Σάββατο, 29 Μαρτίου 2014

Η ολιγοπωλιακή διάρθρωση της ελληνικής αγοράς , η "κυριαρχία του καταναλωτή" και η παραγωγική βάση .



Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας είναι το θέμα της καρτελοποίησης, δηλαδή η ολιγοπωλιακή διάρθρωση της αγοράς, με τις εναρμονισμένες πρακτικές, την κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης μεγάλων επιχειρήσεων και τις καταχρηστικές πρακτικές ενάντια στους καταναλωτές. Τα ολιγοπώλια είναι ο βασικός λόγος που στην ελληνική αγορά διαπιστώνονται σε καθημερινή βάση, αυξημένες τιμές σε πολλαπλό αριθμό ομοειδών αγαθών σε σχέση με άλλα περισσότερο αναπτυγμένα ευρωπαϊκά κράτη.

Την ολιγοπωλιακή διάρθρωση της ελληνικής αγοράς νομίζω ότι πλέον δεν την αμφισβητεί κανείς αναλυτής. Εξάλλου, τα διαθέσιμα στοιχεία είναι καταλυτικά στην υποστήριξη της παραπάνω άποψης. Μπορώ να δώσω ορισμένα παραδείγματα:
• Στο χώρο της λιανικής αγοράς τροφίμων, 10 αλυσίδες πολυκαταστημάτων ελέγχουν πάνω από το 85% της αγοράς.
• Στο χώρο των προμηθευτών, σε σύνολο 1.375 εταιρειών, οι 100 πρώτες κατέχουν το 76,1% των πωλήσεων, οι 50 πρώτες το 62% και οι 30 πρώτες το 51%.
• Σε ένα σύνολο 60 προϊόντων πρώτης ανάγκης και ευρείας κατανάλωσης, μία εταιρεία προμηθεύει περίπου το 60% για κάθε ένα προϊόν, ενώ οι δύο μεγάλες εταιρείες το 99% αντίστοιχα.
• Στο χώρο των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, οι τέσσεροι μεγαλύτεροι τραπεζικοί όμιλοι κατέχουν πάνω από το 85% των ιδίων κεφαλαίων, των καταθέσεων, των χορηγήσεων και του ενεργητικού.
• Στο χώρο των καυσίμων συμβαίνει ακριβώς το ίδιο.

Παράλληλα, υπάρχουν κλειστά επαγγέλματα, κυρίως στο χώρο των υπηρεσιών, που δημιουργούν και καρπώνονται μεγάλες προσόδους αλλά και ρέπουν προς την φοροδιαφυγή.

Η κυρίαρχη αντίληψη σήμερα στην Ελλάδα φαίνεται να αναγνωρίζει την ύπαρξη αυτών των καταστάσεων και επιδιώκει την καταπολέμηση και την πάταξή τους.
 Η όλη προσπάθεια κατατείνει στην εμπέδωση του ελεύθερου ανταγωνισμού, στη βελτίωση των συνθηκών του, στην πάταξη όλων των εμποδίων που υψώνονται εμπρός του. Σε αυτή τη συλλογιστική όλα αυτά τα εμπόδια αποτελούν απλά στρεβλώσεις και ατέλειες της λειτουργίας της αγοράς και ως εκ τούτου χρειάζεται ένας εποπτικός μηχανισμός –κάτι σαν την Επιτροπή Ανταγωνισμού–, ο οποίος να επεμβαίνει όποτε προκύπτει ανάγκη.
Το ότι εδώ και πολλά χρόνια σε διάφορες χώρες έχουν ψηφισθεί αντι- trust  νόμοι και αντιμονοπωλιακές νομοθεσίες δείχνει με πολύ απλό τρόπο την αλήθεια του πράγματος.
Η απλή αυτή αλήθεια αποκαλύπτει περίτρανα ένα από τα μεγαλύτερα ψέματα πάνω στα οποία  έχει κτισθεί μια ολόκληρη αντίληψη για τον τρόπο λειτουργίας του οικονομικού συστήματος στο οποίο όλοι μας ζούμε : την κυριαρχία του καταναλωτή.
Στις συμβατικές αλλά κυρίαρχες οικονομικές θεωρίες η αγορά ταυτίστηκε με την κυριαρχία του καταναλωτή, με τη δύναμή του να αποφασίζει τι θα παραχθεί , τι θα αγοραστεί και τι θα πουληθεί.. Υποστηρίζεται ότι ο καταναλωτής έχει την απόλυτη δύναμη στην οποία είναι υποταγμένη η καπιταλιστική επιχείρηση.
Μια τέτοιας μορφή οικονομική δημοκρατία , ωστόσο, αποτελεί μια τόσο εμφανή επινόηση, που είναι απορίας άξιο πως μπορεί να την υποστηρίζει κανείς.
Το πραγματικά απίστευτο είναι ότι η άποψη περί κυριαρχίας του καταναλωτή εξακολουθεί να γίνεται αποδεκτή  από όλο και μεγαλύτερο αριθμό ατόμων που είναι πρόθυμοι να υποκαταστήσουν τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές τους ελευθερίες με το «δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής» ενός μαζικού προϊόντος σε «εύλογη τιμή».


 Η διαπίστωση όμως που προκύπτει από την ιστορική εμπειρία είναι η ακόλουθη: δεδομένου ότι καθ’ όλη την ιστορική περίοδο του καπιταλισμού τα συγκεκριμένα φαινόμενα δεν είναι συγκυριακά αλλά αποτελούν μια διαχρονική συνεχώς επεκτεινόμενη μεγεθυντική διαδικασία, αποτελούν και δομικό χαρακτηριστικό του συστήματος. Τα μονοπώλια, τα ολιγοπώλια δεν συνιστούν απλώς ατέλειες ή στρεβλώσεις των αγορών, αλλά είναι οργανικό αποτέλεσμα του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Δεν είναι μόνον άρνηση του ελεύθερου ανταγωνισμού (ολοκληρωτικά πλασματική έννοια) αλλά είναι παιδιά του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Είναι εκδηλώσεις της εγγενούς στον καπιταλισμό τάσης για συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Αυτή η εγγενής τάση, δείτε το παράδοξο αλλά πραγματικό, γίνεται περισσότερο έντονη και δυνατή όσο οι πολιτικές δυνάμεις επιχειρούν να απελευθερώσουν την οικονομία από παλιούς ή νέους περιορισμούς ρύθμισής της. Επομένως δεν μπορεί να θεωρηθεί απάντηση στο πρόβλημα των ολιγοπωλίων ο ελεύθερος ή υγιής ανταγωνισμός· απλούστατα διότι τέτοιος δεν υπάρχει ούτε υπήρξε ποτέ. Υπάρχει ο πραγματικός καπιταλιστικός ανταγωνισμός[1], στον οποίο οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν όλα τα υπάρχοντα μέσα, θεμιτά και αθέμιτα, από τη διαπλοκή με την πολιτική εξουσία μέχρι τις μαφιόζικες λύσεις εξόντωσης του αντιπάλου.

Εκείνο όμως που είναι εντυπωσιακό είναι ότι συνεχώς επανέρχονται στην οικονομία ζητήματα που θα έπρεπε να θεωρούνται λυμένα τα τελευταία τουλάχιστον 150 έτη για να μην πω και περισσότερο. Στο ζήτημα των ολιγοπωλίων, των καρτέλ, των πολυεθνικών , της συγκέντρωσης και της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό  σύστημα. η βιβλιογραφία είναι άπειρη αλλά και αποφασιστικά καταλυτική σε όσα υποστηρίξαμε.
Είναι εντυπωσιακό ότι για τον τρόπο με τον οποίο πολιτεύονται πλήθος πολυεθνικών επιχειρήσεων οι οποίες κατέχουν σημαντικότατο τμήμα του εμπορίου στην ελληνική αγορά και παρά το ότι επανειλημμένα  έχουν διαπιστωθεί σημαντικές  διαφορές τιμών στα ίδια προϊόντα   στην ελληνική αγορά και στις αγορές των ευρωπαϊκών χωρών δεν γίνεται νύξη από τους ιθύνοντες.
Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα  η οποία απεγνωσμένα προσπαθεί να συγκρατήσει βασικές παραγωγικές δραστηριότητες της οικονομίας της και μετά από μια σημαντική απίσχναση όλων των πλευρών του παραγωγικού της ιστού τα τελευταία 30 χρόνια , θα έπρεπε το πρώτο μέλημα των ελληνικών κυβερνήσεων να ήταν, η πάση θυσία ενίσχυση και διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της οικονομίας. Υπ’ αυτή την έννοια το πακέτο μέτρων του ΟΟΣΑ η οποία η ίδια παρήγγειλε και πλήρωσε θα έπρεπε να συνδυάζεται με ένα πακέτο μέτρων ενίσχυσης και διεύρυνσης της παραγωγικής βάσης της οικονομίας. Υπό αυτή τη λογική θα έπρεπε να γίνει σαφής διαχωρισμός  των βασικών παραγωγικών δραστηριοτήτων από τις απλές εμπορικές δραστηριότητες και από τις προσφερόμενες υπηρεσίες.  Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τον  ίδιο τρόπο το θέμα των φαρμακείων με το θέμα της παραγωγής γάλακτος , ούτε το θέμα της βαριάς βιομηχανίας (πχ. κόστος ενέργειας)  με  το ζήτημα των αμοιβών των δικηγόρων. Αυτό θα πρέπει να αποτελεί πάγια αντίληψη αν πραγματικά επιθυμούμε την παραμονή της χώρας στο διεθνή καταμερισμό εργασίας σε ένα επίπεδο που να εξασφαλίζει σχετικά την θέση που έχουμε σήμερα. Δυστυχώς κάτι τέτοιο δεν γίνεται. Εδώ  υπάρχει το δίλλημα «το συμφέρον του καταναλωτή»  ή η διατήρηση και η διεύρυνση της παραγωγικής βάσης με προσαρμογές στις σύγχρονες συνθήκες. Η ζωή προχωρά μόνο με διλλήματα.
Η  τυφλή προσήλωση στις «ανάγκες» του καταναλωτή  σε ένα περιβάλλον έντονης ανισομερούς ανάπτυξης των οικονομιών είναι γνωστό ότι εξυπηρετεί την  δυνατότερη οικονομία με βάση τους γνωστούς μηχανισμούς που διαθέτει.  Η παραπάνω τυφλή προσήλωση μετατρέπεται σε απόλυτο  ιδεολόγημα  όταν αποσπάται παντελώς από την πάγια και ιστορική θέση  ότι καμία  χώρα του κόσμου δεν αναπτύσσεται  σε καθεστώς υποτιθέμενου απολύτου «ελευθέρου» εμπορίου διότι  απλούστατα κάτι τέτοιο δεν έχει υπάρξει στην ιστορία της οικονομίας των τελευταίων τριών αιώνων για να περιοριστούμε στην περίοδο της νεωτερικότητας . Ουσιαστικά θα πρόκειται για μια υποταγή ς  χωρίς  καμία αντίσταση στα ξένα κελεύσματα. 






[1]  Για το ζήτημα αυτό, βλ. Κ. Μελάς & Γ. Πολλάλης, Παγκοσμιοποίηση και πολυεθνικές επιχειρήσεις, κεφ. 2, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2005.
  

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2014

Ο Ενιαίος Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Εκκαθάρισης Τραπεζών[1].



Την Πέμπτη το πρωί, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. κατέληξαν σε μια συμβιβαστική συμφωνία για τη δημιουργία του λεγόμενου Ενιαίου Μηχανισμού Εκκαθάρισης (SRM), ο οποίος αποτελεί το δεύτερο από τα τρία σκέλη της τραπεζικής ένωσης που οι ηγέτες της Ευρωζώνης αποφάσισαν να δημιουργήσουν στο αποκορύφωμα της κρίσης δημοσίου χρέους της Ευρωζώνης, τον Ιούνιο του 2012. Η συμφωνία πρέπει να εγκριθεί, μέχρι το τέλος του Απριλίου , από το Συμβούλιο Αρχηγών και από την ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Το 2012 η ΕΚΤ είχε  προγραμματίσει  τρεις πυλώνες για την τραπεζική ένωση: εγγύηση της ασφάλισης καταθέσεων, ένα ευρωπαϊκό ταμείο που θα καλύπτει την εκκαθάριση προβληματικών τραπεζών και μία κεντρική εποπτική αρχή για τις τράπεζες.
 Από αυτά μόνο η εποπτεία των τραπεζών από την ΕΚΤ εξελίσσεται όπως είχε αναγγελθεί.
Η δημιουργία του θεσμικού πλαισίου για την εγγύηση καταθέσεων,  έχει παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες, λόγω των έντονων διαφωνιών  της  Γερμανίας η οποία υποστηρίζει ότι ένας τέτοιος μηχανισμός είναι αντίθετος με τις συμφωνίες της ΕΕ δεδομένου ότι δεν είναι δυνατόν φορολογούμενοι ενός κράτους –μέλους  να καταβάλουν το κόστος για την εκκαθάριση  τραπεζών άλλου κράτους –μέλους.
Το  θεσμικό πλαίσιο του ΕΜΕΚ συζητήθηκε και εγκρίθηκε κατ’ αρχάς στη συνάντηση των αρχηγών 19-20 Δεκεμβρίου στις Βρυξέλες και στη συνέχεια στη κοινή συνεδρίαση των κρατών –μελών και των εκπροσώπων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (20 Μαρτίου 2014).
Η δημιουργία του Ενιαίου Μηχανισμού Εκκαθάρισης Τραπεζών  έχει δύο στόχους: πρώτον να δημιουργηθεί ο μηχανισμός αξιολόγησης για το ποια τραπεζικά ιδρύματα πρέπει να οδηγηθούν σε εκκαθάριση  και δεύτερον να δημιουργηθεί ένα ταμείο  το οποίον  θα συνεισφέρει  το εναπομείναν  κεφάλαιο στην περίπτωση πτώχευσης – εκκαθάρισης   του τραπεζικού ιδρύματος μετά τις συνεισφορές των μετόχων , των ομολογιούχων και των μεγάλων καταθετών.
Το βασικό επιχείρημα που προβάλλεται είναι να  μη χρειαστεί στο μέλλον οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι ν’ αναγκαστούν να διασώσουν τις χρεοκοπημένες τράπεζές τους όπως έγινε τα τελευταία χρόνια. Επίσης, όπως αναφέρεται στα συμπεράσματα της συνόδου κορυφής του Ιουνίου του 2012, προκειμένου να σπάσει ο φαύλος κύκλος μεταξύ προβληματικών τραπεζών και κρατών-μελών που στην προσπάθειά τους να τις διασώσουν θέτουν σε κίνδυνο τα δημόσια οικονομικά τους, όπως έγινε στην περίπτωση της Ιρλανδίας και της Κύπρου.
Το ταμείο του Ενιαίου Μηχανισμού Εκκαθάρισης που συμφωνήθηκε αρχικά μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωζώνης και την Πέμπτη και με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι πολύ μικρό, αφού θα διαθέτει μόλις 55 δισ. ευρώ, όταν οι διάφορες ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών στην Ευρώπη κατά την πρόσφατη κρίση στοίχισαν πάνω από  1, 6 τρις ευρώ.
 Ο μηχανισμός προβλέπεται  την απόκτηση κεφαλαίων  ύψους 55 δις ευρώ  σε διάστημα  οκτώ  χρόνων  με τη συνεισφορά των ίδιων των τραπεζικών ιδρυμάτων που ανήκουν στις χώρες – μέλη που θα συμμετέχουν σε αυτόν. Θα είναι ανεξάρτητος οργανισμός και θα διοικείται από Συμβούλιο.
Επιπλέον, το νέο ταμείο δεν θα μπορεί να δανειστεί από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ESM), δηλαδή το μόνιμο ευρωπαϊκό ταμείο διάσωσης αλλά αντιθέτως μπορεί να δανειστεί από τις  χρηματοπιστωτικές αγορές.  
Οι πόροι αυτοί θα φθάσουν στο μέγιστο ύψος τους , 1,0% όλων των εγγυημένων καταθέσεων μετά από 8 έτη  αλλά το πρώτο έτος η εισφορά θα ανέρχεται  στο 40,0%  του συνολικού ποσού. Κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου θα περιλαμβάνει τους αντίστοιχους εθνικούς μηχανισμούς των μελών-χωρών.  Η σχέση του ΕΜΕ με τους αντίστοιχους εθνικούς μηχανισμούς καθώς και ο τρόπος χρήσης των πόρων θα καθορισθεί από τον Κανονισμό . Επίσης ο τρόπος της προοδευτικής  αμοιβαιοποίησης των εθνικών συνιστωσών θα γίνει με διακυβερνητική συμφωνία μεταξύ των χωρών- μελών. Η αρχική πρόταση , την οποία ετοίμασε η Λιθουανία η οποία κατείχε το Β’ εξάμηνο του 2013  την προεδρία της ΕΕ, ήταν αρκετά πολύπλοκη και φαίνεται ότι έχει υποστεί αρκετές διαφοροποιήσεις χωρίς όμως να διαφοροποιείται η λογική της.
Όλα τα σωρευμένα κεφάλαια μετά από 8 έτη θα τεθούν στη διάθεση του Ενιαίου Μηχανισμού Εκκαθάρισης  ο οποίος θα τα διαχειρίζεται αμοιβαιοποιώντας ολοκληρωτικά των κίνδυνο. Ο μηχανισμός προβλέπεται να λειτουργεί με αυξημένη πλειοψηφία.  
Ενώ το βασικό σημείο της τραπεζικής ένωσης είναι η αμοιβαιοποίηση  των κινδύνων έτσι ώστε τα ασθενή κράτη να μην αφεθούν μόνα τους στην αντιμετώπιση του καταρρέοντος τραπεζικού συστήματος , η Γερμανία θέλει να ελαχιστοποιήσει τις υποχρεώσεις των τραπεζών της ή των φορολογουμένων της για οποιουσδήποτε δανειστές φοβούμενοι ότι θα κληθεί να καταβάλει το μερίδιο του λέοντος σε κάθε πιθανή πτώχευση- εκκαθάριση τραπεζικού ιδρύματος. Παράλληλα η Γερμανία δεν εντάσσει στο ΕΜΕΤ τις περιφερειακές της τράπεζες.
Η οπτική του Βερολίνου αντανακλάται  στο τελευταίο σχέδιο της ΕΕ , στο οποίο το κόστος της πτώχευσης-κλεισίματος  μιας τράπεζας της ευρωζώνης θα πρέπει να γίνει, κατ΄αρχάς, ολοκληρωτικά από την χώρα της. Η υποχρέωση των άλλων χωρών της ευρωζώνης θα αυξάνονται βαθμηδόν, έως τον τέλειο επιμερισμό μόνο μετά από διάστημα 8 ετών.

Εάν τα κεφάλαια  είναι ανεπαρκή , τότε η χώρα με το πρόβλημα θα μπορεί να αυξάνει την επιβάρυνση (το κόστος) του τραπεζικού συστήματος.
Εάν ακόμη και τότε τα ποσά δεν είναι αρκετά , τότε θα χρηματοδοτείται από την κυβέρνηση ,με ένα δάνειο, το οποίο θα αποπληρώνεται από τις τράπεζες σε βάθος χρόνου. Εάν η χώρα δεν έχει τα απαιτούμενα κεφάλαια θα ζητάει δάνειο από τον ESM.
Η ΕΚΤ φαίνεται ότι δεν συμφωνεί με αυτή την ιδέα. Την βρίσκει περίπλοκη , χρονοβόρα και όχι απολύτως κατάλληλη για αυτό που χρειάζεται σήμερα το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα. Μάλιστα πριν πραγματοποιηθούν τα stress tests κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει τις ανάγκες που θα προκύψουν. Επίσης φαίνεται ότι το ύψος του ποσού για τον μηχανισμό εκκαθάρισης , τα 55 δις ευρώ, δεν μπορεί κανείς να πει αν θα είναι αρκετό.
 Υπάρχει ένα άλλο σημείο διαφωνίας: σύμφωνα με το σχέδιο της  ΕΕ για την εκκαθάριση μια τράπεζας  . Η πρόταση της επιτροπής περιλαμβάνει την εξής διαδικασία μέχρι την τελική απόφαση ( Article 16 Resolution procedure)[2]: Ο Ενιαίος Μηχανισμός Εκκαθάρισης  ετοιμάζει την απόφαση – πρόταση για την εκκαθάριση  μιας τράπεζας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή  έχει δικαίωμα  veto μετά από συζήτηση με τις εγχώριες αρχές  της χώρας στην οποία ανήκει η υπό συζήτηση τράπεζα  και την ΕΚΤ. Η ΕΕ θα μπορούσε τότε να δώσει οδηγίες πως η απόφαση θα λάβει την τελική της μορφή.  Ο Ενιαίος Μηχανισμός Εκκαθάρισης  μπορεί να αμφισβητήσει το veto της ΕΕ. Αυτή η διαδικασία είναι χρονοβόρος και σύμφωνα με τον Μ. Ντράγκι η απόφαση για το εάν μια τράπεζα είναι βιώσιμη ή όχι πρέπει να δίνεται από τους ειδικούς μια και έξω.
Για αυτό σε ομιλία του για αυτό το ζήτημα στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο  τις 15.12.2013 ανέφερε χαρακτηριστικά : Σας καλώ, εσάς και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, να δημιουργήσετε άμεσα έναν ρωμαλέο Ενιαίο Μηχανισμό Εκκαθάρισης, για τον οποίο τρία στοιχεία θα τεθούν στην πράξη: ένα ενιαίο σύστημα, μια ενιαία αρχή, κι ένα ενιαίο ταμείο».
Σύμφωνα με τον Μ. Ντράγκι δεν μπορούμε να κατασκευάσουμε έναν ενιαίο  μηχανισμό ο οποίος θα είναι τέτοιος μόνο στα λόγια.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται πολλά μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΕΚΤ τα οποία επιμένουν  πως, προκειμένου η διαδικασία εκκαθάρισης να είναι αξιόπιστη, θα πρέπει να μπορεί να ολοκληρωθεί εντός ενός Σαββατοκύριακου. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση για το κλείσιμο μιας τράπεζας και το ποιος θα επωμισθεί το κόστος παραμένει βαθύτατα πολιτική απόφαση, με τους πολιτικούς κάθε χώρας να επιθυμούν να προστατεύσουν τις τράπεζες της χώρας τους από εξωτερικές παρεμβάσεις.
Ορισμένες από τις τροποποιήσεις που επέβαλε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπως η ταχύτερη από κοινού ανάληψη του οικονομικού βάρους από το κλείσιμο μιας τράπεζας, είναι στη σωστή κατεύθυνση. Η υποχρεωτική συνεισφορά των μετόχων και των ομολογιούχων στη διάσωση μιας τράπεζας επίσης προστατεύει θεωρητικά τους φορολογουμένους, πρακτικά ωστόσο μπορεί να προκύψουν πολύ σοβαρά προβλήματα, όπως φάνηκε με το «κούρεμα» των ανασφάλιστων καταθετών των κυπριακών τραπεζών. Το κυριότερο πρόβλημα είναι ότι εξαιτίας των λίγων πόρων που θα διαθέτει το ταμείο για την εκκαθάριση τραπεζών, στη χειρότερη περίπτωση ένα κράτος-μέλος θα κληθεί να ζητήσει ευρωπαϊκή διάσωση προκειμένου να καλύψει το κόστος αναδιάρθρωσης των τραπεζών του.






[1] Proposal for a REGULATION OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL
 COUNCIL OF THE EUROPEAN UNION Brussels, 19 December 2013 (OR. en) Interinstitutional File: 2013/0253 (COD) 18070/13 EF 278 ECOFIN 1183 CODEC 3060

[2] Proposal for a REGULATION OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL
 COUNCIL OF THE EUROPEAN UNION Brussels, 19 December 2013 (OR. en) Interinstitutional File: 2013/0253 (COD) 18070/13 EF 278 ECOFIN 1183 CODEC 3060

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

“Tutto cambi affinche nulla cambi”[1] Giuseppe Tomasi di Lambedusa, Il Gattopardo


 .
Πίσω από όλες τις ηχηρές κραυγές , τα μεγάλα λόγια , τις φανταχτερές εκφράσεις, τα πομπώδη συνθήματα για την υποτιθέμενη επερχόμενη αλλαγή του ελληνικού οικονομικού υποδείγματος  φαίνεται να υπάρχει σκόπιμη (ή και αθέλητη)  απόκρυψη της  «νέας» πραγματικότητας. Από τη γωνία εμφανίζεται σιγά-σιγά η «νέα» οικονομική πραγματικότητα που αποτελεί αντίγραφο της παλαιάς.
Η προσεκτική ματιά ανακαλύπτει με ευκολία, ότι το πολυδιαφημιζόμενο «νέο» οικονομικό υπόδειγμα το οποίο σιγά-σιγά αποκαλύπτεται   δεν διαφέρει σχεδόν σε τίποτε από  αυτό που ίσχυε μέχρι σήμερα.  Προσοχή.  Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν άλλαξαν όλα!!! Ακριβώς άλλαξαν όλα για να μείνουν όλα τα ίδια όπως χαρακτηριστικά λέει ο πρίγκιπας di  Lambedusa.
Οι αλλαγές που επήλθαν και συνεχίζουν να επέρχονται  (οι περίφημες μεταρρυθμίσεις) έχουν αλλάξει ολοκληρωτικά το θεσμικό πλαίσιο που διέπει όλες τις σχέσεις  οι οποίες αναφέρονται στην οικονομική διαδικασία. Οι συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις προκάλεσαν ένα τεράστιο κόστος στην ελληνική οικονομία σε καταστροφή παραγωγικού δυναμικού ( κλείσιμο ή υποαπασχόληση παραγωγικού δυναμικού των επιχειρήσεων , υψηλή ανεργία κτλ). Παρότι το καταβληθέν κόστος ευκαιρίας είναι υπέρμετρα υψηλό και καταστροφικό , θα μπορούσε κανείς να το θεωρήσει , με τεράστια ανεκτικότητα, ως κόστος της δημιουργικής καταστροφής.
Το θεσμικό πλαίσιο που διέπει τις  αγορές προϊόντος , την  αγορά εργασίας, τις  αγορές επενδύσεων –αποταμιεύσεων  και τις αγορές χρήματος έχει μεταβληθεί ολοκληρωτικά. Στόχος όλων αυτών των αλλαγών είναι η  συμβολή τους στην ανάδυση  ενός  ποιοτικά διαφορετικού οικονομικού υποδείγματος  το οποίο θα βασίζεται στην «νέα επιχειρηματικότητα» , στην «εξωστρέφεια» , στην «ενσωμάτωση νέων υψηλής στάθμης τεχνολογιών» αλλά και στην μεταλλαγή των υφισταμένων παραγωγικών μονάδων  σε πλήρως ανταγωνιστικές ως προς το διεθνή ανταγωνισμό.   
Αυτό σημαίνει   ότι σήμερα θα έπρεπε να ανιχνεύονται σημάδια αυτής της ποιοτικής μεταλλαγής του παραγωγικού υποδείγματος τόσο μικροοικονομικά δηλαδή  στον επιχειρηματικό χώρο αλλά και μακροοικονομικά δηλαδή  ενδυνάμωση των εξωστρεφών κλάδων , αύξηση των εξαγωγών με σαφή αλλαγή στο μείγμα των  εξαγομένων προϊόντων (νέα προϊόντα, προϊόντα υψηλότερης ενσωματωμένης τεχνολογίας, μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία κτλ) . Παρά τις επίμονες προσπάθειες που καταβάλλουν, κυβέρνηση και  συγκεκριμένα ΜΜΕ να πείσουν  περί του αντιθέτου , δεν  φαίνεται να υπάρχει , μέχρι σήμερα , κάτι που αξίζει να θεωρηθεί ως σημαντικό . Μεμονωμένες προσπάθειες γίνονται αλλά ακριβώς επειδή είναι μεμονωμένες  δεν αποκτούν τη δυναμική που θα μπορούσαν σε ένα διαφορετικό περιβάλλον.  Όμως  η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να παράγει το ίδιο καλάθι  προϊόντων  και στους τρεις τομείς της. 
Δεν αποτελεί είδηση ότι η αλλαγή της παραγωγικής βάσης χρειάζεται  επέκταση σε καινοτόμα προϊόντα , σύγχρονης τεχνολογίας η οποία μπορεί να παρασχεθεί κυρίως μέσω των πολυεθνικών επιχειρήσεων και των ΑΞΕ τις οποίες επιχειρούν σε κάθε χώρα. Μάλιστα  ο κύριος όγκος των ΑΞΕ πραγματοποιείται μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών. Η Ελλάδα πρέπει άμεσα να αντιμετωπίσει την σημαντική υστέρηση στις επενδύσεις σε έρευνα και τεχνολογική ανάπτυξη, που είναι μόλις 0,7% του ΑΕΠ, ενώ είναι 2% στην ΕΕ και 2,7% στις ΗΠΑ. Συνολικά, οι επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη (R&D), λογισμικό, ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση, ως ποσοστό του ΑΕΠ υπολείπονται σημαντικά του μέσου όρου της ΕΕ. Η σημασία του γεγονότος αυτού είναι μεγάλη, γιατί ο βαθμός διάδοσης των νέων τεχνολογιών αποτελεί μέσο εκσυγχρονισμού της οικονομίας .Οι χώρες όπου κατευθύνονται οι ΑΞΕ με ενσωματωμένη υψηλή τεχνολογία δεν είναι χαμηλού εργατικού κόστους, αλλά υψηλής παραγωγικότητας και συνήθως υψηλής ποιότητας ανθρωπίνου κεφαλαίου. Δυστυχώς στην Ελλάδα οι ΑΞΕ  αποτελούν δυσεύρετο είδος  τα τελευταία σαράντα έτη.  Δηλαδή πρόκειται για μια μεγάλη  ιστορική περίοδο η οποία αφήνει εμφανώς τα ίχνη της αμφιβολίας και για τις μελλοντικές εξελίξεις . Δεν είναι τυχαίο το ότι η ΤτΕ  υπογραμμίζει, με εύσχημο τρόπο,  ότι μια βασική αβεβαιότητα σχετικά με τις εξελίξεις το 2014 αποτελεί «η υλοποίηση των προθέσεων των πολυεθνικών επιχειρήσεων για παραγωγικές επενδύσεις στην Ελλάδα». Δηλαδή τίποτε δεν είναι βέβαιο σχετικά με νέες ΑΞΕ στην ελληνική οικονομία το 2014.
Αντιθέτως βλέπουμε να επαναλαμβάνεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο το μοτίβο της εισροής επενδύσεων χαρτοφυλακίου (βραχυπρόθεσμων κεφαλαίων τα οποία δεν ακινητοποιούνται ,ούτε εμπεριέχουν καμία τεχνολογία ώστε να επιδράσουν στην μεταβολή της παραγωγικής βάσης) εστιάζοντας για ακόμη μια φορά στον τραπεζικό τομέα.   
Στο χώρο της δημόσιας διοίκησης , η οποία υποτίθεται ότι αποτελούσε το απόλυτο βαρίδι στην αναπτυξιακή διαδικασία  και συνεπώς σήκωσε σημαντικό  κόστος  των αλλαγών, υπάρχει έστω και ένας (φαντάζομαι εκτός από τον αρμόδιο υπουργό) ο οποίος να υποστηρίζει ότι επήλθε ποιοτική αλλαγή ;  Ακόμη σήμερα  οι επιλογές για τους επικεφαλείς στις  κρατικές θέσεις  , για να αναφέρουμε ένα θέμα του συρμού, γίνονται με βάση κατά πόσον τα  πρόσωπα προς επιλογήν είναι φίλα προσκείμενα  με τα πολιτικά κόμματα που βρίσκονται στην εξουσία. (Σημειώνω στο σημείο αυτό  ότι είμαι ίσως ο μοναδικός ο οποίος θεωρεί ότι αυτό δεν πρόκειται να μεταβληθεί , όπως δεν  μεταβλήθηκε από την ίδρυση του ελληνικού κράτους).
Στην Ελλάδα με βάση το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής επιτεύχθηκε μόνο η ποσοτική μείωση των του εισοδήματος (25,0%) και κατ’ αναλογία η μείωση των εισοδηματικών κριτηρίων (από 30 έως 40,0%) , μείωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων, με αποτέλεσμα το σπάσιμο της φούσκας που είχε δημιουργηθεί μέσω του δημόσιου δανεισμού και η οποία δεν μπορούσε πλέον να αναχρηματοδοτηθεί .
Η  παραγωγική βάση της οικονομίας αφέθηκε στο έλεος  των συνεπειών αυτών των επιλογών , χωρίς καμία κατεύθυνση , χωρίς καμία καθοδήγηση , χωρίς κανένα προσανατολισμό χωρίς καμία βοήθεια,  να βρει μόνη της το δρόμο της διεξόδου.  Σύμφωνα  με όσα ισχύουν σε όλες τις θεσμικές (αλλά και φυσικές)  οντότητες , αν δεν υπάρξει καθοδήγηση αυτό που θα αναζητήσουν οι περισσότερες από αυτές τις οντότητες είναι το οικείο ,το γνωστό , αυτό που επί χρόνια έχουν συνηθίσει να πορεύονται.  Όλοι γνωρίζουμε ποιο είναι το οικείο στην ελληνική οικονομία. Άλλωστε το ζούμε παρατηρώντας τα δεκάδες καφέ – αρτοποιεία – σουβλατζίδικα που κατακλύζουν τις κεντρικές περιοχές της Αθήνας και όχι μόνο.  Ενώ κάνουμε ότι δεν βλέπουμε τις ελληνικές επιχειρήσεις να αποχωρούν από την χώρα γιατί η κυβέρνηση δεν μπορεί να ασχοληθεί με το κόστος ενέργειας ή με το αντίστοιχο του χρήματος.
Η κυβέρνηση  επιζητά την επέκταση της φορολογικής βάσης. Την επέκταση της παραγωγικής βάσης θα έπρεπε μετά μανίας να επιδιώκει .  Αυτό όμως απαιτεί παραίτηση από την γνωστή θέση «θα τα κάνει μόνη της η αγορά» διότι απλούστατα εν τοις πράγμασι  «η αγορά δεν μπορεί να τα κάνει όλα» .




[1] «Όλα αλλάζουν για να μην αλλάξει τίποτε».

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Πιθανή υποβάθμιση τουρκικών τραπεζών από τη Moody’s.



Υπό αναθεώρηση για πιθανή υποβάθμιση έθεσε ο οίκος Moody’s την αξιολόγηση 10 τουρκικών τραπεζών. Ο διεθνής οίκος αξιολόγησης εξηγεί πως η απόφασή του αντανακλά τις ανησυχίες όσον αφορά τις πιέσεις για αυτόνομη ενίσχυση της ρευστότητας των τραπεζών, καθώς το περιβάλλον λειτουργίας του τουρκικού τραπεζικού συστήματος θα γίνει πιο δύσκολο τους επόμενους 12-18 μήνες,. Η πρόσφατη αύξηση των  επιτοκίων προκαλεί αρνητικές επιδράσεις στην ανάπτυξη , αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης ενώ αυξάνει τις πιθανότητες για νέο όγκο επισφαλών δανείων.

Τρείς λόγους επικαλείται ο οίκος αξιολόγησης;
-          Την επιβράδυνση  του ρυθμού αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες εκτιμήσεις θα κυμανθεί στο 2,5% το 2014 έναντι 4,1% το 2013.
-          την αύξηση του κόστους χρηματοδότησης των τουρκικών τραπεζών λόγω των επιπτώσεων που θα έχει στις αναδυόμενες αγορές η απόφαση της Federal Reserve για σταδιακή μείωση του προγράμματος αγοράς ομολόγων. Το τουρκικό νόμισμα απώλεσε πάνω από 20,0% της αξίας του τον τελευταίο χρόνο παρουσιάζοντας υψηλή μεταβλητότητα, διαπιστώνεται υπέρβαση των εκτιμήσεων για το ύψος του πληθωρισμού (ήδη βρίσκεται πάνω από το 10,0%) . Η αύξηση του κόστους χρηματοδότησης επηρεάζει αρνητικά την κερδοφορία του κλάδου και μειώνει την ποιότητα των περιουσιακών στοιχείων τους.
-          Οι αξιολογήσεις των τουρκικών τραπεζών επηρεάζονται επίσης από το κλίμα αβεβαιότητας, λόγω των υφιστάμενων πολιτικών εξελίξεων στην Τουρκία.
Οι τουρκικές τράπεζες είναι οι Akbank TAS, Asya Katilim Bankasi A.S., Sekerbank T.A.S., T.C. Ziraat Bankasi A.S., Turk Ekonomi Bankasi A.S., Turkiye Garanti Bankasi A.S., Turkiye Halk Bankasi A.S., Turkiye Is Bankasi A.S., Turkiye Vakiflar Bankasi T.A.O. και Yapi ve Kredi Bankasi A.S. (YapiKredi).