,9%.   Αντιθέτως οι  σχετικές τιμές των εμπορεύσιμων παρουσίασαν αύξηση την ίδια περίοδο  (Γράφημα 1) , η οποία υπολογίζεται κατά μέσο όρο σε  5,0%.


 Γράφημα 1  



Πηγή: ΤτΕ, Έκθεση του Διοικητή για το έτος 2013. Φεβρουάριος 2014.

Η  βελτίωση της ανταγωνιστικότητας  με βάση τους δείκτες της  ΠΣΣΙ που στηρίζονται στο κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος την περίοδο 2010-2013   παρουσιάζει σωρευτική μείωση -27,4% . Αντιστοίχως , η βελτίωση της ανταγωνιστικότητας βάσει των δεικτών που στηρίζονται στις σχετικές τιμές καταναλωτή, είναι σημαντικά  μικρότερη (κατά 21 ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες). Αυτό δείχνει με σαφήνεια ότι η σημαντική μείωση των μισθών δεν περνά στις τιμές των προϊόντων[3].

Πίνακας 2
Πραγματική Σταθμισμένη Συναλλαγματική Ισοτιμία

α
β



2010
-0,5
-5,1



2011
0,4
-2,3



2012
-3,7
-12,2



2013
-0,6
-7,8



Σωρευτικά 2010-2013
-6,4
-27,4



α) με βάση τις σχετικές τιμές καταναλωτή


β) με βάση το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος.









Πηγή:  ΤτΕ, ΕΛΣΤΑΤ, European Economy.

Μάλιστα η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι το 2013 επιτεύχθηκε βελτίωση της πραγματικής σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας κατά 0,6%. Αυτό οφείλεται στον αρνητικό πληθωρισμό στην Ελλάδα και στην αξιόλογη αρνητική διαφορά πληθωρισμού μεταξύ της Ελλάδος και των εμπορικών εταίρων της. Επίσης, προβλέπεται περαιτέρω βελτίωση τη
ανταγωνιστικότητας τιμών, καθώς η διαφορά πληθωρισμού της Ελλάδος και των κυριότερων εμπορικών της εταίρων θα παραμείνει σημαντική και το 2014. Το ότι η ανταγωνιστικότητα τιμών βελτιώνεται χάριν του αρνητικού πληθωρισμού δείχνει με σαφήνεια ότι η πραγματική κατάσταση της ελληνικής οικονομίας είναι βαθειά υφεσιακή.

 Το κύριο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι η έλλειψη διαρθρωτικής ανταγωνιστικότητας.  Πρόκειται για  παράγοντες όπως : οι  ποιότητα των προϊόντων, τον γεωγραφικό προσανατολισμό των εξαγωγών προς αναπτυσσόμενες και μεγάλες αγορές, την εξειδίκευση στην παραγωγή προϊόντων για τα οποία η διεθνής ζήτηση είναι μεγάλη και αυξανόμενη, τη φήμη και την εικόνα των προϊόντων, τα εμπορικά δίκτυα που χρησιμοποιούνται για την εξαγωγή των ελληνικών προϊόντων, η άρση εμποδίων και αντικινήτρων στην ίδρυση επιχειρήσεων, η αποτελεσματικότητα της δημόσιας διοίκησης, η γραφειοκρατία, η απονομή της δικαιοσύνης, η πάταξη της διαφθοράς κλπ.

Η ανάλυση των στοιχείων του εξωτερικού εμπορίου της Ελλάδας δείχνει ότι τα προβλήματα ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας είναι σε μεγάλο βαθμό διαρθρωτικά, ανάγονται στην μειωμένη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα. Δεν  μπορεί καμία χώρα  να αυξήσει τις εξαγωγές της εάν η ποιότητά τους δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των αγορών, ή εάν οι αγορές προορισμού των εξαγωγών βρίσκονται σε μαρασμό. Εάν υπάρχει κακή προσαρμογή των επιχειρήσεων στα χαρακτηριστικά των προϊόντων που ζητούν τώρα οι διεθνείς αγορές, εάν η ποιότητα των εγχωρίως παραγομένων προϊόντων δεν είναι υψηλή, εάν η κλαδική σύνθεση των εξαγωγών δεν προσαρμόζεται στη σύνθεση του διεθνούς εμπορίου.  Όμως θα πρέπει να γίνει σαφές ότι η συγκεκριμένη πολιτική έχει τα όρια της τα οποία προέρχονται από τις παραγωγικές δυνατότητες  κάθε χώρας. Η συνεχής προσπάθεια αύξησης των εξαγωγών μπορεί να αποτελέσει καταστροφική οικονομική πολιτική επιβαρύνοντας δραματικά το κόστος ευκαιρίας μιας οικονομίας ,όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα αν δεν συνδυαστεί αρμονικά με την εγχώρια κατάσταση της οικονομίας και την επιζητούμενη ισορροπία των εγχωρίων αγορών (πρωτίστως προϊόντος και εργασίας αλλά και χρήματος).

Ωστόσο η  Κυβέρνηση υπό την καθοδήγηση της Τρόικας  εξακολουθεί να προτείνει μέτρα και πολιτικές που δεν είναι αποτελεσματικές .
θα μπορούσαν θεωρητικά  να είχαν νόημα αν εφαρμόζονταν σε μια οικονομία η οποία λειτουργούσε σε καθεστώς  θεωρητικού (αυτού που υπάρχει στα εγχειρίδια) υποδείγματος ελεύθερου ανταγωνισμού .  Η προβαλλόμενη υπόθεση, από αρκετούς,  ότι  θα ήταν αποτελεσματικές αν είχαν εφαρμοστεί και είχαν αρχίσει να αποδίδουν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι μια υπόθεση άνευ αξίας διότι  δεν μπορεί να ελεγχθεί εμπειρικά. Παράλληλα όσοι προβάλλουν την παραπάνω υπόθεση χρειάζεται να απαντήσουν σε μια προηγούμενη ερώτηση : γιατί δεν έγιναν οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις . Η απάντηση ότι οι πολιτικοί έχουν την ευθύνη για την μη πραγματοποίησή τους  φανερώνει σε όλη την μεγαλοπρέπεια ότι η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα  είναι διαφορετική από την πλασματική πραγματικότητα του συγκεκριμένου οικονομικού υποδείγματος .
 Γίνεται κατανοητό επίσης γιατί  η οικονομία έχει εισέλθει στην  παγίδα της  αυτοτροφοδοτούμενης ύφεσης  : επειδή η ασκούμενη μέχρι τώρα  πολιτική  κυρίως εστιάζει στη μείωση των αμοιβών εργασίας . Επίσης  η διακηρυγμένη θέση της κυβέρνησης για μη περαιτέρω μείωση των αμοιβών εργασίας , αν  θεωρήσουμε ότι θα συμβεί , δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από μια περαιτέρω ένδειξη ότι στην καλύτερη των περιπτώσεων η στασιμότητα θα διαδεχθεί την  ύφεση στην ελληνική οικονομία.   

 Η  επίτευξη της εξωτερικής ισορροπίας είναι πρόσκαιρη διότι επιτεύχθηκε εις βάρος της εσωτερικής ισορροπίας. Οι εξαγωγές που το κόστος εργασίας παίζει κάποιο ρόλο είναι πολύ λίγες για να τραβήξουν την οικονομία, και η μείωση των μισθών αυξάνει την ανεργία στο εσωτερικό.


[1] Ο λόγος του αποπληθωριστή του ΑΕΠ προς το δείκτη του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος συχνά χρησιμοποιείται ως δείκτης του περιθωρίου κέρδους στην οικονομία.
[2] Ωστόσο, η σύγκριση αυτή λαμβάνει υπόψη μόνο το κόστος εργασίας, ενώ αγνοεί το κόστος των άλλων εισροών (πρώτων υλών και ενδιάμεσων προϊόντων, κατανάλωσης ενέργειας), το χρηματοοικονομικό κόστος και τη φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων.
[3] Παρότι υπάρχουν αυξήσεις έμμεσων φόρων και ενεργειακού κόστους που επιβάρυναν ιδιαιτέρως τις εγχώριες τιμές όσο και «στρεβλώσεις»  που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τις εγχώριες αγορές αγαθών και υπηρεσιών το αναμφισβήτητο γεγονός είναι ότι η μείωση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος δεν περνά στις τιμές .